Posts Tagged ‘Σουηδία’

Διά Πυρός και Σιδήρου

Απρίλιος 6, 2012

«Το 1647 ήταν παράξενη χρονιά. Στη γη και στον ουρανό φάνηκαν αλλόκοτα σημάδια, από αυτά που προμηνύουν συμφορές κι ασυνήθιστα γεγονότα. Την άνοιξη, όπως σημειώνουν τα χρονικά της εποχής, σμήνη ακρίδων ξεχύθηκαν από τις Άγριες Στέπες και κατέφαγαν τα σπαρτά και το χορτάρι, κι αυτό το σημάδι ήταν προάγγελος τατάρικων επιδρομών ή ίσως ενός μεγάλου πολέμου. Στις αρχές του καλοκαιριού έγινε μια μεγάλη έκλειψη ηλίου και λίγες ημέρες αργότερα ένας κομήτης εμφανίστηκε στον ουρανό. Στη Βαρσοβία, οι άνθρωποι είδαν στα σύννεφα του ουρανού σχήματα που έμοιζαν με τάφους και με φλογισμένους σταυρούς κι άρχισαν να προσφέρουν ελεημοσύνες και να νηστεύουν, πιστεύοντας ότι συμφορά μεγάλη επρόκειτο να πέσει στη χώρα και ν’ αφανίσει την ανθρωπότητα. Κι έπειτα έφτασε ο χειμώνας κι ήταν τόσο ήπιος που οι γέροντες δεν μπορούσαν να θυμηθούν τίποτε παρόμοιο. Τα ποτάμια στον Νότο δεν πάγωσαν. Φουσκωμένα από τις βροχές κι απ’ τα χιόνια που έλιωναν άρχισαν να ξεχειλίζουν, μετατρέποντας τη στέπα σε απέραντο βούρκο.

Έπειτα από όλα αυτά τα σημάδια και με τη φυσική σειρά των εποχών του χρόνου να έχει αλλάξει, όλα τα μάτια στην Ανατολή στράφηκαν προς τις Άγριες Στέπες, γιατί ο όποιος κίνδυνος θα μπορούσε να φανεί εκεί γρηγορότερα απ’ ό,τι οπουδήποτε αλλού. Κι όμως, στα μέρη αυτά τίποτε το ασυνήθιστο δεν συνέβη εκείνη την παράξενη χρονιά».

Νομίζω πως θυμάμαι πολύ καλά τη σκηνή. Χειμώνας του 1976-77. Είμαι ξαπλωμένος. Ίωση ή κάποια παιδική ασθένεια που θα κόλλησα στο δημοτικό. Ο πατέρας μου γυρίζει στο σπίτι. Κρατά στα χέρια του το λάφυρο που προορίζεται για μένα. Το τελευταίο τεύχος των «Κλασσικών Εικονογραφημένων». Χένρυκ Σενκιέβιτς «Διά Πυρός και Σιδήρου». Το όνομα του συγγραφέα δεν μου είναι άγνωστο. Το προηγούμενο Πάσχα μου είχαν φέρει δώρο το «Κβο Βάντις». Έριξα μια ματιά στο εξώφυλλο και ρώτησα: «για τι ακριβώς μιλά»; «Για τις συγκρούσεις Πολωνών και Κοζάκων», απάντησε ο πατέρας μου, προσθέτοντας, σχεδόν αμέσως, «από τη μεριά των Πολωνών, φυσικά». Μάλιστα! Με κάποιον ασαφή τρόπο γνώριζα ότι η Πολωνία υπήρξε αληθινή υπερδύναμη (θα πρέπει να το είχα δει σε κάποια «Ιστορία των Μεγάλων Μαχών» που είχα διαβάσει: στην εισαγωγή για τη Μάχη της Πολτάβας υπήρχαν αναφορές στο σημαντικό ρόλο που είχε παίξει η Πολωνία). Και γνώριζα για την αντιπαλότητα Κοζάκων και Πολωνών έχοντας ήδη δει την άποψη της άλλης πλευράς: είχα διαβάσει (σε διασκευή για εφήβους ή πάλι στα Κλασσικά Εικονογραφημένα) τον «Ταράς Μπούλμπα» του Γκόγκολ. Άνοιξα το τεύχος: στην πρώτη σελίδα, πάνω από μια εντυπωσιακή συνθετική απεικόνιση γεγονότων ήταν γραμμένα τα παραπάνω λόγια της εισαγωγής του βιβλίου.

Δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο για να με εντυπωσιάσει. Και η υπόθεση ήταν στ’ αλήθεια συναρπαστική. Δεν ήταν πια Μεσαίωνας βέβαια, αλλά πώς θα ήταν δυνατό να μην αντιμετωπίσω σαν ιππότες τους Πολωνούς ουσάρους; Και πώς αλλιώς μπορούσα να ερμηνέψω τον Γιαν Σκρζετούσκι, τη συμπεριφορά του, τον ρομαντικό έρωτά του για την Ελένα, παρά σαν αληθινό ιππότη της εποχής που εγώ αγαπούσα και στην οποία εκείνος, τυπικά, δεν ανήκε;

Μερικά χρόνια αργότερα, κατάφερα στην εφηβεία μου να διαβάσω το κανονικό βιβλίο, στην πρώτη του μετάφραση στα αγγλικά. Κι έπειτα, το βιβλίο έλαμψε διά της απουσίας του από τη βιβλιοθήκη μου. Όποτε το αναζητούσα για να το αγοράσω, σε όποια χώρα κι αν βρισκόμουν, είχα διαλέξει λάθος στιγμή: το βιβλίο ήταν εξαντλημένο. Ας ήταν. Οι πρώτες φράσεις του είχαν χαραχτεί στη μνήμη μου για πάντα. Το 1647 πρέπει να ήταν στ’ αλήθεια πολύ παράξενη χρονιά.

Ι.   Το ιστορικό πλαίσιο του έργου

Στη σειρά των άρθρων για τους Τεύτονες Ιππότες είχαμε τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε παράλληλα την πορεία ανόδου του πολωνικού βασιλείου. Είδαμε την ισχυροποίησή του μετά την Ένωση της Κρέβα με τη Λιθουανία (1384) και την παράδοση του στέμματος στον Λιθουανό Γιογκάιλα/ Γιαγκέουγο που γίνεται βασιλιάς της Πολωνίας με το όνομα Λαδισλάος Β΄. Τον θρίαμβο επί των Τευτόνων στο Τάννενμπεργκ/ Γκρούνβαλντ/ Ζαλγκίρις (1410). Τον περιορισμό της επικράτειας των Γερμανών ιπποτών στο ένα τρίτο της, μετά τον νικηφόρο για τους Πολωνούς Δεκατριετή Πόλεμο και τη δεύτερη συνθήκη ειρήνης του Τορν. Και, τελικά, τη μετατροπή του κάποτε τρομερού Ordensstaat των Τευτόνων σε κοσμικό δουκάτο της Πρωσίας, υποτελές στο πολωνικό στέμμα (1525)!

Στα χρόνια που ακολούθησαν η Ένωση Πολωνίας-Λιθουανίας συνέχισε να ισχυροποιείται και να επεκτείνει τα εδάφη της. Το 1569, με την Ένωση του Λούμπλιν, κατά τη βασιλεία του Σιγισμούνδου Β΄ Αυγούστου, τελευταίου μονάρχη της Γιαγκελλόνιας Δυναστείας, η ένωση των δύο κρατών ολοκληρώνεται (μέχρι τότε η Λιθουανία διατηρούσε σχεδόν απόλυτη αυτονομία). Παράλληλα, αποφασίζεται ότι η μοναρχία δεν θα είναι πλέον κληρονομική, αλλά ότι ο Πολωνός βασιλέας θα εκλέγεται από τη συνέλευση των ευγενών. Με τον τρόπο αυτό, το πολωνικό στέμμα θα περάσει, απροσδόκητα, στον Γάλλο πρίγκιπα Ερρίκο των Βαλουά (1573-1575) και, αργότερα, στον σουηδικό οίκο της Βάζα: ο Σιγισμούνδος Γ΄ (1587-1632) ήταν γιος της Αικατερίνης της Πολωνίας (η εξέλιξη αυτή, όμως, αντί να οδηγήσει στην ένωση των δύο δυνάμεων της Βαλτικής προκάλεσε την αντιπαλότητά τους: το 1599 ο Σιγισμούνδος έχασε τον σουηδικό θρόνο από τους συγγενείς του κι από κει και πέρα οι Πολωνοί μονάρχες βρισκόταν σε διαρκή διαμάχη με τη Σουηδία ως διεκδικητές του θρόνου της).

Α.   Η προοδευτική υπερδύναμη

α. Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βορειοανατολικής Ευρώπης: Κατά τον 17ο αιώνα, η Κοινοπολιτεία Πολωνίας και Λιθουανίας (επίσημη ονομασία: Βασίλειο της Πολωνίας και Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας/ πολ. Królestwo Polskie i Wielkie Księstwo Litewskie/ λιθ. Lenkijos Karalystė ir Lietuvos Didžioji Kunigaikštystė – ανεπίσημη: Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Πολωνίας/ πολ. Najjaśniejsza Rzeczpospolita Polska, λατ. Serenissima Res Publica Poloniae) είναι το μεγαλύτερο σε έκταση κράτος της Ευρώπης (με επικράτεια μεγαλύτερη του 1 εκατομμυρίου τ.χλμ.), ένα από τα μεγαλύτερα σε πληθυσμό (περίπου 11,5 εκατ.) κι ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά και στρατιωτικά, αντιμετωπίζοντας επιτυχώς κάθε επίδοξο αντίπαλο: τα γερμανικά κράτη, τη Σουηδία, την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τα υποτελή σ’ αυτήν ταταρικά χανάτα, ακόμη και τη Ρωσία (το 1610 οι δυνάμεις της φτάνουν μέχρι του σημείου να καταλάβουν τη Μόσχα και να την κρατήσουν για δύο χρόνια). Περιλαμβάνει (λαμβάνοντας υπόψη τα σύνορα των σύγχρονων κρατών) την Πολωνία, τη Λιθουανία, σχεδόν ολόκληρη την Ουκρανία, τη Λευκορωσία, τη Λεττονία, μεγάλο μέρος της Εσθονίας, και εδάφη της Σλοβακίας, της Μολδαβίας και της Ρωσίας. Ο πληθυσμός της είναι εξόχως πολυεθνικός: περιλαμβάνει (με βάση τα στοιχεία του 1618) 4.5 εκατομμύρια Πολωνούς, 3,5 εκατ. Ουκρανούς, 1,5 εκατ. Λευκορώσους (δύο εθνότητες που καταγράφονται αμφότερες στα χρονικά ως Ρουθηνοί), 750.000 Λιθουανούς, 750.000 ιθαγενείς Πρώσους, 500.000 Εβραίους, 500.000 Λιβονούς (Λεττονούς), καθώς και Εσθονούς, Γερμανούς, Κούρους, Σαμογέτες κ.ά. Έντονη είναι η παρουσία Ιταλών, Αρμένιων και Ελλήνων εμπόρων (όπως ο κρητικής καταγωγής Κωνσταντίνος Κορνιακτός, έμπορος από το Μπιαουόμποκ – 1582-1624 – ασχολούμενος κυρίως με εισαγωγές κι εξαγωγές από και προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία).

Κυρίως, όμως, είναι το πιο προοδευτικό ευρωπαϊκό κράτος από άποψη θεσμών: ο βασιλιάς εκλέγεται από τη Συνέλευση των Ευγενών (Σέιμ/ Sejm), των οποίων τις ελευθερίες και τα δικαιώματα υπόσχεται ότι θα σεβαστεί (τα δικαιώματα αυτά είναι και γραπτώς κατοχυρωμένα, βάσει της συνταγματικής συμφωνίας που σύναψαν οι ευγενείς με τον βασιλιά Ερρίκο Γ΄ των Βαλουά, το 1573).  Υπόκειται σε σειρά περιορισμών κατά την άσκηση της εξουσίας του, ενώ είναι υποχρεωμένος να συγκαλεί τη Συνέλευση τουλάχιστον ανά διετία. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο καγκελάριος Γιαν Ζαμόυσκι «ο βασιλιάς βασιλεύει, αλλά δεν κυβερνά (Rex regnat et non gubernat). Επιπλέον, κάθε ευγενής που μετέχει στη Συνέλευση έχει δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) για οποιοδήποτε θέμα κρίνει εκείνος ως ζωτικής σημασίας. Κι αν ο όρος δημοκρατία μοιάζει υπερβολικός για ένα αριστοκρατικό πολίτευμα, ας επισημανθεί ότι οι Πολωνοί ευγενείς (η szlachta) με δικαίωμα συμμετοχής στη Συνέλευση ξεπερνούσαν το 12 % του συνολικού πληθυσμού της Κοινοπολιτείας, φτάνοντας σε κάποιες περιόδους και το 15 % (ενδεικτικά σημειώνεται ότι στη Βρετανία το 1867 δικαίωμα ψήφου είχε μόλις το 3 % του πληθυσμού). Επιπροσθέτως, οι περιοχές απολαύουν μεγάλης αυτονομίας στα θέματα διοίκησης: τόσο οι βοϊβοδίες (που διέθεταν το δικό τους κοινοβούλιο), όσο και οι επαρχίες.

Τέλος, διασφαλίζεται η θρησκευτική ελευθερία, βάσει της λεγόμενης ιδρυτικής πράξης της Συνομοσπονδίας που υπογράφηκε το 1573 στη Βαρσοβία. Ουδέποτε δραστηριοποιήθηκε στα εδάφη της Κοινοπολιτείας η Ιερά Εξέταση. Και ποτέ δεν εξαπλώθηκε ο προτεσταντισμός. Ίσως γιατί η καθολική εκκλησία της Πολωνίας είχε μάθει να συμβιώνει με ορθόδοξους και εβραϊκούς πληθυσμούς. Αυτή η στάση ανεκτικότητας επέτρεψε στην Πολωνία να μην εμπλακεί στους θρησκευτικούς πολέμους που σπαράσσουν τη χριστιανική Ευρώπη του 16ου – 17ου αι. και ιδίως στον Τριακονταετή Πόλεμο. Σ’ αυτό το πλαίσιο ελευθερίας μπορούν να γίνουν ανεκτές ή κατανοητές και ορισμένες γραφικές παραδοξότητες, όπως η βαθύτατα εδραιωμένη πεποίθηση της πολωνικής αριστοκρατίας ότι δεν έχει σλαβική καταγωγή, αλλά ότι πρόγονοί της είναι οι Ιρανοί Σαρμάτες!

Το πολωνολιθουανικό κράτος διαθέτει πραγματικά ισχυρή οικονομία: η χώρα είναι η πρώτη σιτοπαραγωγός στην Ευρώπη (έστω κι αν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής προορίζεται για εσωτερική κατανάλωση). Εξάγει από τα λιμάνια του (κυρίως το Γκντανσκ) ή διά της χερσαίας οδού σιτηρά, ξυλεία και συναφή προϊόντα, αλάτι, καπνά, βαμβάκι και λινά υφάσματα και εισάγει κρασιά και ζύθο, φρούτα, ενδύματα, είδη πολυτελείας, αλιεύματα και βιομηχανικά προϊόντα. Μέχρι τον 17ο αι., το εμπορικό ισοζύγιο παραμένει θετικό.

Πολιτιστικά, η Κοινοπολιτεία γνωρίζει άνθηση. Διαθέτει ένα από τα αρχαιότερα πανεπιστήμια της ηπείρου (αυτό της Κρακοβίας) κι ένα ακόμη σημαντικό ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης στο Βίλνιους. Αναδεικνύει πλήθος επιστημόνων, λογίων και καλλιτεχνών (ξεκινώντας φυσικά με τον Νικόλαο Κοπέρνικο και συνεχίζοντας με τον ιστορικό και χαρτογράφο Μαρτίνο Κρόμερ, τον χημικό Μίχαου Σεντζιβόι, τον μαθηματικό, φυσικό και αστρονόμο Γιαν Μπρόζεκ, τους ιστορικούς Άλμπρυχτ Στανίσουαφ Ρατζίβιου και Γιαν Χρυζόστομ Πάσεκ, τους μουσικούς Γιάτσεκ Ροζύτσκι, Μάρτσιν Μελτσέφσκι και Μικογουάι Ζελένσκι). Η Αναγέννηση φτάνει γρήγορα στην Πολωνία. Ο πολιτικός και ουμανιστής Γιαν Ζαμόυσκι επιχειρεί να ιδρύσει την ιδανική πόλη, καλώντας Ιταλούς αρχιτέκτονες και καλλιτέχνες: το Ζάμοστς μοιάζει σαν ένα κομμάτι της Ιταλίας που κάποια ιστορική παραδοξότητα μεταφύτεψε στην Πολωνία.

β. Εντάσεις κι ανισότητες: Ωστόσο, η ειδυλλιακή αυτή εικόνα κρύβει εντάσεις κι ανισότητες που επιτείνονται με τον χρόνο. Ειδικά στην Ανατολή, το πρότυπο εκμετάλλευσης είναι τα μεγάλα αγροκτήματα που καλλιεργούν δουλοπάροικοι και τα οποία ανήκουν σε μια αριστοκρατία γαιοκτημόνων (π.χ. στις οικογένειες Τσαρτορύσκι, Βισνοβιέτσκι, Ρατζίβιου ή Σαπιέχα) πολωνική ή εκπολωνισμένη (μια και τα μέλη της αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρουθηνοί ως προς την εξ αίματος καταγωγή και Πολωνοί ως προς την Ιθαγένεια). Οι ορθόδοξοι, που αποτελούν την συντριπτική πλειονότητα στον απλό λαό, αισθάνονται πολλαπλά καταπιεσμένοι: πολιτικά, οικονομικά και θρησκευτικά. Η τάση για μια ενιαία εθνική και θρησκευτική ταυτότητα (πολωνική και καθολική) γίνεται αφόρητη για τους Ορθόδοξους που βρίσκονται αντιμέτωποι συχνά με την εκβιαστική επιλογή ανάμεσα στον καθολικισμό και την Ουνία.

Η κατάσταση στην Ανατολή καθίσταται ακόμη πιο περίπλοκη επειδή στην… εξίσωση υπάρχει κι ένας απρόβλεπτος παράγοντας: οι Κοζάκοι (ουκρ.: козаки, ρωσ.: казаки, προφ. και στις δύο περιπτώσεις καζακί, πολ.: kozacy = κοζάτσι). Δεν υπάρχει βεβαιότητα ως προς την προέλευση του ονόματός τους: παλαιοσλαβική με κουμανικό απώτερο έτυμο ή με απευθείας τουρκική προέλευση, η λέξη δηλώνει τον ελεύθερο που ζει νομαδικά. Αυτοί οι ανατολικοσλαβικοί πληθυσμοί (στους οποίους ίσως αναμείχθηκαν και ταταρικά και άλλα τουρκογενή στοιχεία) σχημάτισαν, από τον Ύστερο Μεσαίωνα, αυτόνομες στρατιωτικές κοινότητες στην περιοχή του Δνείπερου και του Δον, προσφέροντας συχνά τις στρατιωτικές υπηρεσίες τους ως μισθοφόροι στις δυνάμεις της περιοχής. Η πιο ονομαστή από τις κοινότητές τους είναι η επικράτεια του Ζαπαρόζε (ρ.)/ Ζαπαρίζια (ουκρ.) (ουκρ.: Запорізька Січ = Ζαπαρίζκα Σιτς/ ρωσ.: Запорожская Сечь = Ζαπαρόζσκαγια Σετς), κέντρο της οποίας είναι μια σειρά από οχυρωμένα νησιά στον Δνείπερο. Στις τάξεις των Κοζάκων ενσωματώνονται διαρκώς φυγάδες δουλοπάροικοι από τις δυο πλευρές των συνόρων (πολωνική και ρωσική) που ξεφεύγουν από τους φεουδάρχες τους για να ζήσουν ελεύθεροι.

Οι κοινότητες των Κοζάκων βρίσκονται εντός της πολωνικής επικράτειας. Τυπικά είναι υπήκοοι του πολωνικού στέμματος. Υπηρετούν στις πολωνικές ένοπλες δυνάμεις είτε περιστασιακά είτε ως τακτικά στρατεύματα, διατηρώντας σχετική αυτονομία. Οι αρχηγοί τους καταλαμβάνουν στρατιωτικά και πολιτικά αξιώματα στο πλαίσιο της πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας. Ωστόσο, από τις αρχές τουλάχιστον του 17ου αι. εμφανίζονται εντάσεις στις σχέσεις μεταξύ Πολωνών και Κοζάκων. Είναι σαφές ότι η Κοινοπολιτεία σκοπεύει να ξοδέψει λιγότερα χρήματα για τη στρατολόγηση Κοζάκων και έχει αποφασίσει να δίνει λιγότερα αξιώματα και εξουσίες στους αρχηγούς τους. Οι πιέσεις για εκπολωνισμό κι απάρνηση της Ορθοδοξίας, τα σχέδια για μετατροπή των αγροτών σε δουλοπάροικους, καθιστούν τις ισορροπίες όλο και πιο εύθραυστες. Η κρίση που σοβεί μοιάζει έτοιμη να εκδηλωθεί.

Β. Η περίοδος των αναταράξεων

Με ειρωνικό τρόπο, ακριβώς τη χρονική στιγμή που τερματίζεται ο Τριακονταετής Πόλεμος από τον οποίο η Πολωνία έχει πετύχει να γλιτώσει, η Κοινοπολιτεία εισέρχεται σε περίοδο έντονων αναταράξεων, η οποία θα σηματοδοτήσει την αμετάκλητη παρακμή της και θα οδηγήσει τελικά, ενάμισι αιώνα αργότερα, στον ολοκληρωτικό αφανισμό του πολωνικού κράτους. Η σπίθα που θα εξελιχτεί σε πυρκαγιά θα προέλθει από την Ανατολή. Κι ο άνθρωπος που θα πυροδοτήσει τις εξελίξεις ονομάζεται Μπαγκντάν Χμελνίτσκι.

α.   Η εξέγερση του Μπαγκντάν Χμελνίτσκι: Ο Μπαγκντάν (δηλ. Θεόδωρος) Χμελνίτσκι (ουκρ. και ρωσ.: Богдан Хмельницький, πολ.: Bohdan Chmielnicki = Μπόχνταν Χμελνίτσκι) γεννιέται το 1595, πιθανώς στο Σουμπότιφ της Ουκρανίας, κοντά στο Τσιγκίριν, παιδί επιφανούς οικογένειας Κοζάκων. Τυγχάνει εξαιρετικής εκπαίδευσης, στο Κολλέγιο των Ιησουητών του Λβούφ/ Λβιβ και σε ορθόδοξα σχολεία του Κιέβου. Αποκτά πολύ καλή γνώση της ευρωπαϊκής Ιστορίας και μαθαίνει αρκετές γλώσσες (πολωνικά, λατινικά, γαλλικά και τουρκικά). Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του (1617) υπηρετεί στα στρατιωτικά σώματα των Κοζάκων για λογαριασμό της Κοινοπολιτείας. Πολεμώντας την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα εδάφη της Μολδαβίας αιχμαλωτίζεται από τους Τούρκους κοντά στο Ιάσιο (1620) και περνά δυο χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Απελευθερώνεται το 1622, όταν ο Πολωνός πρεσβευτής στην Υψηλή Πύλη, ο Κρζύστοφ Ζμπαράσκι καταβάλλει 30.000 τάλερ στους Τούρκους με αντάλλαγμα την απελευθέρωση όλων των Πολωνών στρατιωτικών που είχαν αιχμαλωτιστεί στη Μολδαβία.

Στα επόμενα χρόνια, ο Χμελνίτσκι θα αποδείξει τις αδιαμφισβήτητες πολιτικές και στρατιωτικές του ικανότητες. Χαίρει της εκτίμησης των Κοζάκων συναδέλφων του και της πολωνικής αριστοκρατίας. Κερδίζει τίτλους κι αξιώματα. Όλα μοιάζουν ιδανικά για όλες τις πλευρές, μέχρι που ο Χμελνίτσκι θα έρθει σε σύγκρουση με τον νέο Πολωνό έπαρχο του Τσιγκίριν, τον Ντάνιελ Τσαπλίνσκι. Υπό τις οδηγίες του πανίσχυρου αριστοκράτη Αλεξάντερ Κονιετσπόλσκι, σκληροπυρηνικού οπαδού της πολιτικής του δραστικού περιορισμού των δικαιωμάτων των Κοζάκων, ο Τσαπλίνσκι επιχειρεί να αποσπάσει από τον Χμελνίτσκι το φέουδο του Σουμπότιφ. Ο Χμελνίτσκι προσπάθησε να διευθετήσει το πρόβλημα κάνοντας επανειλημμένα διαβήματα στις αρχές της Βαρσοβίας. Κατόπιν ακροάσεως, ο βασιλιάς Λαδισλάος Δ΄ Βάζα εξέδωσε απόφαση που αναγνώριζε τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του Χμελνίτσκι. Ωστόσο, η πλευρά Κονιετσπόλσκι-Τσαπλίνσκι συνέχισε τις προσπάθειές της και τον Απρίλιο του 1647 εξεδίωξε τον Χμελνίτσκι από το κτήμα του. Ο Κοζάκος ζήτησε νέα ακρόαση από τον βασιλέα. Αυτή τη φορά ο μονάρχης δίστασε να έρθει σε σύγκρουση μ’ έναν από τους ισχυρότερους ευγενείς του. Ο Χμελνίτσκι πείσθηκε ότι χρειάζονταν πιο δραστικές λύσεις. Στράφηκε προς τους Κοζάκους συντρόφους του.

Τα χρονικά της εποχής τονίζουν ως αιτία της εξέγερσης τη διαμάχη του Χμελνίτσκι με τους Πολωνούς ευγενείς. Εντούτοις, όσο ρόλο κι αν πράγματι έπαιξε αυτή η σύγκρουση, είναι δύσκολο να ερμηνεύσουμε ένα γεγονός που άλλαξε την Ιστορία της Ανατολικής Ευρώπης με βάση μια προσωπική βεντέτα. Στην πραγματικότητα, είχαν ωριμάσει οι συνθήκες ώστε οι Κοζάκοι να εκδηλώσουν δυναμικά τη δυσαρέσκειά τους για την πολιτική της πολωνικής αριστοκρατίας. Ύστερα από σειρά επαφών με όλους τους ισχυρούς Κοζάκους παράγοντες, ο Χμελνίτσκι εξελέγη αταμάνος τον Ιανουάριο του 1648 υποσχόμενος να διεκδικήσει δυναμικά τα δικαιώματα των Κοζάκων. Οι διαπραγματεύσεις με τις πολωνικές αρχές δεν κατέληξαν πουθενά. Αναζητώντας συμμάχους για την ένοπλη σύγκρουση που φαινόταν αναπόφευκτη, ο Χμελνίτσκι ήρθε σε διαπραγματεύσεις με τον Τάταρο Χάνο της Κριμαίας, τον Ισλάμ Γ΄ Γκιράυ, ο οποίος του υποσχέθηκε στρατιωτική ενίσχυση και του έστειλε δύναμη ιππικού υπό τον Τουγάυ Μπέη.

Οι Πολωνοί αποφάσισαν να καταπνίξουν την εξέγερση των Κοζάκων το συντομότερο δυνατό. Ο Μικογουάι Ποτότσκι, Μέγας Αταμάνος του Στέμματος (δηλαδή στρατάρχης), έστειλε μια δύναμη 3.000 ανδρών, υπό τη διοίκηση του εικοσιτετράχρονου γιού του Στέφαν, για να αντιμετωπίσει τους Κοζάκους. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στα Ζόφτι Βόντι, στην κεντρική Ουκρανία (ουκρ.: Жовтi Води, ρωσ.: Жёлтые Воды = Ζόλτιγιε Βόντι, πολ.: Żółte Wody = Ζόουτε Βόντυ, κυριολ. κίτρινα νερά), στις 28 Απριλίου 1648. Το βασικό πρόβλημα για τους Πολωνούς ήταν ότι η μισή δύναμή τους αποτελούταν από Κοζάκους οι οποίοι γρήγορα αποσκίρτησαν κι ενώθηκαν με τον στρατό του Χμελνίτσκι. Επιπλέον, οι ενισχύσεις που τους στάλθηκαν ήταν πάλι Κοζάκοι που προσχώρησαν αμέσως μετά την άφιξή τους στους εξεγερμένους. Οι Πολωνοί βρέθηκαν σε θέση δραματικής αριθμητικής αδυναμίας: 1.500 άνδρες έπρεπε να αντιμετωπίσουν 15.000 Κοζάκους και Τάταρους! Χάρη στο πυροβολικό τους και το επίλεκτο ιππικό των Ουσάρων, οι Πολωνοί αντιστάθηκαν για περισσότερες από δύο εβδομάδες. Εξαντλημένοι και με μεγάλες απώλειες, επιχείρησαν να υποχωρήσουν το βράδυ της 15ης– 16ης Μαΐου: το τατάρικο ιππικό του Τουγάυ Μπέη και οι Κοζάκοι, υπό τη διοίκηση του χαρισματικού Μαξίμ Αλσάνσκι «Κριβανός» (παρατσούκλι που σήμαινε ο «Στραβομύτης», «αυτός με τη γαμψή μύτη»), τους επιτέθηκαν και τους κατέσφαξαν. Μετά την αρχική επιτυχία, οι Κοζάκοι του Χμελνίτσκι πετούν από νίκη σε νίκη. Τα Χριστούγεννα του 1648 ο Χμελνίτσκι μπαίνει στο Κίεβο ως ελευθερωτής και «ηγέτης της χώρας των Ρους», ενώ σε ολόκληρη την Ουκρανία οι αγρότες εξεγείρονται διώκοντας τους Πολωνούς ευγενείς που τους δυνάστευαν. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, η αποτίναξη του ζυγού απελευθερώνει και τις δυνάμεις της βίας: την πληρώνουν τα συνήθη θύματα. Ο πολυάριθμος εβραϊκός πληθυσμός της Ουκρανίας υφίσταται τους χειρότερους διωγμούς.

Ο Χμελνίτσκι, παράλληλα με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τις διαπραγματεύσεις, προσπαθεί να οργανώσει το κράτος του. Τα πράγματα όμως αρχίζουν να περιπλέκονται στα πεδία των μαχών. Τον Ιούνιο του 1651 υφίσταται σημαντική ήττα στο Μπερεστέτσκο, όπου τον προδίδουν οι μέχρι τότε σύμμαχοί του Τάταροι. Αναγκάζεται να συνάψει ανακωχή με μάλλον δυσμενείς όρους και προσπαθεί να αναζητήσει εξωτερικούς συμμάχους. Διαπραγματεύεται αρχικά με την Υψηλή Πύλη, αλλά οι Κοζάκοι του δεν είναι πρόθυμοι να γίνουν υποτελείς ενός αλλόθρησκου ηγεμόνα. Έτσι στρέφεται προς τη «φυσική» λύση: τον τσάρο Αλέξιο της Ρωσίας. Ύστερα από δύσκολες διαπραγματεύσεις συνάπτεται η Συνθήκη του Περεγιασλάβ (Ιανουάριος του 1654), βάσει της οποίας οι Κοζάκοι διατηρούν την αυτονομία τους αναγνωρίζοντας την επικυριαρχία του τσάρου. Τα δεδομένα έχουν μεταβληθεί για όλους και μια νέα δύναμη κάνει την εμφάνισή της. Μόνο που δεν θα είναι η μόνη.

β.   Ο «Κατακλυσμός»: Είναι πλέον σαφές ότι το κουτί της Πανδώρας έχει ανοίξει (πότε ακριβώς, όμως, άραγε;) κι ότι οι δυνάμεις της συντέλειας έχουν απελευθερωθεί. Στην πραγματικότητα, η κατάσταση πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο για τους δύο αρχικούς εμπόλεμους. Οι Κοζάκοι, που έχουν απωθήσει τους Πολωνούς από την Ουκρανία και τη Λευκορωσία, διαπιστώνουν ότι ο νέος τους σύμμαχος είναι εξαιρετικά παρεμβατικός και θέλει να έχει λόγο για τα εσωτερικά τους ζητήματα. Ταυτόχρονα, οι πρώην σύμμαχοί τους, οι Τάταροι, λεηλατούν ανεμπόδιστοι τα ουκρανικά εδάφη. Όσο για τους Πολωνούς, εκεί που νόμισαν ότι κατόρθωσαν να ελέγξουν τους Κοζάκους αντιπάλους τους, βρίσκονται μεταξύ δύο τουλάχιστον πυρών. Την ώρα που οι Ρώσοι ετοιμάζονται να εισβάλουν από τα ανατολικά, επιτίθενται στην Πολωνία οι Σουηδοί (Ιούλιος 1655). Αρχίζει αυτό που στην πολωνική Ιστορία καταγράφηκε ως ο (σουηδικός) «Κατακλυσμός» (Potop szwedzki). Το δυτικό τμήμα της Κοινοπολιτείας βρίσκεται γρήγορα υπό (προσωρινή έστω) σουηδική κατοχή, ενώ το ανατολικό το κατέχουν Κοζάκοι και Ρώσοι.

Ο ίδιος ο Χμελνίτσκι δεν θα καταφέρει να χειρισθεί με επιτυχία τις εξελίξεις. Διαπραγματευόμενος ταυτόχρονα με Σουηδούς και Ρώσους (μολονότι η Ρωσία θα κηρύξει τον πόλεμο στη Σουηδία, τον Ιούλιο του 1656), αντιμέτωπος με εσωτερικά προβλήματα κι έριδες, ο Κοζάκος ηγέτης θα κουραστεί. Τον Ιούλιο του 1657 θα υποστεί βαρύτατο εγεφαλικό επεισόδιο και πέντε μέρες αργότερα (27.7) θα πεθάνει.

Σ’ αυτήν την απελπιστική κατάσταση η Πολωνία θα βρει τις δυνάμεις να αντιδράσει. Δύο ευγενείς, ο Στέφαν Τσαρνιέτσκι και ο Μέγας Αταμάνος της Λιθουανίας Πάβεου Γιαν Σαπιέχα, θα οργανώσουν την πολωνική αντίσταση κατά των Σουηδών του Κάρολου Ι΄ Γουστάβου. Το 1657, οι δυνάμεις της Κοινοπολιτείας θα κατορθώσουν να εκδιώξουν τις σουηδικές δυνάμεις από τα πολωνικά εδάφη. Η Κοινοπολιτεία θα προσπαθήσει ακόμη και να προσεταιρισθεί εκ νέου τους Κοζάκους. Με τη Συνθήκη του Χάτζατς (ουκρ.: Γκάντιατς), το 1658, προσφέρεται ξανά στους Κοζάκους η δυνατότητα συνεργασίας με την Κοινοπολιτεία. Η πολωνική συνέλευση και ο βασιλιάς Ιωάννης Β΄ Καζιμίρ θα κυρώσουν τη συνθήκη, την οποία θα δεχθούν μέρος της συνέλευσης των Κοζάκων (της Στάρσυνας) και ο νέος αταμάνος Ιβάν Βυχόφσκι. Δεν θα συμβεί το ίδιο με την πλειονότητα των Κοζάκων. Η συνθήκη θα μείνει νεκρό γράμμα. Τα πράγματα δεν μπορούσαν να είναι ποτέ ξανά ίδια… Ο αγώνας για την Ουκρανία και τη Λευκορωσία, που έχει πλέον πάρει τη μορφή ρωσοπολωνικής σύγκρουσης, θα τερματιστεί το 1667 με τη Συνθήκη του Αντρούσοβο. Η Πολωνία θα περιορίσει τις απώλειές της, διατηρώντας τα εδάφη δυτικά του Δνείπερου.

Έστω και πληγωμένη, η Πολωνία έχει ακόμη στιγμές δόξας μπροστά της. Ο λυτρωτής, άλλωστε, της Βιέννης από την οθωμανική πολιορκία του 1683 πρόκειται να είναι Πολωνός, ο βασιλιάς Ιωάννης Γ΄ Σομπιέσκι. Ωστόσο, τα τραύματα που της προκάλεσαν οι αναταράξεις που ξεκίνησαν με την εξέγερση του Μπαγκντάν Χμελνίτσκι δεν θα γιατρευτούν ποτέ.

ΙΙ.   Ο Σενκιέβιτς και το «Διά Πυρός και Σιδήρου»

Α.   Το πλαίσιο συγγραφής του έργου

Πραγματικά εθνικός συγγραφέας της Πολωνίας, ο νομπελίστας Χένρυκ Σενκιέβιτς (1846-1916), γεννήθηκε στη Βόλα Οκρζέισκα της ρωσοκρατούμενης ανατολικής Πολωνίας, παιδί ξεπεσμένης αριστοκρατικής οικογένειας. Το έργο του χαρακτηρίζεται από τα δύο μεγάλα ιδεολογικά ρεύματα που σημάδεψαν τον 19ο αιώνα, τον ρομαντισμό και τον εθνικισμό. Κατεξοχήν εκπρόσωπος του πολωνικού αλυτρωτισμού, συγγράφει το «Διά Πυρός και Σιδήρου» (Ogniem i Mieczem) το 1884 με σκοπό να τονώσει το ηθικό των υπόδουλων συμπατριωτών του, είκοσι χρόνια μετά την αποτυχημένη εξέγερση του Ιανουαρίου του 1863 κατά των Ρώσων. Το μυθιστόρημα, που δημοσιεύθηκε αρχικά σε συνέχειες στις πολωνικές εφημερίδες, αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας με θέμα την Ιστορία της Πολωνίας κατά τον 17ο αιώνα. Τα άλλα δύο μέρη είναι ο «Κατακλυσμός» («Potop», 1886) και ο «Άρχοντας Βολοντιόφσκι» («Pan Wołodyjowski», pan είναι η πολωνική προσφώνηση για τον κύριο, 1888), που έχει μεταφραστεί και υπό τους τίτλους «Φωτιά στη Στέπα» και «Συνταγματάρχης Βολοντιόφσκι».

Παρά τους σαφείς πατριωτικούς σκοπούς του συγγραφέα, το «Διά Πυρός και Σιδήρου» είναι αρκετά πιστό στα ιστορικά δεδομένα. Προκειμένου να συγγράψει το έργο, ο Σενκιέβιτς μελέτησε τα αρχεία της πολωνικής αριστοκρατίας της εποχής και τα απομνημονεύματα επιφανών μελών της. Υπάρχουν βεβαίως σημεία που ο συγγραφέας επιχειρεί να εξάρει τον ηρωϊσμό των Πολωνών, συνολικά όμως το μυθιστόρημα διακρίνεται αιπό υψηλό βαθμό ιστορικής ακρίβειας. Οι ήρωες τους οποίους δημιούργησε η φαντασία του συγγραφέα συνυπάρχουν με πραγματικά πρόσωπα που σημάδεψαν τα γεγονότα της εποχής (τον βασιλέα Ιωάννη Β΄ Καζιμίρ, τον πρίγκιπα Βισνοβιέτσκι, τους αταμάνους των Κοζάκων Χμελνίτσκι και Βυχόφσκι, τον Τάταρο Τουγάυ Μπέη). Ακόμη κι ο χαρακτήρας του πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος Γιαν Σκρζετούσκι είναι «χτισμένος» πάνω σ’ ένα ιστορικό πρόσωπο: τον υπερασπιστή της πόλης του Ζμπάραζ Μικογουάι Σκρζετούσκι. Επιπλέον, το έργο δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί απλοϊκό ως προς την πλοκή και τους βασικούς χαρακτήρες του. Άλλωστε στερείται ενός πραγματικά «κακού» ήρωα. Ο αντίζηλος του Σκρζετούσκι, ο Κοζάκος Γιούρι Μπόχουν είναι μεν βίαιος και απερίσκεπτος, αλλά επιδεικνύει θάρρος που υπερβαίνει τα όρια του ηρωισμού, ενώ ο έρωτάς του για την Ελένα είναι αληθινός.

Β.   Η υπόθεση του μυθιστορήματος

Ο Γιαν Σκρζετούσκι είναι ένας νεαρός Πολωνός ευγενής, αξιωματικός του επίλεκτου σώματος του ιππικού, των «Φτερωτών» Ουσάρων, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία του πρίγκιπα Γιερέμι Βισνοβιέτσκι. Επιστρέφοντας από αποστολή στην Κριμαία, κι ενώ βρίσκεται κοντά στο Τσιγκίριν σώζει έναν άνδρα που δέχεται επίθεση. Αποκαλύπτεται ότι ο άνθρωπος αυτός είναι ο Μπαγκντάν Χμελνίτσκι τον οποίο επιχείρησαν να σκοτώσουν έμπιστοι του Τσαπλίνσκι. Ο Σκρζετούσκι συνεχίζει τον δρόμο του και πηγαίνει στο Τσιγκίριν όπου γνωρίζεται και αναπτύσσει σχέσεις φιλίας με τον Πολωνό ευγενή Γιαν Ονούφρυ Ζαγκουόμπα και τον Λιθουανό αριστοκράτη Λονγκίνους Ποντμπιπιέντα. Λίγες μέρες αργότερα, ξεκινά με τον Ζαγκουόμπα για το Λούμπνυ. Στον δρόμο συναντά κι ερωτεύεται την ορφανή νεαρή πριγκίπισσα Ελένα Κουρτσεβιτσούβνα, η οποία ταξιδεύει μαζί με τη θεία της. Η θεία καλεί τους αξιωματικούς στο οικογενειακό κτήμα της στο Ροζουόγκι. Κατά τη διάρκεια ενός δείπνου, ο Σκρζετούσκι μαθαίνει ότι η θεία της Ελένας έχει υποσχεθεί να την παντρέψει με τον Κοζάκο συνταγματάρχη Γιούρι Μπόχουν (τον οποίο η ίδια η Ελένα απεχθάνεται γιατί τον έχει δει να σκοτώνει άνθρωπο μπροστά στα μάτια της). Ο ήρωας κάνει ό,τι είναι δυνατό για να μεταπείσει τη θεία.

Στο μεταξύ, ο πρίγκιπας Βισνοβιέτσκι στέλνει τον Σκρζετούσκι ως εκπρόσωπό του στο Ζαπαρόζε, ενώ ετοιμάζεται να ξεσπάσει η εξέγερση των Κοζάκων. Σε μια συμπλοκή ο ήρωας τραυματίζεται κι αιχμαλωτίζεται. Οι Κοζάκοι οδηγούν τον αιχμάλωτο στον αρχηγό τους, που δεν είναι άλλος από τον Χμελνίτσκι. Ο αταμάνος σώζει τον Σκρζετούσκι κι υπόσχεται να τον απελευθερώσει το συντομότερο δυνατό. Μέχρι να συμβεί αυτό, ο Γιαν παρακολουθεί ανήμπορος τη συντριβή των Πολωνών στα Ζόφτι Βόντι.

Ανακαλύπτοντας την «προδοσία» της θείας της Ελένας, ο Μπόχουν επιτίθεται στο Ροζουόγκι με σκοπό να απαγάγει την Ελένα. Στη σύγκρουση σκοτώνονται οι δύο εξάδελφοι της νεαρής, η θεία της στραγγαλίζεται από τους Κοζάκους του Μπόχουν και οι εξεγερμένοι χωρικοί πυρπολούν την έπαυλη. Η ίδια η Ελένα καταφέρνει να ξεφύγει.

Ελεύθερος πια, ο Σκρζετούσκι κατευθύνεται προς το Ροζουόγκι για να βρει την αγαπημένη του. Φτάνοντας αντικρίζει μόνο ερείπια. Πιστεύοντας ότι η Ελένα είναι νεκρή θρηνεί τον θάνατό της κι επιστρέφει στην υπηρεσία του Βισνοβιέτσκι. Εκεί, ο Ζαγκουόμπα τον πληροφορεί ότι η Ελένα είναι σώα κι ασφαλής στο Μπαρ. Ενώ ο ήρωας ετοιμάζεται να πάει στην πόλη αυτή για να συναντήσει την Ελένα πληροφορείται ότι οι δυνάμεις του Μπόχουν κατέλαβαν το Μπαρ. Στον απελπισμένο Σκρζετούσκι φτάνει η ψευτική πληροφορία ότι η αγαπημένη του δολοφονήθηκε σ’ ένα μοναστήρι του Κιέβου όπου την κρατούσαν αιχμάλωτη. Ο ήρωας πέφτει βαριά άρρωστος.

Μετά την ανάρρωσή του, ο Σκρζετούσκι μεταβαίνει στο Ζμπάραζ με σκοπό να οργανώσει την άμυνα της πόλης, την οποία ετοιμάζονται να πολιορκήσουν οι Κοζάκοι. Πολεμά με ηρωϊσμό κατά την πολιορκία. Για να σώσει την πόλη, αποφασίζει να περάσει μέσα από τις γραμμές του εχθρού και να συναντήσει τον βασιλιά Ιωάννη Καζιμίρ ζητώντας του ενισχύσεις. Επιτυγχάνει στην παράτολμη αποστολή του και σώζει την πόλη. Στο μεταξύ μαθαίνει ότι η Ελένα είναι ζωντανή. Οι δύο ερωτευμένοι συναντιούνται στο Λβούφ όπου και παντρεύονται. Μετά το τέλος της εξέγερσης του Χμελνίτσκι θα ζήσουν ευτυχισμένοι, αποκτώντας μια ντουζίνα και περισσότερα παιδιά (αυτό μπορεί να μη μας πολυφαίνεται ρομαντικό, αλλά τα ήθη κι έθιμα της εποχής ήταν μάλλον διαφορετικά από τα σύγχρονά μας).

Γ.   Μεταφορά στον κινηματογράφο: Το μυθιστόρημα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1999 (με ιδιαίτερη επιτυχία) από τον Πολωνό σκηνοθέτη Γιέρζυ Χόφφμαν. Τότε, επρόκειτο για την ακριβότερη πολωνική παραγωγή όλων των εποχών. Ο σκηνοθέτης κατόρθωσε να μεταφέρει κινηματογραφικά ολόκληρη την Τριλογία του Σενκιέβιτς, με την αντίστροφη όμως σειρά (1969: Άρχοντας Βολοντιόφσκι, 1974: Κατακλυσμός, με πρωταγωνιστή τον, γνωστό μας από τις ταινίες του Βάιντα, Ντάνιελ Ολμπρύχσκι). Στην ταινία του 1999, πρωταγωνίστησαν ο Μίχαου Ζεμπρόφσκι ως Γιαν Σκρζετούσκι, η μεγαλωμένη στη Σουηδία Ιζαμπέλλα Σκορούπκο ως Ελένα, ο Ρώσος Αληξάντρ Νταμαγκάροφ ως Μπόχουν κι ο Ουκρανός Μπαγκντάν Στούπκα ως Χμελνίτσκι (προσθέστε και τον Ολμπρύχσκι ως Τουγάυ Μπέη και τον Αντρζέι Σέβερυν ως πρίγκιπα Βισνοβιέτσκι). Η ταινία δέχθηκε κριτικές για κάποιες ανακρίβειες: κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο παρουσίασε τη μάχη στα Ζόφτι Βόντι. Ωστόσο, πώς είναι δυνατόν να παρουσιασθεί με ακρίβεια σε κινηματογραφικό χρόνο μια μάχη που κράτησε κοντά τρεις εβδομάδες; Στην Πολωνία, κάποιοι την κατηγόρησαν κι ως φιλοουκρανική, λόγω του θετικού τρόπου με τον οποίο παρουσίαζε τους Κοζάκους. Αυτή όμως η επίκριση μοιάζει μάλλον με έπαινο, αποδεικνύοντας ότι ο σκηνοθέτης πέτυχε να δώσει μια αρκετά αντικειμενική εικόνα των εμπολέμων. Σε κάθε περίπτωση (και μολονότι το DVD της ταινίας είναι σχετικά δυσεύρετο), μπορείτε να σχηματίσετε προσωπική εντύπωση παρακολουθώντας αποσπάσματά της: τη Μάχη στα Ζόφτι Βόντι (με αγγλικούς υπότιτλους), σκηνές από την ίδια μάχη με μουσική υπόκρουση το εμβατήριο των Κοζάκων του Ζαπαρόζε, το ζεύγος των ερωτευμένων Γιαν και Ελένας, επέλαση των Ουσάρων με σκοπό την απελευθέρωση του Ζμπάραζ. καθώς και ολόκληρο το φιλμ, ατυχώς με κακό ντουμπλάρισμα στα ουκρανικά. Και, πάντως, ό,τι και να πείτε, οι σκηνές μάχης είναι εντυπωσιακότατες.

Ελπίζω να παραβλέψετε την αυτοαναφορικότητα της σημερινής ανάρτησης. Άλλωστε, πέρα από μια ρομαντική και ηρωϊκή ιστορία που σημάδεψε τα παιδικά μου χρόνια, υπάρχουν ιστορικά γεγονότα που καθόρισαν την πορεία της Βόρειας και Ανατολικής Ευρώπης για τους επόμενους αιώνες και τα οποία ακόμη και σήμερα ασκούν επιρροή στις νοοτροπίες λαών και στις πολιτικές κρατών. Κατά τα λοιπά, νομίζω ότι το είπαμε… Το 1647 ήταν παράξενη χρονιά!

Advertisements

Περιηγήσεις στη Λωρραίνη: Νανσύ

Ιουνίου 1, 2011

Όταν η μεγάλη σου αγάπη είναι το Στρασβούργο, τότε μπορεί να αντιμετωπίζεις το Νανσύ με κάποια υπεροψία. «Πολύ όμορφη η Πλας Στανισλάς, αλλά αυτό είναι όλο». Μια τέτοια εντύπωση είναι εσφαλμένη και άδικη. Βέβαια, σε μια απόλυτη σύγκριση σπουδαιότητας και μνημείων το Νανσύ μπορεί να υστερεί της πρωτεύουσας της Αλσατίας. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να μειώσει την αυτοτελή αξία της πόλης της Λωρραίνης με την τόσο πλούσια Ιστορία. Βρισκόμαστε άλλωστε στη Γαλλία, δηλαδή τη χώρα της Ευρώπης με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση ιστορικών μνημείων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο… αν φυσικά εξαιρέσουμε την Ιταλία.

Η εντύπωση που δίνει το Νανσύ στον επισκέπτη είναι πολύ διαφορετική από αυτήν που αφήνουν οι αλσατικές πόλεις ή ακόμη κι αυτό το γειτονικό Μες, η άλλη μεγάλη πόλη της Λωρραίνης. Πουθενά δεν συναντάς τα σπίτια με εμφανή σκελετό από ξύλινα δοκάρια, όπως στην Αλσατία, αλλά και σε τόσα άλλα μέρη της Γαλλίας, από τη Βουργουνδία και την Καμπανία μέχρι τη Βρετάνη. Τα χρώματα και τα διακοσμητικά στοιχεία των κτιρίων παραπέμπουν περισσότερο στον γαλλικό νότο, ακόμη και στην Ιταλία, ιδίως όταν ο ταξιδιώτης τα ανακαλύπτει κάποια ηλιόλουστη μέρα. Η εξήγηση είναι ίσως προφανής κι έγκειται στο ότι το Νανσύ βρισκόταν πάντα στη γαλλική πλευρά του γλωσσικού, και συνακόλουθα πολιτιστικού συνόρου, μεταξύ των περιοχών εξάπλωσης των λατινογενών και των γερμανικών γλωσσών. Τα «εξωτικά» στοιχεία είναι πολύ λίγα κι ο επισκέπτης δεν έχει καμιά αμφιβολία για το ότι βρίσκεται πάντα εντός των ορίων της γαλλικής επικράτειας. Κι έπειτα, το Νανσύ και η περιοχή του δεν γνώρισαν (τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό) τις δραματικές μεταβολές που σημάδεψαν την Ιστορία της Αλσατίας και της Βόρειας Λωρραίνης: οι αλλαγές κυρίαρχου ήταν λιγότερες σε αριθμό και, κυρίως, πολύ πιο ομαλές.

Ι. Ιστορική αναδρομή

Όπως θα διαπιστώσουμε, ιστορικά το Νανσύ είναι σχετικά «νεαρή» πόλη. Η πρώτη μνεία του τοπωνυμίου (ως Nanceiacum) ανάγεται στα 896, αλλά δεν είναι εξακριβωμένη η ύπαρξη κάποιου οικισμού την εποχή εκείνη. Πίσω απ’ το όνομα κρύβεται η κελτική ρίζα nant-, η οποία πρέπει να έδωσε λέξεις που είχαν τη σημασία «κοιλάδα», «ποταμός» ή «έλος». Λαμβανομένων υπόψη των γεωφυσικών χαρακτηριστικών της θέσης στην οποία χτίστηκε το Νανσύ, καμία από τις τρεις σημασίες δεν φαίνεται άστοχη.

Α. Το ανεξάρτητο Δουκάτο της Λωρραίνης

α. Ο Οίκος της Αλσατίας: Η ιστορία του Νανσύ συνδέεται με την ίδρυση του Δουκάτου της Λωρραίνης στα εδάφη της Άνω Λοθαριγγίας. Από το 1047 το Δουκάτο ανήκει στον Οίκο της Αλσατίας. Πιθανώς το 1061, ο δούκας Γεράρδος της Αλσατίας αποφασίζει να χτίσει ένα κάστρο ανάμεσα σε δύο έλη που σχημάτιζαν οι διακλαδώσεις του ποταμού Μερτ. Όπως είναι φυσικό, το κάστρο θα προσελκύσει πληθυσμό και θα δημιουργηθεί ένας οικισμός που θα αρχίσει να αναπτύσσεται αρκετά γρήγορα, ώστε να εξελιχθεί σε πόλη, έστω και σύμφωνα με τα κριτήρια της εποχής. Η ανάπτυξη αυτή καταδεικνύεται κι από το γεγονός ότι στο πρώτο μισό του 14ου αι. η πόλη οχυρώνεται περιμετρικά με τείχη.

Ο Οίκος τη Αλσατίας θα κρατήσει στα χέρια του τις τύχες της Λωρραίνης για τέσσερις αιώνες. Η δράση των δουκών θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως μάλλον διακριτική. Το κύριο μέλημά τους είναι να διασφαλίσουν τουλάχιστον την εδαφική ακεραιότητα του δουκάτου. Άλλωστε, δεν τους ανήκει καν ολόκληρη η Λωρραίνη: τα εδάφη των τριών επισκοπικών περιφερειών του Μες, της Τουλ και του Βερντέν είναι ανεξάρτητα και διοικούνται από τους εκάστοτε επισκόπους τους (το Μες βέβαια θα εξελιχθεί σχετικά γρήγορα σε εμπορική «δημοκρατία», στα πρότυπα άλλων πόλεων της Γερμανίας ή της Ιταλίας). Και στα βορειοανατολικά εκτείνονται τα εδάφη της πανίσχυρης Γερμανικής Αυτοκρατορίας (το 1218, στο πλαίσιο του πολέμου για τη διαδοχή της Καμπανίας, ο Φρειδερίκος Β΄ των Χοχενστάουφφεν πυρπολεί το Νανσύ). Έτσι, κατά το μεγαλύτερο διάστημα του Μεσαίωνα, οι Δούκες της Λωρραίνης είναι βασσάλοι των Γάλλων βασιλέων, τους οποίους και συνοδεύουν συνήθως στις πολεμικές εκστρατείες τους (συνήθως, αλλά όχι πάντα: στη Μάχη της Μπουβίν, το 1214, ο δούκας Θεοβάλδος Α΄ θα πολεμήσει δίπλα στον Γερμανό αυτοκράτορα Όθωνα Δ΄ εναντίον του Φιλίππου-Αυγούστου της Γαλλίας).

β. Από τον Οίκο του Ανζού στον Οίκο του Βωντεμόν: Το 1431 ο δούκας Κάρολος Β΄ ο Τολμηρός πεθαίνει χωρίς επιζώντες άρρενες απογόνους. Η μεγαλύτερη κόρη του, η Ισαβέλλα, είναι παντρεμένη από το 1420 με τον Ρενέ Α΄ του Ανζού. Το δουκάτο περνά στα χέρια του Οίκου του Ανζού, δηλαδή μιας από τις μεγαλύτερες δυνάμεις της εποχής. Ο Ρενέ εκτός από Δούκας της Λωρραίνης είναι επίσης δούκας του Ανζού και του Μπαρ, κόμης της Προβηγκίας και βασιλιάς της Νάπολης και της Κάτω Ιταλίας, καθώς και τιτουλάριος βασιλιάς της Σικελίας, της Ιερουσαλήμ και της Ουγγαρίας (ουγγρικής μάλλον προέλευσης, ο περίφημος διπλός Σταυρός της Λωρραίνης είναι κληρονομιά ακριβώς της περιόδου της ανδεγαυικής κυριαρχίας: οι Ανδεγαυοί πρέπει να τον υιοθέτησαν ως σύμβολό τους στο διάστημα που βασίλευαν και στην Ουγγαρία)! Για πρώτη φορά η Λωρραίνη διοικείται από έναν ηγεμόνα που δεν εδρεύει στο Νανσύ και για τον οποίο τα εδάφη του στην Ανατολική Γαλλία δεν είναι παρά ένα μικρό τμήμα των συνολικών κτήσεών του. Το γεγονός προκαλεί αντιδράσεις: η διαδοχή αμφισβητείται από τον Αντώνιο του Βωντεμόν, ο οποίος δεν είναι απλώς ο σημαντικότερος βασσάλος των δουκών, αλλά κι ο στενότερος άρρην συγγενής του αποθανόντος δουκός Καρόλου. Η διαμάχη θα ξεπεραστεί μ’ ένα συμβιβασμό. Η Γιολάντα, κόρη του Ρενέ και της Ισαβέλλας θα παντρευτεί τον Φρειδερίκο, γιο του κόμη του Βωντεμόν. Με την εύνοια συγκυριών, ο γάμος αυτός θα προετοιμάσει τη μεταβίβαση του θρόνου της Λωρραίνης στον Οίκο του Βωντεμόν και, κατά κάποιο τρόπο, την επιστροφή του στους απογόνους των αρχικών κυρίαρχων του δουκάτου. Συγκεκριμένα: το 1453 ο Ρενέ θα παραιτηθεί από τον δουκικό θρόνο υπέρ του γιου του, ο οποίος θα διοικήσει τη Λωρραίνη ως Ιωάννης Β΄ μέχρι το θάνατό του, το 1470. Θα τον διαδεχτεί ο γιος του, ο Νικόλαος Α΄, ο οποίος, όμως πεθαίνει νεότατος και ανύπαντρος το 1473 (ψιθυριζόταν ότι είχε δηλητηριαστεί κατόπιν διαταγών του Γάλλου βασιλιά). Έτσι, ως στενότερος άρρην συγγενής κατέλαβε τον θρόνο ο γιος της Γιολάντας και του Φρειδερίκου του Βωντεμόν, ο Ρενέ Β΄. Ο νεαρός δούκας είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής και νεαρής του ηλικίας στην αυλή του συνονόματου παππού του (ο Ρενέ Α΄ έζησε μέχρι το 1480) στο Ανζού και στην Προβηγκία. Επρόκειτο όμως να έρθει αντιμέτωπος με τον μεγαλύτερο κίνδυνο που είχε απειλήσει μέχρι τότε τη Λωρραίνη.

Οι Δούκες της Βουργουνδίας κυριαρχούν σε μια εκτεταμένη επικράτεια από την κοιλάδα του Ροδανού μέχρι τη Βόρεια Θάλασσα. [Κάποια στιγμή θα πρέπει να ασχοληθούμε ειδικά μ’ αυτόν τον ελάσσονα κλάδο των Βαλουά που παραλίγο να χτίσει μια πραγματική αυτοκρατορία και που, σε κάθε περίπτωση, συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία της μεγαλύτερης ίσως αυτοκρατορίας που γνώρισε η Ευρώπη, αυτής των Αψβούργων του 16ου αι.] Μια μόνο ανορθογραφία σκιάζει τη δόξα τους: ανάμεσα στα εδάφη τους στη Βουργουνδία και στις κτήσεις τους στη Φλάνδρα παρεμβάλλεται το ενοχλητικό Δουκάτο της Λωρραίνης. Τολμηρός, παράτολμος ή ριψοκίνδυνος (Téméraire) για τους φίλους του, τρομερός για τους εχθρούς του, ο δούκας Κάρολος βάζει στόχο να εξαφανίσει το πρόβλημα. Οχυρώνει θέσεις εντός της επικράτειας της Λωρραίνης και τον Νοέμβριο του 1475 καταλαμβάνει το Νανσύ. Εξόριστος πλέον, ο Ρενέ συμμαχεί με τους Ελβετούς για να αντιμετωπίσει τον Κάρολο. Η συμμαχία αποφέρει καρπούς: στις δύο μάχες που θα δοθούν σε ελβετικό έδαφος το 1476 (Γκρανσόν και Μορά/ Μύρτεν), ο στρατός του Βουργουνδού θα συντριβεί και το πυροβολικό του θα καταστραφεί ολοσχερώς. Ο Ρενέ μπορεί να επιστρέψει στην πρωτεύουσά του και να την οχυρώσει, γιατί βέβαια ο Κάρολος είναι σκληρό καρύδι και δεν πρόκειται να παραδεχτεί τόσο εύκολα την ήττα του. Πράγματι, τον Οκτώβριο του 1476 ο Κάρολος εμφανίζεται ξανά κάτω από τα τείχη του Νανσύ μ’ ένα στράτευμα που έχει συγκεντρώσει βιαστικά. Ο Βουργουνδός δεν ακούει τους επιτελείς του που φοβούνται τη μεγάλη αριθμητική υπεροχή των αντιπάλων και τον συμβουλεύουν να οπισθοχωρήσει στα εδάφη του στο Λουξεμβούργο για να αναδιοργανώσει το στρατό του. Στην αποφασιστικής σημασίας μάχη που δίνεται στις 5 Ιανουαρίου 1477 νότια της πόλης οι δυνάμεις του Ρενέ και οι Ελβετοί συντρίβουν τον στρατό του Καρόλου ο οποίος βρίσκει τον θάνατο. Το πτώμα του θ’ ανακαλυφτεί δύο μέρες μετά σ’ έναν παγωμένο βάλτο, με το πρόσωπο μισοφαγωμένο από τους λύκους. Θα το μεταφέρουν στο Νανσύ και θα καλέσουν τον προσωπικό γιατρό του, ο οποίος θα αναγνωρίσει το άψυχο σώμα του κυρίου του από τα μακριά του νύχια και τις ουλές που είχαν αφήσει προηγούμενες μάχες.

Μετά τη νίκη επί των Βουργουνδών, η ηγεμονία του Ρενέ (μέχρι το 1508) και του γιου του, του Αντώνιου (1508-1544), σηματοδοτούν μια εποχή μεγάλης ακμής για τη Λωρραίνη και το Νανσύ. Επί Ρενέ αρχίζει η ανέγερση των νέων δουκικών ανακτόρων (που θα ολοκληρωθούν από τον Αντώνιο), ενώ ο ίδιος παραγγέλλει (εκπληρώνοντας τάμα του) την κατασκευή της μονής και της εκκλησίας των Φραγκισκανών στα βόρεια του ανακτόρου.

γ. Μεταξύ Γαλλίας και Αψβούργων: Στη συνέχεια, η τύχη της Λωρραίνης καθορίζεται από την επιλογή συμμαχιών. Μεταξύ των δύο μεγάλων δυνάμεων, της Γαλλίας και της αυτοκρατορίας των Αψβούργων, οι δούκες της Λωρραίνης θα οδηγηθούν τελικά στην αγκαλιά των δεύτερων, ίσως γιατί ο ισχυρός που βρίσκεται πιο κοντά τρομάζει και περισσότερο. Η επιλογή του δούκα Καρόλου Δ΄, ο οποίος ανέρχεται στην εξουσία το 1625, να συνταχθεί ανοιχτά με τους Αψβούργους, ρίχνει τη Λωρραίνη στη δίνη του Τριακονταετούς Πολέμου. Τα πράγματα περιπλέκονται περισσότερο όταν ο Κάρολος έρχεται σε ανοιχτή ρήξη με τον Γάλλο βασιλιά Λουδοβίκο ΙΓ΄ και τον πανίσχυρο καρδινάλιο Ρισελιέ, υποστηρίζοντας τον Γκαστόν της Ορλεάνης, αδελφό του Λουδοβίκου. Οι Γάλλοι καταλαμβάνουν τη Λωρραίνη. Έπειτα τη λεηλατούν οι προτεστάντες Σουηδοί του βασιλιά Γουσταύου-Αδόλφου, για να ξανάρθει η σειρά των Γάλλων. Με τις Συνθήκες της Βεστφαλίας η Γαλλία αποκτά οριστικά τα εδάφη των τριών επισκοπικών περιφερειών της Λωρραίνης, ενώ κατέχει στρατιωτικά τα εδάφη του δουκάτου. Οι δούκες της Λωρραίνης ζουν εξόριστοι μέχρι το 1697, όταν ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ τους επιτρέπει να επιστρέψουν στο Νανσύ.

Φαίνεται παράδοξο, αλλά η Λωρραίνη στην οποία επιστρέφει ο δούκας Λεοπόλδος Α΄ ο Καλός, μολονότι έχει ουσιαστικά καταστεί γαλλικό προτεκτοράτο, βρίσκεται σε πλήρη οικονομική ακμή: ορυχεία, αλυκές, χαρτοποιία, υαλουργία, πορσελάνες και εμπόριο εν γένει αποτελούν τις πηγές πλούτου του Νανσύ. Βοηθούν και η κατά τα φαινόμενα εξομάλυνση των σχέσεων με τη Γαλλία κι η ελπίδα ότι ένας δυναστικός γάμος μεταξύ των οίκων της Γαλλίας και της Λωρραίνης θα μπορούσε να διασφαλίσει την ανεξαρτησία της δεύτερης. Ιδιωτικά μέγαρα χτίζονται στη νέα πόλη του Νανσύ, αδιάψευστη απόδειξη της ευμάρειας ευγενών και αστών. Αρχίζει η ανέγερση του μεγάλου ναού που πρόκειται να γίνει ο καθεδρικός της πόλης. Ο ίδιος ο δούκας συμβάλλει στην ανοικοδόμηση, παρότι, ακολουθώντας την τάση της εποχής που θέλει τους μονάρχες να κατοικούν εκτός της πρωτεύουσάς τους, μεταφέρει την αυλή του στη Λυνεβίλλ. Η πνευματική ζωή γνωρίζει άνθηση χάρη και στο Πανεπιστήμιο των Ιησουιτών στο γειτονικό Ποντ α Μουσσόν.

Όταν το 1729 πεθαίνει ο Λεοπόλδος, ο διάδοχος βρίσκεται για σπουδές στη Βιέννη, στην αυλή των φίλων και προστατών Αψβούργων. Ο Φραγκίσκος Γ΄ ήταν ο τρίτος γιος του Λεοπόλδου, αλλά οι δύο μεγαλύτεροι αδελφοί του είχαν πεθάνει από ευλογιά. Ο νεαρός δούκας επιστρέφει στο Νανσύ με μισή καρδιά. Ήδη ο αυτοκράτορας Κάρολος Στ΄ έχει εκδηλώσει την επιθυμία του να παντρέψει τον Φραγκίσκο με την κόρη του και μέλλουσα αυτοκράτειρα, τη Μαρία-Θηρεσία. Ο νεαρός περνά δύο χρόνια στο Νανσύ κι έπειτα επιστρέφει στη Βιέννη και στην εκλεκτή της καρδιάς του. Την ίδια ώρα η προοπτική του αυτοκρατορικού γάμου έχει θορυβήσει τη γαλλική αυλή. Ένας δούκας της Λωρραίνης που θα γίνει και αυτοκράτορας είναι ό,τι χειρότερο για τα σχέδια της Γαλλίας η οποία έχει σχεδόν προσαρτήσει τη Λωρραίνη. Αρχίζει ένα διπλωματικό παιχνίδι με απρόβλεπτες συνέπειες. Ο γαλλικός θρόνος θα δεχτεί τον γάμο μόνο υπό τον όρο ότι ο Φραγκίσκος θα εγκαταλείψει το Δουκάτο της Λωρραίνης. Πράγματι, ο Φραγκίσκος θα παντρευτεί τη Μαρία-Θηρεσία το 1736 και θα αφήσει το 1737 τα πατρογονικά εδάφη στους Γάλλους με αντάλλαγμα την Τοσκάνη (η συμφωνία θα επικυρωθεί το 1738 με τη Συνθήκη της Βιέννης). Κι ενώ ο μέχρι τότε δούκας θα πορευτεί προς την αυτοκρατορική μοίρα του, ο Γάλλος βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΕ΄ θα θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό του για μια ομαλή προσάρτηση της Λωρραίνης. Έφτασε η ώρα να περάσει στο προσκήνιο ο καλός βασιλιάς Στανισλάς.

Β. Στα χρόνια του καλού βασιλιά Στανισλάς

Γόνος μιας από τις επιφανέστερες οικογένειες της πολωνικής αριστοκρατίας, ο Στανισλάος Λεστσύνσκι εκλέγεται βασιλιάς της Πολωνίας το 1704, σε ηλικία 24 ετών, ουσιαστικά χάρη στην υποστήριξη του Σουηδού βασιλέα Κάρολου ΙΒ΄. Η εποχή είναι πολύ δύσκολη για την πάλαι ποτέ πολωνική υπερδύναμη. Περικυκλωμένη από τις μεγάλες ή ανερχόμενες δυνάμεις της εποχής (Ρωσία, Πρωσία, Αυστρία, Σουηδία), η Πολωνία διάγει τα τελευταία χρόνια της ανεξάρτητης ύπαρξής της. Μετά τη συντριβή του προστάτη του, του Καρόλου, στη μάχη της Πολτάβας (1709), ο Στανισλάος εκθρονίζεται. Ενώ έχει περάσει 15 χρόνια στην εξορία (Βεσαραβία, Ρηνανία-Παλατινάτο, Αλσατία), συναντά απρόσμενα τη μεγάλη ευκαιρία. Από το 1715 και τον θάνατο του προπάππου του, του «Βασιλιά-Ήλιου», μονάρχης της Γαλλίας είναι ο ανήλικος Λουδοβίκος ΙΕ΄ (γενν. το 1710). Ο θείος του και αντιβασιλέας Φίλιππος της Ορλεάνης έχει κανονίσει τον γάμο του Λουδοβίκου με την ινφάντα της Ισπανίας. Όταν το 1723 πεθαίνει ο αντιβασιλέας, η μέλλουσα νύφη είναι μόλις 6 ετών. Ο νέος πρωθυπουργός, ο Λουδοβίκος-Φίλιππος των Βουρβώνων, δεν καλοβλέπει αυτή την προοπτική. Ο νεαρός Λουδοβίκος είναι ένας φιλάσθενος έφηβος. Οι περισσότεροι δεν πιστεύουν ότι θα ζήσει αρκετά ώστε να ενηλικιωθεί. Αν, όμως, ο βασιλιάς πεθάνει πρόωρα, τότε θα τον διαδεχτεί ο δούκας της Ορλεάνης, γιος του νεκρού αντιβασιλέα και μεγάλος αντίπαλος του νυν πρωθυπουργού. Επομένως, πρέπει να βρεθεί γρήγορα μια νύφη για τον Λουδοβίκο: όχι πολύ μεγαλύτερή του, αλλά οπωσδήποτε σε αναπαραγωγική ηλικία και βεβαίως καθολική. Μόνο μια πριγκίπισσα πληροί τις προδιαγραφές αυτές: η κόρη του Στανισλάου Μαρία, την οποία και θα νυμφευθεί ο Λουδοβίκος τον Δεκαπενταύγουστο του 1725, στον Καθεδρικό του Στρασβούργου. Από εξόριστος μονάρχης, ο Στανισλάος προάγεται σε βασιλικό πεθερό. Πιστεύοντας ότι η γαλλική βοήθεια θα αποδειχτεί αρκετή, ο Στανισλάος επιχειρεί να ανακτήσει τον πολωνικό θρόνο: τον Σεπτέμβριο του 1734 επιστρέφει στη Βαρσοβία όπου η Πολωνική Δίαιτα τον επανεκλέγει βασιλέα. Μόνο που η ρωσική αντίδραση είναι άμεση και αποτελεσματική. Μέσα σε λίγες ημέρες ο Στανισλάος εκδιώκεται από την πρωτεύουσά του και καταφεύγει στο Γκντανσκ. Η Γαλλία κρίνει ότι ένας πόλεμος με τους Ρώσους δεν είναι ό,τι το καλύτερο και περιορίζεται να βοηθήσει συμβολικά μόνο τον Στανισλάο. Η επιχείρηση αποτυγχάνει παταγωδώς. Ο Λουδοβίκος, πάντως, δεν ξεχνά τον πεθερό του. Έτσι, το 1737 κι ενώ ο Φραγκίσκος εγκαταλείπει το Νανσύ, ο Λουδοβίκος διορίζει τον Στανισλάο ως ισόβιο δούκα της Λωρραίνης και του Μπαρ. Με τον θάνατο του Πολωνού, η Λωρραίνη θα καταστεί και τυπικά γαλλικό έδαφος.

Είναι βέβαιο ότι ο Λουδοβίκος πιστεύει πως η «μεσοβασιλεία» του εξηντάχρονου πεθερού του δεν πρόκειται να κρατήσει και πολύ. Γερό σκαρί, ο Πολωνός θα διαψεύσει τις προβλέψεις και θα διοικήσει τη Λωρραίνη για σχεδόν τριάντα χρόνια, μέχρι τον θάνατό του το 1766. Βέβαια, η λέξη «διοικήσει» δεν είναι απολύτως ακριβής: στην πράξη, ο Στανισλάος δεν έχει όλες τις εξουσίες στα χέρια του, μια και η Γαλλία έχει στείλει ως κυβερνήτη της Λωρραίνης τον Ιππότη της Γκαλαιζιέρ με αποστολή να προετοιμάσει το ταχύτερο δυνατό τη μετάβαση του δουκάτου σε καθεστώς γαλλικής κυριαρχίας. Παρόλα αυτά, ο Στανισλάος θα κάνει ό,τι μπορεί για να γίνει αγαπητός στους υπηκόους του και για να διασφαλίσει την υστεροφημία του. Αφήνει κληρονομιά το μνημειακό έργο της πλατείας που θα πάρει (πολύ αργότερα) το όνομά του, θεσπίζει την παροχή δωρεάν εκπαίδευσης στους κατοίκους της Λωρραίνης, ιδρύει τη Βασιλική Βιβλιοθήκη και τη Βασιλική Ακαδημία του Νανσύ, καθιερώνει ένα στοιχειώδες σύστημα πρωτοβάθμιας ιατρικής περίθαλψης. Με δύο λόγια, ένας αληθινός φωτισμένος μονάρχης, ο οποίος φιλοξενεί στα ανάκτορα της Λυνεβίλλ όλες τις μεγάλες μορφές του Διαφωτισμού, από τον Βολταίρο ως τον Μοντεσκιέ.

Γ. Υπό γαλλική κυριαρχία

Με τον θάνατο του Στανισλάου το 1766 (σε ηλικία 89 ετών και μάλιστα όχι εξαιτίας κάποιας ασθένειας αλλά λόγω των εγκαυμάτων που υπέστη πέφτοντας στο τζάκι του υπνοδωματίου του στα ανάκτορα της Λυνεβίλλ), η Λωρραίνη και το Νανσύ περνούν οριστικά στη Γαλλία. Τα χρόνια περνούν, κι αν κάποια επανάσταση άλλαξε ριζικά την πόλη αυτή δεν ήταν η Γαλλική, αλλά η Βιομηχανική. Τα ανθρακωρυχεία και η σιδηρουργία μεταβάλλουν τη φυσιογνωμία της πόλης. Το Νανσύ βγαίνει κατά κάποιο τρόπο κερδισμένο κι από την οδυνηρή ήττα της Γαλλίας στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο του 1870-71 και την απώλεια της Αλσατίας και του Μοζέλλα: στην πόλη συρρέουν όχι μόνον απλοί πρόσφυγες από τις χαμένες για τη Γαλλία περιοχές, αλλά κι ένα μεγάλο μέρος της επιχειρηματικής και πνευματικής ελίτ τους. Ο πληθυσμός της πόλης υπερδιπλασιάζεται: από 40.000 κατοίκους το 1850, η πόλη ξεπερνά τις 100.000 με την αυγή του 20ού αι. (ο αριθμός παραμένει μέχρι σήμερα σταθερός… για τον Δήμο του Νανσύ, μια και το ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα αριθμεί γύρω στις 300.000). Παράλληλα, η συνύπαρξη και η αλληλεπίδραση ανήσυχων επιχειρηματικών, πνευματικών και καλλιτεχνικών ελίτ έχει ως αποτέλεσμα την περίφημη Σχολή του Νανσύ, καθιστώντας την πόλη πραγματική πρωτεύουσα της Αρ Νουβώ. Ο πολυτάλαντος Εμίλ Γκαλλέ, ο επιπλοποιός και διακοσμητής Λουί Μαζορέλλ, οι υαλουργοί αδελφοί Ντάουμ κι ο αρχιτέκτονας Λυσιάν Βάισσενμπύργκερ είναι μερικά μόνο από τα ονόματα που πρωταγωνίστησαν στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής αυτής ομάδας.

Οι πόλεμοι θα περάσουν αφήνοντας τα σημάδια τους, αλλά το Νανσύ θα συνεχίσει στον ίδιο ρυθμό, αυτόν της βιομηχανικής πόλης… μέχρι να έρθει η ώρα της παρακμής των ορυχείων και της σιδηρουργίας κι ο επαπειλούμενος οικονομικός μαρασμός. Η πόλη θα αργήσει, αλλά θα αντιδράσει τελικά: αναπτύσσοντας τον τριτογενή τομέα, δίνοντας βάρος στα πανεπιστήμιά της και, φυσικότατα, στον τουρισμό το Νανσύ μπήκε στον νέο αιώνα με περισσότερη αισιοδοξία. Στο Νανσύ μπορεί να βρέχει συχνά, αλλά η εικόνα του δεν είναι γκρίζα!

ΙΙ. Σύντομη περιήγηση

Η υπέροχη Πλας Στανισλάς αποτελεί το κέντρο της πόλης, συνδέοντας την Παλαιά (στα βόρεια) και τη Νέα Πόλη (στα νότια) του Νανσύ. Στα δυτικά και μέχρι τον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης απλώνονται οι νεότερες συνοικίες της που οικοδομήθηκαν κατά τον 19ο αι. και στις αρχές του 20ού: εκεί βρίσκεται το εμπορικό κέντρο, αλλά και διάσπαρτα διάφορα διαμάντια της Αρ Νουβώ.

Α. Η Νέα Πόλη

Η κατ’ όνομα νέα πόλη άρχισε να οικοδομείται στα τέλη του 16ου αι., στα χρόνια του δούκα Καρόλου Γ΄. Μάρτυρας της ανάπτυξης που γνώρισε η πόλη από τα τέλη του 17ου αι., διαθέτει αρκετά δείγματα μπαρόκ αρχιτεκτονικής (όπως τα ιδιωτικά μέγαρα της Πλας ντ’ Αλλιάνς στο ανατολικό άκρο του ιστορικού κέντρου της πόλης), αλλά και νεοκλασσικά οικοδομήματα. Στη Νέα (ή κατ’ άλλους Βασιλική) Πόλη του Νανσύ βρίσκεται και ο ναός του Ευαγγελισμού της Παρθένου, ένα σχετικά λιτό, αλλά κομψό μπαρόκ οικοδόμημα του πρώτου μισού του 18ου αι. Ο ναός έγινε καθεδρικός το 1777 όταν το Νανσύ κατέστη επισκοπική έδρα (με τη μεταφορά της επισκοπής της Τουλ).

Β. Η Πλατεία Στανισλάς

Η Πλατεία Στανισλάς αποτελεί ένα αδιαμφισβήτητο αριστούργημα του μπαρόκ και του ροκοκό, το οποίο ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει πλέον σε όλη τη μεγαλοπρέπειά του (μετά την ανακαίνιση, ή μάλλον αναπαλαίωση, του 2005). Ο Στανισλάος αποφασίζει την κατασκευή της το 1751 θέλοντας να χαρίσει στην πρωτεύουσά του ένα μνημειώδες έργο το οποίο θα είναι αφιερωμένο στη δόξα του γαμπρού του, του Λουδοβίκου ΙΕ΄. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, ονομαζόταν αρχικά Βασιλική Πλατεία, για να πάρει τη σημερινή ονομασία της στα μέσα του 19ου αι. (όταν και τοποθετήθηκε στο μέσον της το άγαλμα του Στανισλάου στη θέση όπου βρισκόταν άγαλμα του Λουδοβίκου, το οποίο είχε φυσικά γκρεμιστεί στα χρόνια της Επανάστασης). Το έργο ολοκληρώθηκε το 1755, υπό την επίβλεψη του ντόπιου αρχιτέκτονα Εμμανυέλ Ερέ. Η πλατεία περιβάλλεται από κτίρια τα οποία είναι όμοια ως προς τα αρχιτεκτονικά και διακοσμητικά στοιχεία τους, αλλά διαφέρουν ως προς το μέγεθος και τον αριθμό των ορόφων (λέγεται ότι το μικρό ύψος των κτιρίων της βόρειας πλευράς οφείλεται τόσο σε λόγους προοπτικής, όσο και για να είναι δυνατή η χρήση πυροβολικού για την άμυνα της πόλης). Το Δημαρχείο του Νανσύ είναι το μεγαλύτερο κτίριο της πλατείας, καθώς καλύπτει ολόκληρη τη νότια πλευρά της. Στην πρόσοψή του μπορεί κανείς να διακρίνει τα εμβλήματα του Στανισλάου: τον ταύρο του οικόσημου των Λεστσύνσκι, τον αετό της Πολωνίας και τον ιππέα της Λιθουανίας. Μεταξύ των κτιρίων της ανατολικής πλευράς, το πρώην μέγαρο του Δημόσιου Ταμείου στεγάζει σήμερα την Όπερα του Νανσύ, ενώ στη δυτική πλευρά η Ιατρική Σχολή είναι εδώ και σχεδόν δύο αιώνες το Μουσείο Καλών Τεχνών της πόλης: πλούσια συλλογή ζωγράφων της Αναγέννησης (Περουτζίνο, Τιντορέτο, Ρούμπενς, Καραβάτζο), Γάλλοι ζωγράφοι του 19ου αι, (ανάμεσά τους η «Μάχη του Νανσύ» του Ντελακρουά), ιμπρεσιονιστές (ένας Μανέ) και έργα μοντέρνας τέχνης (ένας Πικάσο) καταλέγονται μεταξύ των εκθεμάτων του μουσείου. Το αξιοπερίεργο; Στη σκάλα που οδηγεί στον δεύτερο όροφο εκτίθεται συλλογή έργων του Φραντσέσκο Καζανόβα, αδελφού του γνωστού Βενετσιάνου γόη.

Στο βορειοδυτικό και στο βορειοανατολικό άκρο της πλατείας υπάρχουν δύο κρήνες με αγάλματα, του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης αντίστοιχα, που δεν διακοσμούν απλώς την πλατεία, αλλά και κρύβουν τις οχυρώσεις. Κι αμέσως μετά την πλατεία, στα βορειοδυτικά, υπάρχει μια αψίδα θριάμβου, απομίμηση αυτής του Σεπτίμιου Σεβήρου στη Ρώμη, την οποία ανήγειρε ο Στανισλάος για να υμνήσει τη δόξα του γαμπρού του (πάλι). Πέρα όμως από τα κτίρια, αυτό που ολοκληρώνει την ασύγκριτη ομορφιά της Πλατείας Στανισλάς είναι οι πύλες της με τα επίχρυσα κάγκελα, έργο του Ζαν Λαμούρ.

Γ. Η Παλαιά Πόλη

Στα βόρεια της Πλατείας Στανισλάς απλώνεται η Παλαιά Πόλη του Νανσύ. Ωστόσο ο επισκέπτης δεν αντιλαμβάνεται αμέσως την αλλαγή: η Πλατεία της Καρριέρ την οποία βλέπει πρώτη και την οποία χρησιμοποιούσαν στα χρόνια του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης ως χώρο ιππικών επιδείξεων και τουρνουά αναδιαμορφώθηκε πλήρως από τον Ερέ σύμφωνα με την αισθητική του μπαρόκ. Περιβάλλεται από ιδιωτικά μέγαρα του 18ου αι., ενώ στο βόρειο άκρο της δεσπόζει το κτίριο του Κυβερνείου. Το πραγματικό Νανσύ του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης αρχίζει λίγο βορειότερα. Στο νοτιοδυτικό άκρο σχεδόν της παλιάς πόλης, η Πλατεία Σαιν Επρ αποτελούσε την καρδιά της πόλης κατά τον Μεσαίωνα. Εκεί που βρισκόταν ένας ναός ρωμανικού ρυθμού, σήμερα υψώνεται η Βασιλική του Αγίου Εβέρου_(Saint Epvre), επισκόπου της Τουλ. Μην ξεγελαστείτε, πρόκειται για ένα νεογοτθικό κτίσμα της δεκαετίας του 1860. Προσωπικά βρίσκω το οικοδόμημα αρκετά συμπαθητικό, πολλοί όμως το θεωρούν αποτυχημένο συνδυασμό διαφόρων στοιχείων του γοτθικού ρυθμού, χωρίς την αρμονία και την ομορφιά των αυθεντικών μεσαιωνικών κτισμάτων. Σε κάθε περίπτωση, ο ναός χτίστηκε γρήγορα και, μάλλον πρόχειρα. Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα είναι φασκιωμένος με σκαλωσιές για τα απαραίτητα έργα συντήρησης και αναστύλωσης. Στα στενά δρομάκια βόρεια της Πλατείας Σαιν Επρ υπάρχουν εκλεκτά δείγματα της αρχιτεκτονικής του Ύστερου Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, όπως το μέγαρο του μαρισκάλδου της Λωρραίνης Ιωάννη της Ωσσονβίλλ.

Αν, πάντως, υπάρχει κάποιος δρόμος που μπορεί να δώσει μια ζωντανή εικόνα για το πώς ήταν το μεσαιωνικό Νανσύ, αυτός είναι η μακρόστενη Γκραντ Ρυ (αν φυσικά εξαιρέσουμε τα περίπου τριάντα εστιατόρια κάθε είδους και για κάθε βαλάντιο που υπάρχουν στην αριστερά πλευρά του δρόμου). Στον αριθμό 30, βρίσκεται το σπίτι όπου μετέφεραν το πτώμα του Καρόλου της Βουργουνδίας μετά τη Μάχη του Νανσύ το 1477. Μια πλάκα υπενθυμίζει το γεγονός. Ανηφορίζοντας, συναντάμε τα ανάκτορα των Δουκών της Λωρραίνης, όπου συνδυάζονται στοιχεία ύστερου γοτθικού και αναγεννησιακού ρυθμού (λογικό αν θυμηθούμε ότι το ανάκτορο οικοδομήθηκε από τον Ρενέ Β΄ και τον Αντώνιο στα τέλη του 15ου και στις αρχές του 16ου αι.). Αμέσως μετά τα ανάκτορα υπάρχει η Μονή και η Εκκλησία των Φραγκισκανών (αφιερωμένη φυσικά στον Άγιο Φραγκίσκο της Ασσίζης), χτισμένες κατόπιν παραγγελίας του δούκα Ρενέ Β΄. Δείγμα των δεσμών μεταξύ Νανσύ και Αψβούργων, η εκκλησία μέχρι το 1918 δεν ήταν τυπικά γαλλικό έδαφος, αλλά ανήκε στην Αυστρία! Κι αξίζει να σημειωθεί ότι ο καλός κύριος Όττο φον Χάμπσμπουργκ (τα χρόνια του νάχουμε!), ως απόγονος του οίκου παντρεύτηκε το 1951 σ’ αυτήν την εκκλησία (βέβαια, μια και κατά το γαλλικό δίκαιο μόνον ο πολιτικός γάμος είναι έγκυρος, είχε περάσει πρώτα κι από το δημαρχείο του Νανσύ)! Σήμερα τα ανάκτορα, η μονή και η εκκλησία στεγάζουν το Μουσείο Ιστορίας της Λωρραίνης. Μεταξύ των συλλογών του παλατιού, το απόλυτο μαστ είναι η σχεδόν πλήρης σειρά χαλκογραφιών του χαράκτη Ζακ Καλλό με τίτλο «Οι Δυστυχίες του Πολέμου» (εν προκειμένω, του Τριακονταετούς). Στην Εκκλησία των Φραγκισκανών βρίσκονται οι τάφοι των δουκών (π.χ. του Ρενέ Β΄). Αξιοσημείωτο το εντυπωσιακού ρεαλισμού επιτύμβιο ανάγλυφο της συζύγου του Ρενέ, της Φιλίππης του Γκέλντρε (ολλ. Χέλρε).

Στο τέλος της Γκραντ Ρυ υψώνεται η εντυπωσιακή Πύλη της Κραφφ, που είναι σχεδόν ό,τι έχει απομείνει από τις μεσαιωνικές οχυρώσεις και τα τείχη του Νανσύ. Η πύλη κατασκευάστηκε τον 14ο αι., αλλά οι πύργοι της είναι νεότεροι, μια και προστέθηκαν κατά το πρώτο μισό του επόμενου αιώνα.

Μεσαιωνικό, αναγεννησιακό, μπαρόκ, νεοκλασσικό η αρ νουβώ, το ιστορικό κέντρο του Νανσύ διαθέτει μνημεία και αξιοθέατα για όλες τις προτιμήσεις, καταρρίπτοντας τις όποιες φήμες περί μουντής πόλης ή «φτωχού συγγενή». Κι αν όλα αυτά σας είναι αδιάφορα, το Νανσύ είναι η πόλη όπου έδρασε ο περίφημος (ή περιβόητος, c’est selon) Δρ Εμίλ Κουέ (στην πραγματικότητα, απλώς φαρμακοποιός) με τη μέθοδό του της αυθυποβολής, όπως επίσης και η πόλη στην ποδοσφαιρική ομάδα της οποίας έκανε τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα ο Μισέλ Πλατινί.  Και για να κλείσω το κείμενο με τις δικές μου προτιμήσεις, το Νανσύ είναι η πόλη όπου δίδαξε ένας από τους σπουδαιότερους ιστορικούς που ασχολήθηκαν με την ελληνιστική περίοδο, ο Εντουάρ Βιλλ.


Αρέσει σε %d bloggers: