Posts Tagged ‘Στρασβούργο’

Περιηγήσεις στην Αλσατία: Κολμάρ

17 Νοεμβρίου, 2009
 
 
478
Colmar – La Petite Venise

Την Αλσατία την ερωτεύτηκα τα χρόνια που ζούσα στο Στρασβούργο. Πέρα από τα φυσικά τοπία της (τα Βόσγια, τις πεδιάδες, τα δάση που φαντάζουν ακόμη πιο όμορφα σε έναν άνθρωπο της Μεσογείου), το πιο εντυπωσιακό ήταν οι πόλεις και τα χωριά της που στα κτίριά τους έφεραν ανάγλυφη την ιστορία αιώνων. Μαζί και η εξαίρετη κουζίνα της, ακόμη και για κάποιον που δεν εκτιμά ιδιαίτερα τις «εμβληματικές» σπεσιαλιτέ της περιοχής, όπως το σουκρούτ, το μπαικόφφ ή το ζαμποννώ, και τα δροσερά κρασιά της από το ρίσλινγκ ως το πινό νουάρ. Η Αλσατία μπορεί να μην είναι ακριβώς Γαλλία (αν και, πέντε χρόνια στο Στρασβούργο, όπου μεγάλο τμήμα του πληθυσμού δεν είναι αλσατικής καταγωγής, ποτέ δεν ένιωσα να ζω κάπου αλλού εκτός από τη Γαλλία. Σπανιότατα άκουγα αλσατικά στο δρόμο και, σχεδόν πάντα, από ανθρώπους μεγάλης ηλικίας. Πολλές φορές, μόνο το ντεκόρ έμοιαζε ακαθόριστα γερμανικό), δεν είναι πάντως και Γερμανία. Έχει τη δική της ταυτότητα: τόσο στους Γάλλους όσο και στους Γερμανούς χαρίζει ένα οικείο περιβάλλον με συγκρατημένες δόσεις εξωτισμού. Οι Γάλλοι, χωρίς να περάσουν σύνορα και χωρίς να χρειάζεται να μιλήσουν μια ξένη γλώσσα, βρίσκονται σε ένα διαφορετικό τόπο που τους προσφέρει μερικά από τα ωραιότερα δείγματα της μεσαιωνικής και αναγεννησιακής γερμανικής αρχιτεκτονικής. Οι Γερμανοί περνούν σύνορα, αλλά έχουν τη δυνατότητα να συνεννοηθούν στη γλώσσα τους και να περιπλανηθούν σε γνώριμο χώρο, συναντώντας όμως την τυπικά γαλλική νοοτροπία ευζωΐας, και, κυρίως, να ξαναβρούν ένα αστικό τοπίο που στη χώρα τους καταστράφηκε για πάντα από τις βόμβες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και οι μεν και οι δε θα βρεθούν σε πόλεις και χωριά που άνετα θα μπορούσαν να αποτελέσουν το σκηνικό για παραμύθια των αδελφών Γκριμμ. Ειδικά για το Στρασβούργο θα μπορούσα να γράψω χιλιάδες κείμενα και πάλι θα είχα τη βεβαιότητα ότι δεν θα κατάφερνα να εκφράσω εύστοχα αυτά που νιώθω μέσα μου. Θα πρέπει νάταν τα φθινοπωρικά βράδια όταν πλησιάζοντας τις όχθες του Ιλλ αντίκριζες τη σιλουέτα του καθεδρικού να προβάλλει μέσα από την ομίχλη. Ή, ίσως, η γλυκιά ραθυμία των καλοκαιρινών απομεσήμερων στα καφέ της Μαρσέ Γκαγιώ ή οι περίπατοι στα κανάλια της Πετίτ Φρανς, εκεί που ο χρόνος πρέπει να σταμάτησε στις αρχές του 17ου αιώνα. Σίγουρα, ήταν η απερίγραπτη ομορφιά του καθεδρικού, αυτού του διαμαντιού της τέχνης που κατά σύμβαση αποκαλούμε «γοτθική».

 

Αφού λοιπόν δεν ταχθήκαμε για τα μεγάλα, ας στραφούμε σε ένα στόχο πιο βατό, αλλά διόλου αμελητέο, τη δεύτερη σε ιστορική σπουδαιότητα πόλη της Αλσατίας, το Κολμάρ.

470
Maison des Têtes

Κολμάρ: Με λίγο περισσότερους από 65.οοο κατοίκους, το Κολμάρ είναι η πρωτεύουσα του γαλλικού νομού του Άνω Ρήνου («Άνω» σύμφωνα με τον ρου του ποταμού, μια και η νότια Αλσατία είναι πιο κοντά στις πηγές του), μολονότι δεν έχει ούτε τον μισό πληθυσμό της Μυλούζ, και για ιστορικούς λόγους έδρα του εφετείου της περιφέρειας της Αλσατίας, μολονότι το Στρασβούργο έχει σχεδόν οχταπλάσιο πληθυσμό. Η πόλη είναι απίστευτα γραφική: το ιστορικό της κέντρο είναι πιο «μαζεμένο» από το αντίστοιχο του Στρασβούργου και μπορεί να το γυρίσει κανείς άνετα με τα πόδια, δεν είναι όμως και μικρό. Διαθέτει μέγαρα του 16ου, του 17ου και του 18ου αιώνα, όπως το εξαίσιο αναγεννησιακό αρχιτεκτόνημα του Maison des Têtes (χτισμένο το 1609 για λογαριασμό του εμπόρου Άντον Μπύργκερ) ή το αρχοντικό Πφίστερ, ίσως το χαρακτηριστικότερο δείγμα αλσατικού μεγάρου (το έχτισε το 1537 ο έμπορος Λουδοβίκος Σέρερ από τη Μπεζανσόν, το σημερινό όνομα οφείλεται σε κάποιον από τους ιδιοκτήτες του σπιτιού κατά τον 19ο αιώνα). Αμέτρητα αλσατικά maisons à colombages (δηλαδή σπίτια με σκελετό από ξύλινα δοκάρια, τα οποία είναι εξωτερικώς ορατά). Σημαντικές γοτθικές εκκλησίες, όπως ο Άγιος Μαρτίνος ή η λιτή εκκλησία των Δομηνικανών. Κάμποσα μπαρόκ οικοδομήματα από τα χρόνια της γαλλικής κυριαρχίας στην Αλσατία και, γύρω από το ιστορικό κέντρο, πολλά δημόσια κτίρια, περισσότερο ή λιγότερο μνημειακού χαρακτήρα, που οφείλονται στους Γερμανούς, μια και χτίστηκαν στο διάστημα 1871-1918, όταν η Αλσατία αποτελούσε τμήμα του γερμανικού Ράιχ. Υπάρχει ακόμη η «Μικρή Βενετία», η οποία θα φανεί απίστευτα μικρή σε όποιον έχει επισκεφτεί τις πολυάριθμες «Βενετίες» του ευρωπαϊκού Βορρά από τη Μπρυζ και το Άμστερνταμ ως τη Στοκχόλμη, δεν παύει, όμως, να είναι αληθινά όμορφη. Και φυσικά πολλά, πάρα πολλά γλυπτά του διασημότερου τέκνου του Κολμάρ, του Αυγούστου Μπαρτολντί, δημιουργού, μεταξύ άλλων, του Αγάλματος της Ελευθερίας στη Νέα Υόρκη. Τέλος, η πόλη διαθέτει ένα από τα σημαντικότερα επαρχιακά μουσεία της Γαλλίας: το Μουσείο Ουντερλίντεν στεγάζεται σε ένα μεσαιωνικό κοινόβιο γυναικών μοναχών που εντάχθηκαν στο τάγμα των Δομηνικανών και ανάμεσα στα εκθέματά του καταλέγονται αρκετοί θησαυροί της μεσαιωνικής και αναγεννησιακής τέχνης της περιοχής του Ρήνου, μεταξύ των οποίων έργα των Μάρτιν Σονγκάουερ, Γιοστ Χάλλερ, Χανς Χόλμπαϊν, Λούκας Κράναχ και Άλμπρεχτ Ντύρερ. Το κύριο έκθεμα του, όμως, είναι το απόλυτο αριστούργημα του ύστερου αλσατικού Μεσαίωνα, το πολύπτυχο του Ίσσενχάιμ, έργο του Ματίας Γκρύνεβαλντ, ενός ζωγράφου για τη ζωή του οποίου αγνοούμε σχεδόν τα πάντα.

IsenheimerAltar

 Λίγη ιστορία: Το Κολμάρ αναφέρεται για πρώτη φορά (με το λατινικό όνομά του Columbarium, σαν να λέμε δηλαδή περιστερώνας) το 832 σε μια δωρεά του Λουδοβίκου, γιου και διαδόχου του Καρλομάγνου. Πρόκειται, συνεπώς, για βασιλική ιδιοκτησία, αλλά δεν ξέρουμε αν ανάγεται στους Μεροβίγγειους Φράγκους βασιλείς ή στα χρόνια του Καρλομάγνου. Η ύπαρξη του βασιλικού κτήματος θα αποτελέσει την αιτία της δημιουργίας οικισμού ο οποίος αναπτύσσεται σταδιακά κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Γύρω στα 1220, ο Γερμανός αυτοκράτορας και βασιλιάς της Σικελίας Φρειδερίκος ο Β΄, του οίκου των Χοχενστάουφεν, θα αναγνωρίσει το Κολμάρ ως ελεύθερη αυτοκρατορική πόλη. Η πόλη οργανώνεται ως αστική ολιγαρχία και γνωρίζει οικονομική ακμή, κυρίως χάρη στο εμπόριο κρασιού. Αντιθέτως προς τα ρωμαϊκά ή τα νεότερα χρόνια, ο Ρήνος κατά τον Μεσαίωνα είναι ένας εμπορικός δρόμος που ενώνει τους λαούς. Η Αλσατία έχει την τύχη να βρίσκεται ακριβώς πάνω στην οδό που συνδέει την Ιταλία με τη Γερμανία, τη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες. Μια απόφαση που εξέδωσε το 1278 στη Βιέννη ο Ροδόλφος των Αψβούργων καταγράφει – με αρκετά ακατάστατο τρόπο – τα διοικητικά και φορολογικά προνόμια της πόλης, τον τρόπο διακυβέρνησής της και τις διατάξεις αστικού και ποινικού δικαίου που ισχύουν στην πόλη και στα εδάφη που κατέχει. Το Κολμάρ διοικείται από συμβούλιο αστών, οι οποίοι απολαύουν διαφόρων προνομίων, όπως της δυνατότητας να κατέχουν φέουδα. Στην προσπάθειά τους να διασφαλίσουν την αυτονομία τους έναντι των διαφόρων φεουδαρχών της περιοχής, αλλά και της μεγάλης τοπικής δύναμης, δηλαδή του Στρασβούργου, δέκα αλσατικές πόλεις (Κολμάρ, Αγκνώ, Βισσεμπούρ, Ροσάιμ, Ομπερναί, Σελεστά, Κάυζερσμπεργκ, Μύνστερ, Τυρκάιμ και Μυλούζ) ιδρύουν το 1354 την αλσατική Δεκάπολη, χαλαρή ομοσπονδία που μας θυμίζει κάπως τις συμπολιτείες των ελληνιστικών χρόνων. Η ένωση εγκρίνεται από τον Γερμανό Αυτοκράτορα Κάρολο τον Δ΄, ο οποίος αναγνωρίζεται ως επικυρίαρχος των πόλεων και ορίζει ως τοποτηρητή του έναν μεγάλο βαΐλο (Landvogt) με έδρα το Αγκνώ. Το Κολμάρ γνωρίζει οικονομική ανάπτυξη και πολιτική ακμή μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα. Αντίθετα με το Στρασβούργο, που γρήγορα θα γίνει προτεσταντικό, το Κολμάρ δεν θα δεχθεί το προτεσταντικό δόγμα παρά μόνο το 1575 και με πολλούς δισταγμούς και επιφυλάξεις.
Ο Τριακονταετής Πόλεμος, πέρα από τις απερίγραπτες καταστροφές που θα προξενήσει, θα αποτελέσει το οριστικό τέλος της αυτόνομης Αλσατίας. Με τις συνθήκες της Βεστφαλίας (μνημείο διπλωματικής ασάφειας) το 1648 το Κολμάρ και τα υπόλοιπα μέλη της Δεκαπόλεως θα παραμείνουν τυπικά «πόλεις της αυτοκρατορίας», πλην όμως το μεγαλύτερο τμήμα της Αλσατίας και μαζί η θέση του μεγάλου βαΐλου της θα περιέλθουν στον Γάλλο βασιλέα. Το Κολμάρ θα παλέψει με κάθε μέσο να περισώσει την αυτονομία του, μάταια, όμως, καθώς με τη συνθήκη του Νεϊμέχεν, το 1679, θα γίνει «γαλλική βασιλική πόλη». Θα ακολουθήσουν δύο αιώνες γαλλικής κυριαρχίας, κατά τη διάρκεια της οποίας οι θρησκευτικές ισορροπίες θα ανατραπούν στην Αλσατία υπέρ των καθολικών (ειδικά το Κολμάρ, πάντως, ποτέ δεν έπαψε να είναι κατά πλειοψηφία καθολικό). Ο γλωσσικός και πολιτιστικός εκγαλλισμός είναι μάλλον σταδιακός και όχι εξαιρετικά βίαιος, καθώς το γαλλικό στέμμα έχει τον πολιτικό ρεαλισμό να αναγνωρίσει τις ιδιαιτερότητες της νέας του κτήσης. Η επόμενη ανατροπή θα έρθει το 1871 με τη γαλλική ήττα στον Γαλλοπρωσικό πόλεμο: η Αλσατία γίνεται γερμανική. Η προσπάθεια εκγερμανισμού είναι πολύ πιο απότομη και προσκρούει στην αντίδραση των Αλσατών, όπως περιγράφει με μάλλον «αθώο» ύφος στα έργα του ο Αλσατός σκιτσογράφος και συγγραφέας Ζαν-Ζακ Βαλτς, γνωστότερος με το ψευδώνυμο Χάνσι. Πάντως, η γερμανική κατοχή θα αφήσει παρακαταθήκη στο Κολμάρ σειρά δημοσίων κτιρίων και σύγχρονες υποδομές. Η ήττα των Γερμανών στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο θα ξανακάνει την Αλσατία γαλλική: ο γαλλικός στρατός θα μπεί θριαμβευτικά στο Κολμάρ στις 18.11.1918. Αυτή τη φορά η αδεξιότητα είναι γαλλική, καθώς η γαλλική κυβέρνηση θα επιχειρήσει να εναρμονίσει άγαρμπα το νομικό καθεστώς της Αλσατίας με αυτό της Γαλλίας, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις, ιδίως όσον αφορά τον σεβασμό της θρησκευτικής ιδιαιτερότητας των Αλσατών. Το έργο της ανατροπής θα ξαναπαιχτεί με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: τον Ιούνιο του 1940 η Αλσατία και το Κολμάρ ξαναγίνονται τμήμα του γερμανικού Ράιχ, μέχρι την απελευθέρωση, στις 2.2.1945. Το Κολμάρ θα ακολουθήσει στην εποχή μας ένα δρόμο σταθερής ανάπτυξης, με αιχμή του δόρατος τον τουρισμό, και θα προσπαθήσει να καλλιεργήσει, μάλλον επιτυχώς, το προφίλ μιας πόλης των τεχνών.    
 
 
   Η Αλσατική ιδιαιτερότητα: Εκτός από ιστορική και γλωσσική είναι και θρησκευτική. Οι περισσότεροι Αλσατοί είναι καθολικοί, υπάρχει όμως μια σημαντική προτεσταντική μειονότητα. Αν στο Κολμάρ η ελίτ είναι καθολική, στο Στρασβούργο ένα μεγάλο τμήμα της είναι προτεσταντικό: πριν σπουδάσουν σε  κάποια από τις γαλλικές Grandes Ecoles και σταδιοδρομήσουν στη γαλλική δημόσια διοίκηση ή στην πολιτική, οι γόνοι της προτεσταντικής καλής κοινωνίας αποφοιτούν οπωσδήποτε από την προτεσταντική θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου (παράδειγμα η σοσιαλίστρια πρώην υπουργός πολιτισμού και πρώην δήμαρχος της πόλης Κατρίν Τρωτμάνν). Επίσης στην Αλσατία δεν ισχύει, όπως στην υπόλοιπη Γαλλία ο απόλυτος διαχωρισμός Κράτους και Εκκλησίας, ο οποίος επιβλήθηκε το 1905, εποχή δηλαδή κατά την οποία η Αλσατία αποτελούσε γερμανικό έδαφος. Στη Αλσατία ισχύει πάντα το κονκορδάτο που συνάφθηκε το 1801 μεταξύ του Ναπολέοντα και του πάπα Πίου του Ζ΄. Οι ιερείς, καθολικοί και προτεστάντες, μισθοδοτούνται από το γαλλικό Δημόσιο, το οποίο καλύπτει και το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού των αντίστοιχων Εκκλησιών.
 
Οι «αστικοί μύθοι» του Κολμάρ: Αστικοί μύθοι όχι με τη σύγχρονη σημασία του όρου, αλλά υπό την έννοια των ιστοριών των οποίων η σημασία μεγεθύνεται (και σε κάποιο βαθμό μεταλλάσσεται) έτσι ώστε να αποτελέσουν συστατικά στοιχεία της ταυτότητας μιας πόλης. Το Κολμάρ έχει δύο τουλάχιστον τέτοιες ιστορίες.
 
1. Ιωάννης Ρέσσελμανν: γιος βυρσοδέψη, ο Ρέσσελμανν ηγείται του δημοτικού συμβουλίου του Κολμάρ και προσπαθεί με κάθε μέσο (κυρίως συμμαχώντας με τους Αψβούργους) να διασφαλίσει την αυτονομία της πόλης, την οποία επιβουλεύεται ο επίσκοπος του Στρασβούργου. Το 1262, οι στρατιώτες του επίσκοπου μπαίνουν με τέχνασμα στην πόλη: ο Ρέσσελμανν μάχεται ηρωϊκά και απωθεί την επίθεση θυσιάζοντας τη ζωή του. Όταν το 1882 ο Μπαρτολντί φιλοτεχνεί για την πόλη του το άγαλμα του Ρέσσελμμαν (βλ. φωτό), του δίνει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του Ηρακλή Παγιεριμχόφφ, δηλαδή του δήμαρχου της πόλης τον οποίο καθαίρεσαν οι Γερμανοί το 1877, επειδή αρνήθηκε να συνεργαστεί μαζί τους.
 
2. Λάζαρος του Σβέντι:  Ο Βαρόνος Λάζαρος του Σβέντι ήταν ευγενής της περιοχής (το κάστρο του βρίσκεται περίπου 10 χιλιόμετρα νότια του Κολμάρ), ο οποίος, στα μέσα του 16ου αιώνα, υπήρξε σύμβουλος και στρατηγός του Μαξιμιλιανού του Β΄ των Αψβούργων. Σύμφωνα με το μύθο, μετά από μια εκστρατεία κατά των Τούρκων στην Ουγγαρία, ο Σβέντι έφερε στην Αλσατία την ποικιλία τόκαϋ. Στην πραγματικότητα, το αλσατικό τοκάϋ δεν είναι παρά πινό γκρι, η καλλιέργεια του οποίου στην περιοχή ανάγεται στους πρώτους αιώνες του Μεσαίωνα, και δεν έχει καμιά σχέση με τη γνωστή ουγγρική ποικιλία σταφυλιών (και κρασιού). Εξάλλου, μετά την προσχώρηση της Ουγγαρίας στην ΕΕ και μια σύντομη μεταβατική περίοδο τα αλσατικά κρασιά που παράγονται από πινό γκρι δεν μπορούν πια να φέρουν την ονομασία «tokay».
 
 
 
Αυτά, τα όχι λίγα, για το Κολμάρ. Για την Αλσατία, όμως, θα επανέλθουμε σύντομα. 
 

Αρέσει σε %d bloggers: