Posts Tagged ‘Maurice Sartre’

Μερικά πράγματα που γνωρίζουμε για την Υπατία

Φεβρουαρίου 27, 2010

Τώρα που οι περισσότεροι από εσάς έχετε ήδη δει την τελευταία ταινία του Αμενάμπαρ, τώρα που τα μισά σχεδόν ελληνικά ιστολόγια έχουν αφιερώσει αναρτήσεις στην Υπατία, τώρα που οι αντιμαχόμενες παρατάξεις (ας πούμε αντίπαλοι και φίλοι της Εκκλησίας, μια κι ακόμα δεν έχω ξεκαθαρίσει στο μυαλό μου αν όροι όπως «αντικληρικαλιστής» και  «αντικληρικός» είναι δόκιμοι) διασταύρωσαν τα ξίφη τους και τα πνεύματα έχουν κάπως ηρεμήσει, είναι καιρός να δούμε με ψυχραιμία την ιστορία αυτής της γυναίκας που για πολλούς και διάφορους λόγους έγινε, ίσως διαχρονικά, σύμβολο τόσων ιδεών και ιδεολογιών (τόσο αυτοτελώς όσο και «αντιστικτικά»): σύμβολο του τέλους της Αρχαιότητας όπως την αντιλαμβάνεται ο δυτικός άνθρωπος, σύμβολο της ελευθερίας του πνεύματος απέναντι στον σκοταδισμό, σύμβολο του φεμινισμού ενάντια στην ανδρική καταπίεση, σύμβολο της πίστης στο δωδεκάθεο κατά του χριστιανισμού, σύμβολο των ορθόδοξων χριστιανών της Κωνσταντινούπολης ενάντια στους «μιαρούς» της Αλεξάνδρειας που λίγο αργότερα θα προσχωρήσουν μαζικά στον μονοφυσιτισμό, σύμβολο της σωφροσύνης, του μέτρου και της εγκράτειας, σύμβολο του προτεσταντισμού κατά του καθολικισμού, σύμβολο του Διαφωτισμού ενάντια στην Εκκλησία, σύμβολο του ρομαντισμού και… ποιός ξέρει τι άλλο.

Ι. Από τα γεγονότα στον μύθο

Οι πηγές:

«Ην τις γυνὴ ἐν τῇ Ἀλεξανδρείᾳ͵ τοὔνομα Ὑπατία· αὕτη Θέωνος μὲν τοῦ φιλοσόφου θυγάτηρ ἦν· ἐπὶ τοσοῦτον δὲ προὔβη παιδείας͵ ὡς ὑπερακοντίσαι τοὺς κατ΄ αὐτὴν φιλοσόφους͵ τὴν δὲ Πλατωνικὴν ἀπὸ Πλωτίνου καταγομένην διατριβὴν διαδέξασθαι͵ καὶ πάντα τὰ φιλόσοφα μαθήματα τοῖς βουλομένοις ἐκτίθεσθαι· διὸ καὶ οἱ πανταχόθεν φιλοσοφεῖν βουλόμενοι κατέτρεχον παρ΄ αὐτήν. Διὰ τὴν προσοῦσαν αὐτῇ ἐκ τῆς παιδεύσεως σεμνὴν παρρησίαν καὶ τοῖς ἄρχουσι σωφρόνως εἰς πρόσωπον ἤρχετο· καὶ οὐκ ἦν τις αἰσχύνη ἐν μέσῳ ἀνδρῶν παρεῖναι αὐτήν· πάντες γὰρ δι΄ ὑπερβάλλουσαν σωφροσύνην πλέον αὐτὴν ᾐδοῦντο καὶ κατεπλήττοντο. Κατὰ δὴ ταύτης τότε ὁ φθόνος ὡπλίσατο· ἐπεὶ γὰρ συνετύγχανε συχνότερον τῷ Ὀρέστῃ͵ διαβολὴν τοῦτ΄ ἐκίνησε κατ΄ αὐτῆς παρὰ τῷ τῆς ἐκκλησίας λαῷ͵ ὡς ἄρα εἴη αὕτη ἡ μὴ συγχωροῦσα τὸν Ὀρέστην εἰς φιλίαν τῷ ἐπισκόπῳ συμβῆναι. Καὶ δὴ συμφρονήσαντες ἄνδρες τὸ φρόνημα ἔνθερμοι͵ ὧν ἡγεῖτο Πέτρος τις ἀναγνώστης͵ ἐπιτηροῦσι τὴν ἄνθρωπον ἐπανιοῦσαν ἐπὶ οἰκίαν ποθέν· καὶ ἐκ τοῦ δίφρου ἐκβαλόντες͵ ἐπὶ τὴν ἐκκλησίαν ᾗ ἐπώνυμον Καισάριον συνέλκουσιν͵ ἀποδύσαντές τε τὴν ἐσθῆτα ὀστράκοις ἀνεῖλον· καὶ μεληδὸν διασπάσαντες͵ ἐπὶ τὸν καλούμενον Κιναρῶνα τὰ μέλη συνάραντες πυρὶ κατηνάλωσαν. Τοῦτο οὐ μικρὸν μῶμον Κυρίλλῳ καὶ τῇ Ἀλεξανδρέων ἐκκλησίᾳ εἰργάσατο· ἀλλότριον γὰρ παντελῶς τῶν φρονούντων τὰ Χριστοῦ φόνοι καὶ μάχαι καὶ τὰ τούτοις παραπλήσια. Καὶ ταῦτα πέπρακται τῷ τετάρτῳ ἔτει τῆς Κυρίλλου ἐπισκοπῆς͵ ἐν ὑπατείᾳ Ὁνωρίου τὸ δέκατον͵ καὶ Θεοδοσίου τὸ ἕκτον͵ ἐν μηνὶ Μαρτίῳ͵ νηστειῶν οὐσῶν» (Σωκράτης ο Σχολαστικός «Εκκλησιαστική Ιστορία», βιβλίο Ζ΄, κεφάλαιο 15).

Η ιστορία που μας διηγείται ο Κωνσταντινουπολίτης Σωκράτης ο Σχολαστικός  (ή Ιστορικός, 380- περ. 440), χριστιανός, αλλά υποστηρικτής του Νοβατιανού κι επομένως ιδεολογικός αντίπαλος του Κυρίλλου Αλεξανδρείας, είναι καθ’ όλα συναρπαστική και περιέχει όλα τα στοιχεία που θα δημιουργήσουν ένα πραγματικό μύθο γύρω από το πρόσωπο της Υπατίας. Μια γυναίκα, κόρη φιλοσόφου, διδάσκει στην Αλεξάνδρεια φιλοσοφία ακολουθώντας τον κατά Πλωτίνο νεοπλατωνισμό. Και μόνο το γεγονός ότι πρόκειται για γυναίκα καταδεικνύει το εξαιρετικό της περίπτωσης, λαμβάνοντας υπόψη την άθλια κοινωνική θέση της γυναίκας στην ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα (τα παραδείγματα γυναικών της αρχαιότητας με μόρφωση και προσωπικότητα είναι ελάχιστα και αφορούν κυρίως εταίρες, άντε και κάποιες Σπαρτιάτισσες). Υπόδειγμα μόρφωσης και ηθικής αποκτά πολλούς μαθητές από την καλή κοινωνία της πόλης και ασκεί επιρροή σε πρόσωπα που κατέχουν ανώτατα αξιώματα, μεταξύ των οποίων και στον έπαρχο Ορέστη. Αυτή ακριβώς η σχέση προκαλεί την οργή κύκλων προσκείμενων στον πατριάρχη της Αλεξάνδρειας Κύριλλο. Κάποιοι πιστοί του τελευταίου οδηγούν την Υπατία στο Καισάριο, δηλαδή στο κτίριο που κάποτε ήταν ναός αφιερωμένος στον αυτοκράτορα και πλέον έχει μετατραπεί σε χριστιανική εκκλησία, όπου και τη θανατώνουν με τον πλέον ειδεχθή τρόπο: την κατακρεουργούν με θραύσματα αγγείων («όστρακα»), διαμελίζουν το νεκρό σώμα της και το καίνε (άνοιξη του 415). 

Πέρα από τη μαρτυρία του Σωκράτη, οι διαθέσιμες πηγές περιλαμβάνουν: (1) τον Βίο του Ισιδώρου, που γράφτηκε (μεταξύ του 480 και του 495) από τον μαθητή του, τον Δαμάσκιο τον Δαμασκηνό ή Διάδοχο, τελευταίο σχολάρχη της νεοπλατωνικής σχολής των Αθηνών. Το έργο, που διασώθηκε χάρη στον πατριάρχη Φώτιο, είναι καταρχήν ευνοϊκά διακείμενο προς την Υπατία (ο συγγραφέας του ήταν πιστός του δωδεκάθεου), πλην όμως θέτει υπό αμφισβήτηση τις ικανότητές της ως φιλοσόφου (την χαρακτηρίζει ως «γεωμέτρη») και, όλως παραδόξως, της αποδίδει την ιδιότητα της συζύγου του δασκάλου του, του Ισίδωρου, έστω κι αν, κατά τον Δαμάσκιο, επρόκειτο για «λευκό» γάμο (σε κάθε περίπτωση ο γάμος αυτός θεωρείται απίθανος μια και ο Ισίδωρος γεννήθηκε μάλλον μετά τον θάνατο της Υπατίας ). (2) Το Χρονικό του Ιωάννη, επισκόπου Νικίου, στην Αίγυπτο (τέλος 7ου αιώνα), το οποίο υποστηρίζει σαφώς τον Κύριλλο και επικροτεί τη δολοφονία, χαρακτηρίζοντας την Υπατία μάγισσα, λόγω της ενασχόλησής της με την αστρονομία. Η στάση του Ιωάννη μπορεί να εξηγηθεί από δύο λόγους: πρώτον, γράφει στα χρόνια που η Αίγυπτος είναι πια μουσουλμανική και, επομένως, ως εκπρόσωπος μιας απειλούμενης θρησκευτικής μειονότητας, οπότε είναι δύσκολο να κατακρίνει ενέργειες των πιστών της. Δεύτερον, ακριβώς η επίδραση του ισλαμισμού, που είναι ακόμη πιο σκληρός απέναντι στον πολυθεϊσμό απ’ ό,τι ο χριστιανισμός του ελληνόφωνου κόσμου, επιβάλλει στάση καταδίκης των παγανιστικών ιδεών. (3) το βυζαντινό λεξικό που είναι γνωστό με το όνομα Σούδα  ή Σουΐδα (10ος αι.): οι, σαφώς θετικές για τη φιλόσοφο, αναφορές στην Υπατία πρέπει να είχαν ως βασική πηγή το έργο του Δαμάσκιου. (4) Πρωτίστως, οι (συνολικά 159) επιστολές του μαθητή της Υπατίας Συνέσιου του Κυρηναίου, επτά από τις οποίες απευθύνονται προσωπικά στη φιλόσοφο. Το υλικό αυτό παρέχει ανεκτίμητες πληροφορίες για τη ζωή, τη σκέψη και το έργο της Υπατίας και του κύκλου των μαθητών της.

Ο μύθος της Υπατίας. Βυζάντιο και Αναγέννηση: Για το χριστιανικότατο Βυζάντιο, η εικόνα της Υπατίας (όχι και τόσο παράδοξα, αν λάβουμε υπόψη τις θετικές αναφορές στη Σούδα, αλλά και την περιφρόνηση προς τους μετέπειτα Μονοφυσίτες χριστιανούς της Αλεξάνδρειας) είναι αυτή της γυναίκας που συμβολίζει την ηθική και το μέτρο. Δεν είναι τυχαίο που ο ιστορικός και λόγιος Νικηφόρος Γρηγοράς (1295-1360) χαρακτηρίζει την αυτοκράτειρα Ευδοκία Μακρεμβολίτισσα (σύζυγο του Κωνσταντίνου Ι΄ Δούκα και του Ρωμανού Δ΄ Διογένη) ως «δεύτερη Υπατία», προκειμένου να εξάρει την καλλιέργειά της. Όσο για τη δυτική Αναγέννηση, με το πνεύμα λατρείας προς την ελληνική αρχαιότητα, θα ήταν δύσκολο να ξεχάσει εντελώς την Υπατία. Σύμφωνα με μια ιστορία που δεν είναι δυνατό να εξακριβωθεί, στον διάσημο πίνακα «Η Σχολή των Αθηνών» ο Ραφαήλ απεικόνισε μεταξύ των μεγάλων σοφών της Αρχαιότητας και την Υπατία. Για πολλούς, όμως, το πρόσωπο που αποδίδεται στην Υπατία είναι ο Φραντσέσκο Μαρία ντέλλε Ρόβερε, ανηψιός του πάπα Ιουλίου Β΄ και μετέπειτα δούκας του Ούρμπινο. Η παράδοση λέει ότι όταν ο Ραφαήλ παρουσίασε το έργο του και, εξηγώντας τα εικονιζόμενα πρόσωπα, έκανε λόγο για την Υπατία, κάποιος από τους παριστάμενους καρδινάλιους παρατήρησε ότι καλό θα ήταν να σβηστεί από το έργο ένα πρόσωπο που θα μπορούσε να προκαλέσει δυσάρεστους για την Εκκλησία συνειρμούς. Οπότε κι ο Ραφαήλ «μεταμόρφωσε» την Υπατία σε παπικό ανηψιό! 

Νεότεροι χρόνοι: Ο μύθος της Υπατίας θα γιγαντωθεί, όμως, στους νεότερους χρόνους. Η αφετηρία είναι η έκδοση του βιβλίου του Αγγλοϊρλανδού Τζων Τόλαντ, στο Λονδίνο το 1720. Όπως θα έχετε παρατηρήσει, οι τίτλοι των βιβλίων τη εποχής εκείνης δεν διακρίνονταν για τη συντομία τους, καθώς αποτελούσαν μάλλον περίληψη του περιεχομένου και διακήρυξη της βασικής ιδέας του βιβλίου. Με κίνδυνο να υπερβώ το επιτρεπόμενο όριο λέξεων ανά ανάρτηση, παραθέτω ολόκληρο τον τίτλο του συγγράμματος του Τόλαντ: «Hypatia, or the History of a Most Beautiful, Most Virtuous, Most Learned and in Every Way Accomplished Lady; Who was Torn to Pieces by the Clergy of Alexandria, to Gratify the Pride, Emulation and Cruelty of the Archbishop, Commonly but Undeservedly Titled St. Cyril«. Ο τίτλος καθιστά σαφές το περιεχόμενο, καθώς, με δόσεις λογικής, φανατισμού και ρομαντισμού, ο Τόλαντ παρουσιάζει την Υπατία ως σύμβολο της ελεύθερης σκέψης που αντιμετωπίζει τον χριστιανικό σκοταδισμό. Ο Τόλαντ ανατράφηκε ως καθολικός, ασπάστηκε στη συνέχεια τον προτεσταντισμό και, κατά τις πνευματικές του αναζητήσεις, προσέγγισε τις ιδέες του ντεϊσμού. Απάντηση στις ιδέες του Τόλαντ θα δώσει, σε εντελώς ανάλογο ύφος, το βιβλίο του Τόμας Λιούις «The History of Hypatia, a Most Impudent School Mistress. In Defense of Saint Cyril and the Alexandrian Clergy from the Aspersions of Mr Toland» (Λονδίνο 1721). Ευθύς εξαρχής, λοιπόν, η ιστορία της Υπατίας γίνεται αντικείμενο ιδεολογικών αντιπαραθέσεων που διεξάγονται με όρους οπαδικού φανατισμού.  

Τη σκυτάλη παίρνει στη συνέχεια ο γαλλικός Διαφωτισμός, ο οποίος, του Βολταίρου προεξάρχοντος, παρουσιάζει την Υπατία ως προσωποποίηση της καλλιέργειας, της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας και της ελευθερίας του πνεύματος, σε αντίθεση, φυσικά, με τη στάση της Εκκλησίας. «Ο Λόγος και η Ελευθερία δολοφονήθηκαν από τους κεκαρμένους μπράβους του Κύριλλου, τους οποίους ακολουθούσε όχλος φανατικών» (Βολταίρος «Examen important de Milord Bolingbroke ou le tombeau du fanatisme écrit vers la fin de 1736«, Παρίσι 1738, σ. 185).

Ο θαυμασμός προς την Υπατία θα εκφρασθεί κι από πολλούς λογοτέχνες (ιδίως της ρομαντικής περιόδου), όπως ο Λεκόντ ντε Λιλ (ποίημα Υπατία, σε δύο εκδόσεις, 1847 και 1874, από τις οποίες μόνο η δεύτερη υιοθετεί την αντιεκκλησιαστική επιχειρηματολογία, και θεατρικό δράμα Υπατία και Κύριλλος) και ο Νερβάλ (Nouvelles, I: Les Filles du Feu. Angélique, 1854). Αλλά και κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα και των πρώτων χρόνων του αιώνα μας, τα βιβλία (λογοτεχνικά και ιστορικά) που αναφέρονται στην Υπατία είναι αρκετά: για ένα σχεδόν πλήρη κατάλογο μπορεί κανείς να ανατρέξει στο αφιέρωμα που έκανε στην ταινία του Αμενάμπαρ ο εξαιρετικός ιστότοπος Peplum: images de l’ Antiquité: Cinéma et BD. Για λόγους καθαρά προσωπικών προτιμήσεων, αναφέρουμε το μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο «Μπαουντολίνο«, όπου (στα κεφάλαια 32 έως 35) ο επώνυμος ήρωας συναντά, σε συνθήκες που ξεπερνούν κάθε φαντασία, και ερωτεύεται την «Υπατία» του, σε κλίμα γλυκύτατου ρομαντισμού. 

Η πρόσφατη κινηματογραφική ταινία του Αμενάμπαρ: Ο εξαιρετικά προικισμένος Ισπανοχιλιανός σκηνοθέτης Αλεχάνδρο Αμενάμπαρ (γεννήθηκε στο Σαντιάγο της Χιλής το 1972, αλλά μεγάλωσε στην Ισπανία) επέλεξε ως θέμα της τελευταίας ταινίας του την Υπατία. Η  Άγκορα, που άρχισε να προβάλλεται στις ισπανικές κινηματογραφικές αίθουσες τον Σεπτέμβριο του περασμένου έτους, αποτελεί ήδη μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες του ισπανικού κινηματογράφου. Έχοντας ως πρωταγωνίστρια την ωραιότατη Ρέιτσελ Βάις στον ρόλο της Υπατίας, η ταινία είναι υποψήφια για 13 βραβεία Γκόγια (τα ισπανικά Όσκαρ, ας πούμε). Όπως αποδεικνύεται τόσο από την ίδια ταινία όσο και από τις σχετικές δηλώσεις του δημιουργού της, η Άγκορα διαπνέεται από τη μανιχαϊστική λογική της αντιπαράθεσης της ελευθερίας του πνεύματος με τον θρησκευτικό φανατισμό και σκοταδισμό, ενισχυμένη με δόσεις φεμινισμού. Προφανώς μια τέτοια παρουσίαση είναι πολύ πιο βολική για ένα φιλμ από την αναζήτηση της ιστορικής πιστότητας, η οποία δίνει κατ’ ανάγκη πολύ λιγότερο ελκυστικά αποτελέσματα, δίχως απόλυτα καλούς και απόλυτα κακούς. Δεν δικαιολογεί όμως ούτε τις όποιες δηλώσεις του σκηνοθέτη που διακρίνονται από μια αφελή ανάγνωση της Ιστορίας (στο στυλ το τέλος του πνεύματος και η απαρχή δεκαπέντε αιώνων σκοταδισμού) ούτε την προσπάθεια να αποδειχθεί ότι η ταινία είναι ιστορικά ακριβής. Όσον αφορά το αισθητικό αποτέλεσμα, μπορούμε να πούμε ότι μας φάνηκε αρκετά καλό. Επίσης, η προσπάθεια αναπαράστασης της Αλεξάνδρειας του 4ου-5ου αιώνα δεν μπορεί να θεωρηθεί αποτυχημένη (μολονότι οι συντελεστές του φιλμ ενέδωσαν στον πειρασμό των πολλών καθαρά αιγυπτιακών στοιχείων και παρά ορισμένες επιμέρους αστοχίες όπως ο εξοπλισμός των λεγεωνάριων που παραπέμπει σε εποχές ως τον 2ο αιώνα). Όσον αφορά την αμιγώς καλλιτεχνική αξία της ταινίας, περιοριζόμαστε στην επισήμανση ότι οι κριτικοί δεν της επιφύλαξαν διθυράμβους, χωρίς πάντως και να τη θάψουν. Πέρα από τις κριτικές σχετικά με τα μηνύματα και την «ιδεολογία» της ταινίας (όπου, όπως ήταν φυσικό, δεν θα μπορούσε να υπάρξει ομοφωνία), επισημάνθηκαν αδυναμίες που αφορούν τη δομή της. Αρκετές κριτικές, όλων των τάσεων, μπορεί να βρεί κανείς στο αναλυτικό και κατατοπιστικότατο αφιέρωμα του ιστότοπου Peplum. Για μια ενδιαφέρουσα ελληνική κριτική της ταινίας μπορούμε να συστήσουμε την ανάρτηση στο ιστολόγιο του old-boy. Η προβολή του φιλμ στην Ελλάδα προκάλεσε αρκετό θόρυβο, αν κρίνουμε από τον μεγάλο αριθμό άρθρων σε ιστολόγια (το πλήθος τους συναγωνίζεται τις αναρτήσεις που είχαν θέμα το διαζύγιο της εθνικής τηλεπαρουσιάστριας πρωϊνών εκπομπών). Το θέμα της ταινίας προκάλεσε σειρά σφοδρών αντιπαραθέσεων μεταξύ εγχώριων «αντικληρικαλιστών» και υπερασπιστών της Εκκλησίας. Ενδεικτικά αναφέρουμε, για την πρώτη κατηγορία, τη σχετική ανάρτηση του γνωστού ιστολογίου Ροϊδη Εμμονές και, για τη δεύτερη, το άρθρο που δημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο της Ορθόδοξης Ομάδας Δογματικής Έρευνας. Για περισσότερα δεν έχετε παρά να αναζητήσετε την Υπατία π.χ. στο Γκουγκλ και να εκμεταλλευθείτε τα εκατοντάδες αποτελέσματα που θα δώσει η αναζήτηση.

ΙΙ. Η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας

Ωστόσο, οι ιστορικές πηγές μας επιτρέπουν να διαμορφώσουμε μια πληρέστερη, ακριβέστερη και πιο αντικειμενική εικόνα των γεγονότων που αφορούν την Υπατία απ’ ό,τι όλες οι πολεμικές ή οι λογοτεχνικές αναφορές οι οποίες εν πολλοίς στηρίζονται στον μύθο που δημιουργήθηκε για τη φιλόσοφο της Αρχαιότητας. Ας επιχειρήσουμε να ξεδιαλύνουμε το ζήτημα με οδηγό, για μια φορά ακόμη, το προσφιλέστατο σε μας βιβλίο του Γάλλου ιστορικού Μωρίς Σαρτρ «Histoires Grecques» (collection L’ Univers Historique, εκδόσεις Seuil, Παρίσι 2006, ιστορία αριθ. 43 – και τελευταία του βιβλίου –  «La mort d’ Hypatie ou Rester païen dans un monde chrétien», σελ. 437-447, κείμενο που αποτελεί ελαφρώς τροποποιημένη έκδοση άρθρου το οποίο πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό εκλαΐκευσης της Ιστορίας L’ Histoire, αριθ. 306, Φεβρουάριος 2006, σελ. 72-76). Όπως σημειώνει ο ιστορικός (όπ.π., σελ. 438-439) «η ιστορία της Υπατίας εξέφυγε του πεδίου μελέτης των ιστορικών πριν καν βρεθεί σ’ αυτό, ενώ το ιδεολογικό διακύβευμα που, εδώ και σχεδόν τρεις αιώνες, συνέδεε ο καθένας με το όνομά της συσκότισε κατά κάποιο τρόπο την πραγματικότητα. Εντούτοις, παρά τις αβεβαιότητες που χαρακτηρίζουν τις πηγές, είναι δυνατό να κατανοήσουμε καλύτερα τόσο το ιστορικό πρόσωπο της Υπατίας όσο και τις συνθήκες του θανάτου της. Στοιχείο που ουδόλως αναιρεί το ενδιαφέρον που παρουσιάζει το ιστορικό πρόσωπο και το τραγικό τέλος του, μολονότι πρέπει προφανώς να του αποδώσουμε διαφορετική σημασία από αυτήν που φαντάζονταν οι πρώτοι θαυμαστές του».

– Κόρη επιφανούς λογίου, του φιλοσόφου και μαθηματικού Θέωνος (335-405), ο οποίος θα αποτελέσει και τον πρώτο και κύριο δάσκαλό της, η Υπατία γεννιέται στην Αλεξάνδρεια, κατά πάσα πιθανότητα, το 355. Στις επιστολές του, ο μαθητής της Συνέσιος, απευθύνεται στην Υπατία με εκφράσεις σεβασμού που αρμόζουν σε γυναίκα σαφώς μεγαλύτερης ηλικίας από εκείνον. Επομένως, κατά το χρονικό σημείο της δολοφονίας της, η Υπατία έχει φτάσει στην ηλικία των εξήντα ετών, «στοιχείο που δεν αναιρεί το ειδεχθές του εγκλήματος, αλλά πάντως διαλύει τις ερωτικές φαντασιώσεις που προκαλεί το ξεγύμνωμα της παρθένου» (M. Sartre, όπ.π., σελ. 439). Οπότε, όπως αντιλαμβάνεσθε, ουδεμία σχέσις με την ωραία Ρέιτσελ.

– Στο (σχετικά πρόσφατο) παρελθόν, επικρατούσε η ιδέα ότι το σύνολο του έργου της Υπατίας έχει χαθεί. Σήμερα, αντιθέτως, η κυρίαρχη αντίληψη είναι ότι πρέπει να διασώζεται το μεγαλύτερο μέρος του. Για παράδειγμα, οι εκδόσεις των έργων του Κλαύδιου Πτολεμαίου που έφτασαν ως τις μέρες μας είναι μάλλον αυτές που σχολίασε η Υπατία. Σε τέτοια περίπτωση, φυσικά, είναι δυσχερές να διακριθεί ό,τι ανήκει στην Αλεξανδρινή φιλόσοφο. Είναι, όμως, δυνατό να συναχθούν κάποια συμπεράσματα. Το έργο της Υπατίας δεν είναι ριζοσπαστικό και καινοτόμο. Δεν της πιστώνεται κάποια πρωτότυπη θεωρία (μαθηματική ή φιλοσοφική), ούτε κάποια ανακάλυψη. Το έργο της είναι κυρίως διδακτικό και ερμηνευτικό, αφορά τον σχολιασμό μαθηματικών και αστρονομικών συγγραμμάτων (αφενός του Απολλώνιου από την Πέργη της Παμφυλίας και του Διόφαντου του Αλεξανδρέως, αφετέρου του Κλαύδιου Πτολεμαίου). Ο Συνέσιος της αποδίδει την εφεύρεση του αστρολάβου: δεδομένου ότι σώζονται αστρολάβοι παλαιότεροι κατά ένα τουλάχιστον αιώνα από την εποχή της Υπατίας, κάτι τέτοιο αποκλείεται (ο Αμενάμπαρ, ξεπερνώντας κάθε λογική, εμφανίζει την Υπατία σαν ένα πρώιμο… Γαλιλαίο!). Το φιλοσοφικό της έργο διαπνέεται από τον νεοπλατωνισμό του Πλωτίνου. Φαίνεται ότι είχε σχολιάσει έργα του Πυθαγόρα, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη.

– Η Υπατία είχε δημιουργήσει ένα στενό κύκλο πιστών μαθητών. Μεταξύ αυτών που παρακολούθησαν επί σειρά ετών τα μαθήματά της καταλέγονται ο Συνέσιος, χριστιανός που θα γίνει επίσκοπος της Πτολεμαΐδας της Κυρηναϊκής το 411, ο Ολύμπιος, πλούσιος γαιοκτήμονας από τη Σελεύκεια της Πιερίας στη Συρία, και ο Κύρος ο Πανοπολίτης, μετέπειτα επίσκοπος του Κοτυαίου της Φρυγίας. Εκτός από αυτούς, στις επιστολές του Συνέσιου μνημονεύονται πολλά ακόμη ονόματα της αριστοκρατίας της Αλεξάνδρειας και γενικά της ελληνόφωνης Ανατολής. Διαπιστώνεται ότι οι μαθητές της Υπατίας ήταν στην πλειονότητά τους χριστιανοί, κάτι που καταρίπτει τον μύθο της φανατικής πιστής του δωδεκάθεου.

– Η Υπατία δεν διακρίνεται από θερμή πίστη προς το δωδεκάθεο, σε αντίθεση με πολλούς από τους Αλεξανδρινούς λογίους της εποχής της (ο νεπλατωνικός φιλόσοφος Ολύμπιος ιερουργεί παράλληλα στο Σεράπειο, ο Αμμώνιος είναι ιερέας του Ερμή-Θωθ, ο Ελλάδιος ιερέας του Άμμωνος Διός). Κατά τη διάρκεια των ταραχών που προκάλεσε στην Αλεξάνδρεια το 391-392 ο πατριάρχης Θεόφιλος (θείος του Κύριλλου)., ο οποίος παρακίνησε τον χριστιανικό όχλο να καταστρέψει τους ναούς των ειδωλολατρών, μεταξύ των οποίων το Σεράπειο, οι πιστοί του δωδεκάθεου με επικεφαλής τον Ολύμπιο κινητοποιούνται για να υπερασπίσουν το Σεράπειο (το οποίο στέγαζε και μια σημαντικότατη βιβλιοθήκη. Παρά τα διαδραματιζόμενα στην ταινία του Αμενάμπαρ, η Υπατία δεν φαίνεται να έχει καμία συμμετοχή στα γεγονότα αυτά. «Κανείς αρχαίος συγγραφέας δεν αναφέρει το όνομά της σε σχέση με το επεισόδιο του Σεραπείου, σαν η Υπατία να είχε αποστασιοποιηθεί από την Ιστορία αυτή. Η πλέον πιθανή εξήγηση είναι ότι δεν θεωρούσε πως η καταστροφή ενός ειδωλολατρικού ναού, ακόμη και τόσο σημαντικού, αποτελεί γεγονός ιδιαίτερης σπουδαιότητας. Η φιλοσοφία και οι επιστημονικές γνώσεις της θα πρέπει να της είχαν καταστήσει σαφές ότι οι εκδηλώσεις οποιασδήποτε λατρείας είναι μάταιες» (M. Sartre, όπ.π., σελ. 441).

– Η φιλόσοφος ουδέποτε επέδειξε εχθρότητα προς τους χριστιανικούς κύκλους. Οι μαθητές, οι φίλοι και οι κοινωνικές συναναστροφές της ανήκουν στην αλεξανδρινή ελίτ, η οποία (είτε από ειλικρινή πίστη είτε για λόγους που αφορούν την κοινωνική ανέλιξη και τη σταδιοδρομία) είναι κυρίως χριστιανική. Ενδεικτικές της στάσης αυτής είναι και οι στενές σχέσεις της Υπατίας με τον έπαρχο Ορέστη.

– Οι όποιες θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις της Υπατίας δεν έχουν άμεση σχέση με τη δολοφονία της. Το έγκλημα εντάσεται στο πλαίσιο μιας σφοδρότατης αντιπαράθεσης μεταξύ δύο χριστιανικών πόλων εξουσίας, του έπαρχου Ορέστη και του πατριάρχη Κύριλλου. Ο δεύτερος εκλέγεται πατριάρχης τον Οκτώβριο του 412: η εκλογή του ήταν ιδιαίτερη δύσκολη, καθώς είχε να αντιμετωπίσει έναν ισχυρό συνυποψήφιο, τον Τιμόθεο, αρχιδιάκονο του θείου του. Η δύσκολη εκλογή του Κύριλλου εξηγεί εν μέρει και τον φανατικό ζήλο με τον οποίο επιχειρεί να επιβάλει την εξουσία της εκκλησίας του, ακόμη και σε βάρος της κοσμικής εξουσίας. Εκτοπίζει από την Αλεξάνδρεια τους υποστηρικτές του Νοβατιανού και στη συνέχεια στρέφεται κατά των Ιουδαίων της Αλεξάνδρειας. Κάπου εδώ, ξεκινά και η σύγκρουσή του με τον Ορέστη, κίνητρο του οποίου δεν είναι μόνο η διαφύλαξη της τάξης και η προστασία του εβραϊκού στοιχείου, αλλά και η διασφάλιση της εξουσίας του από τις επιβουλές ενός βουλιμικού σφετεριστή. Ο Κύριλλος απαντά προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερες ταραχές κατά των Ιουδαίων: λεηλατούνται συναγωγές και ολόκληρη η ιουδαϊκή συνοικία. Ο Ορέστης, όπως και ο Κύριλλος, ζητεί την υποστήριξη του αυτοκράτορα, Θεοδόσιου Β΄. Ο αυτοκράτορας περιορίζεται σε συστάσεις για συμφιλίωση.

Ο Ορέστης αρνείται να συνεργαστεί με τον πατριάρχη, οπότε ο δεύτερος, σε επίδειξη δύναμης, φέρνει σαν μπράβους του πεντακόσιους μοναχούς από την έρημο της Νιτρίας. Κατά τη διάρκεια ταραχών, ένας από αυτούς, ο Αμμωνιανός, πετά μια πέτρα και τραυματίζει σοβαρά στο κεφάλι τον έπαρχο. Ο δράστης συλλαμβάνεται και εκτελείται. Ο Κύριλλος μπορεί να προσθέσει στο οπλοστάσιό του ένα μάρτυρα.

Η Υπατία στοχοποιείται λόγω των σχέσεών της με τον έπαρχο και την επιρροή που ασκεί σ’ αυτόν. Για τον Κύριλλο είναι ένα εμπόδιο στην προσπάθεια να επιβάλει την εξουσία του. Δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για το αν ο Κύριλλος πρέπει να θεωρηθεί άμεσος ή έμμεσος ηθικός αυτουργός της δολοφονίας της Υπατίας. Οι δολοφόνοι, πάντως, ήταν βέβαιοι ότι η πράξη τους ήταν προς το συμφέρον του ηγέτη τους. Ο Σωκράτης ο Σχολαστικός κατονομάζει έναν από αυτούς: τον Πέτρο, αναγνώστη, δηλαδή κάποιον με τον κατώτερο ιερατικό βαθμό. Κατά πάσα πιθανότητα, οι δολοφόνοι της Υπατίας προέρχονταν από τις τάξεις των «παραβαλανέων», των 800 που είχαν αποστολή την παροχή βοήθειας στους αρρώστους και φτωχούς χριστιανούς, αλλά λειτουργούσαν συχνά στην πράξη και ως πραιτωριανή φρουρά του πατριάρχη. Σε κάθε περίπτωση «ο φόνος της Υπατίας είναι, κατ’ ουσίαν, συνέπεια σύγκρουσης μεταξύ χριστιανών, μεταξύ κοσμικής και πνευματικής εξουσίας. Η Υπατία πληρώνει το τίμημα της φήμης, της επιρροής, του ηθικού κύρους της, καθώς και το γεγονός ότι υποστήριζε τον περιορισμό της εκκλησιαστικής εξουσίας. Περιθωριακά και μόνο μπορεί οι ειδωλολατρικές πεποιθήσεις της να δικαιολογούσαν τον φόνο για κάποιους από τους αμόρφωτους δολοφόνους της» (M. Sartre, όπ.π., σελ. 444). Βρισκόμαστε, επομένως, πολύ μακριά από τις αντιλήψεις του Τόλαντ και του Βολταίρου.   

– Η δολοφονία της Υπατίας δεν αποτελεί το τέλος της αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Στην Αλεξάνδρεια, ο φιλόσοφος Ιεροκλής ιδρύει μια εκλεκτική νεοπλατωνική σχολή που θα συνεχίσει να λειτουργεί μέχρι την αραβική κατάκτηση (648). Τα μαθηματικά και η αστρονομία θα εξακολουθήσουν να αναπτύσσονται. Άλλοι κύκλοι, όπου ξεχωρίζει ο Ωραπόλλων ο Πρεσβύτερος, θα επιχειρήσουν μια μείξη της αρχαίας ελληνικής θρησκείας και φιλοσοφίας με τις αιγυπτιακές παραδόσεις. Γενικά, η Aλεξάνδρεια γνωρίζει πνευματική άνθηση κατά τον 5ο και 6ο αιώνα (Αμμώνιος, Δαμάσκιος, Ασκληπιός, Ολυμπιόδωρος κ.λπ.). Το ίδιο συμβαίνει και στη Συρία.

Όπως σημειώνει ο Σαρτρ (όπ.π., σελ. 446-447), στους πνευματικούς κύκλους της Αλεξάνδρειας και της ελληνικής Ανατολής δεν υπάρχουν διαχωριστικές γραμμές θρησκευτικού χαρακτήρα. Οι άνθρωποι συνδέονται λόγω της μόρφωσης και της καλλιέργειας, του τρόπου ζωής και της οικονομικής άνεσής τους. Αυτό όμως που ισχύει για την κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας δεν αφορά τις λαϊκές μάζες (κατά πλειονότητα ειδωλολατρικές στην ύπαιθρο, χριστιανικές στις πόλεις). Οι εκκλησιαστικοί ηγέτες είναι εύκολο να υποκύψουν στον πειρασμό να χρησιμοποιήσουν τον λαό (ή μάλλλον το λούμπεν προλεταριάτο των πόλεων) ως στήριγμα για να εδραιώσουν και να επεκτείνουν τις εξουσίες τους.

Όσο για τη δολοφονία της Υπατίας, δεν φαίνεται να είχε κάποιες σημαντικές συνέπειες. Κανείς από τους φίλους της δεν επιχείρησε να την εκδικηθεί: ο έπαρχος Ορέστης επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, οι μαθητές της Υπατίας περιορίσθηκαν απλώς στη διατήρηση της ανάμνησής της. Κανείς δεν ενόχλησε τον Κύριλλο. «Η ιστορία της Υπατίας που ξεχάστηκε γρήγορα, εκτός από το τελευταίο επεισόδιό της, μπορούσε πια να θρέψει τη φαντασία των ποιητών, των φιλοσόφων και των υπέρμαχων της ελευθερίας της σκέψης και της πίστης» (όπ.π., σελ. 447).      

Όπως διαπιστώνεται, τα συμπεράσματα τείνουν πάλι προς το γκρίζο. Τί να γίνει, όμως, που η προσεκτικότερη ανάγνωση των ιστορικών στοιχείων δεν επιβεβαιώνει (σχεδόν) ποτέ τις μανιχαϊστικές (ή τις απλώς φανατικές) ερμηνείες; Δυστυχώς, όμως, αυτό ποτέ δεν αποδείχθηκε αρκετό για να πείσει τους οπαδούς των αντίθετων απόψεων να παραδεχθούν τον σύνθετο χαρακτήρα της πραγματικότητας. Ainsi soit-il…           

Advertisements

Οι Έλληνες στη Βακτριανή: μέρος Α΄

Δεκέμβριος 8, 2009

 

«Εμείς· οι Aλεξανδρείς, οι Aντιοχείς,
 οι Σελευκείς, κ’ οι πολυάριθμοι
 επίλοιποι Έλληνες Aιγύπτου και Συρίας,
 κ’ οι εν Μηδία, κ’ οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι.
 Με τες εκτεταμένες επικράτειες,
 με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών.
 Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά
 ώς μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ώς τους Ινδούς»

Κ. Π. Καβάφης «Στα  200 π.Χ.«

Σημείο συνάντησης λαών και πολιτισμών, η Κεντρική Ασία παρουσιάζει ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Η περιοχή αυτή, με τη μεγάλη γεωγραφική ποικιλομορφία (καθόσον περιλαμβάνει αχανείς στέππες, εύφορες κοιλάδες ποταμών, πανύψηλες οροσειρές και ερημικές εκτάσεις), είναι αρκετά δύσκολο να οριοθετηθεί, δεδομένου ότι έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις σχετικά με τις περιοχές που περιλαμβάνονται σ΄αυτήν. Διευκρινίζουμε, επομένως, ότι για τους σκοπούς της παρούσας σειράς αναρτήσεων, αναφερόμαστε σε μια γεωγραφική περιοχή που αποτελείται από το βορειοανατολικό τμήμα του σύγχρονου Ιράν, το μεγαλύτερο τμήμα των εδαφών που ανήκουν στις 4 από τις 5 πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας (εν προκειμένω: Ουζμπεκιστάν, Τουρκμενιστάν, νότιο Καζακστάν, Τατζικιστάν), το Αφγανιστάν και το βορειοδυτικό Πακιστάν (Μπαλουτσιστάν και κοιλάδα του Ινδού στο Παντζάμπ). Το ενδιαφέρον μας επικεντρώνεται στην έντονη παρουσία του ελληνικού στοιχείου στην περιοχή αυτή κατά την αρχαιότητα. Η εξιστόρηση της παρουσίας αυτής δεν είναι ιδιαίτερα ευχερής, καθώς οι πηγές που έχουμε στη διάθεσή μας παρουσιάζουν αρκετές ελλείψεις. Λείπουν αρκετά αποσπάσματα αρχαίων ιστορικών συγγραμμάτων (ή και ολόκληρα έργα) που υποθέτουμε ότι αναφέρονταν στην ιστορία του ελληνισμού στην αρχαία Κεντρική Ασία. Σε άλλες περιπτώσεις, κάποια συγγράμματα «διασώζονται» χάρη σε συνόψεις και επιτομές που συντάχθηκαν κατά την ύστερη αρχαιότητα ή κατά τα βυζαντινά χρόνια και τα οποία δεν αποτελούν υπόδειγμα συνεπούς ιστορικού συγγράμματος: συχνά διαπιστώνεται σύγχυση μεταξύ προσώπων και γεγονότων. Επομένως, οι βασικές πηγές για τους σύγχρονους ιστορικούς είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα, μεταξύ των οποίων επιγραφές και κυρίως νομίσματα. Μόνο που έχουμε νομίσματα διπλάσιων ηγεμόνων από αυτούς που αναφέρουν τα αρχαία ιστορικά συγγράμματα και μπορούμε να κάνουμε μόνο υποθέσεις (περισσότερο ή λιγότερο επισφαλείς) για τη δράση του κάθε ηγεμόνα και τον χώρο κυριαρχίας του. Τα προβλήματα αυτά δεν στάθηκαν εμπόδιο για τη συγγραφή ορισμένων ιδιαίτερα συναρπαστικών βιβλίων Ιστορίας. To 1938, ο Βρετανός ιστορικός Γουίλιαμ Γούντθορπ Ταρν δημοσίευε το μνημειώδες έργο του «The Greeks in Bactria & India» (Cambridge University Press, 2η έκδ. 1951, 3η αναθεωρημένη 1997), στο οποίο σκιαγραφούσε το πορτρέτο ενός δυναμικού και κατακτητικού σε όλα τα επίπεδα ελληνισμού. Βεβαίως, διαβάζοντας το βιβλίο του Ταρν δημιουργείται η εντύπωση ότι δεν μας λείπει απολύτως τίποτε σε επίπεδο πηγών: ο Βρετανός ιστορικός κατάρτισε πλήρεις καταλόγους των ελληνιστικών δυναστειών της Κεντρικής Ασίας (με βασιλείς, συμβασιλείς και αντιβασιλείς), στηριζόμενος αποκλειστικά στις υποθέσεις του, οι οποίες είναι, κατ’ ανάγκη, σε μεγάλο βαθμό αυθαίρετες. To 1957, ο Ινδός ιστορικός A. K. Narain δημοσίευε το βιβλίο «The Indo-Greeks» (4η αναθεωρημένη και συμπληρωμένη έκδοση 2003, B.R. Publishing), με το οποίο επιχειρούσε να αντικρούσει τις θεωρίες του Ταρν, παρουσιάζοντας το ελληνικό στοιχείο να δέχεται εντονότατες επιρροές από τους πανάρχαιους πολιτισμούς της περιοχής, τον ιρανικό και, κυρίως, τον ινδικό. Ακολουθώντας τη μέση οδό, Γάλλοι ιστορικοί όπως ο Edouard Will και ο Paul Bernard προσπάθησαν να προβούν σε μια πιο νηφάλια θεώρηση, βασιζόμενοι στα ιστορικά και αρχαιολογικά στοιχεία και επισημαίνοντας τις αβεβαιότητες και τις απορίες του σύγχρονου ιστορικού. Μετά τις σημαντικές ανακαλύψεις των τελευταίων πενήντα χρόνων (η μεγάλη ελληνιστική πόλη στην τοποθεσία Άι Χανούμ του Αφγανιστάν, οι ελληνιστικές επιγραφές της Αλεξάνδρειας της Αραχωσίας-Κανταχάρ) και παρά τα προβλήματα που δημιουργεί η πολιτική αστάθεια στην περιοχή είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πολλά πράγματα για τον τρόπο ζωής και σκέψης αυτών των Ελλήνων που βρέθηκαν τόσες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη μητρόπολη. Ας δούμε όμως την ιστορία από την αρχή.     

Η Κεντρική Ασία ως τμήμα της περσικής αυτοκρατορίας: Ήδη από τα τέλη της δεύτερης χιλιετίας π.Χ., το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής κατοικείται από ιρανικούς πληθυσμούς. Για τον λόγο αυτό θα αναφερθεί στη συνέχεια και ως ανατολικό Ιράν (με τη διευκρίνιση ότι δεν θα πρέπει να υπάρξει σύγχυση με το ανατολικό κομμάτι του σημερινού κράτους του Ιράν). Η περιοχή αποτελεί από πολύ νωρίς (τέλος 6ου αι. π.Χ.) μέρος της περσικής αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών, οι οποίοι την οργανώνουν διοικητικά σε σατραπείες: χρησιμοποιώντας τα ελληνικά ονόματα που καθιερώθηκαν για αυτές, πρόκειται για τη Βακτριανή (σημερινό νότιο Ουζμπεκιστάν και Τατζικιστάν, βορειοδυτικό Αφγανιστάν), τη Μαργιανή (τα εδάφη της οποίας συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό με το σύγχρονο Τουρκμενιστάν), τη Δραγγιανή (ανατολικό Ιράν και περιοχή του Σεϊστάν στο βορειοδυτικό Αφγανιστάν), την Παρθία-Υρκανία (βόρειο-βορειοανατολικό Ιράν), τη Σογδιανή (βόρειο Ουζμπεκιστάν και Τατζικιστάν), την Αρία (ανατολικό Χορασάν στο σημερινό Ιράν και περιοχή του Χεράτ στο Αφγανιστάν), τους Παροπαμισάδες (περιοχή που περιελάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της οροσειράς του Χιντού Κους, του Ινδικού Καυκάσου των Ελλήνων, με τις περιοχές της Καμπούλ και του Μπαγκράμ στο Αφγανιστάν) και την Αραχωσία (νότιο Αφγανιστάν και βορειοδυτικό Πακιστάν). Στα νότια της Αραχωσίας βρίσκονταν οι τρεις σατραπείες της κοιλάδας του Ινδού, μέγιστο όριο της επέκτασης του κράτους των Αχαιμενιδών και χώρος συνύπαρξης Ιρανών και Ινδών. Η σημασία των σατραπειών της Κεντρικής Ασίας είναι μεγάλη για την περσική αυτοκρατορία: στρατηγική, αφενός, μια και το βόρειο τμήμα της περιοχής ταυτίζεται με τα σύνορα της αυτοκρατορίας, πέρα από τα οποία ζουν διάφορα νομαδικά σκυθικά φύλα, επίσης ιρανικής καταγωγής (Σάκες, Μασσαγέτες, Δάχες, Πάρνοι). Αφετέρου, οι σατραπείες αυτές αποτελούν για την αυτοκρατορία πηγή οικονομικού πλούτου, δεξαμενή στρατολογήσιμου ανθρώπινου δυναμικού και δίαυλο εμπορικής επικοινωνίας με την Ινδία. Η Βακτριανή ειδικότερα γνωρίζει σημαντική ανάπτυξη: η πρωτεύουσά της, τα Βάκτρα, καθίσταται μεγάλο αστικό κέντρο. Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με μια πολύ ισχυρή παράδοση, ο Ζωροάστρης έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στα Βάκτρα. Ούτε ότι ο πατέρας του Δαρείου Α΄, ο Υστάσπης, υπήρξε σατράπης της Βακτριανής (ακόμη και βασιλεύοντος του γιου του).

Για τους περισσότερους η ελληνική παρουσία στην περιοχή αρχίζει με την κατάκτησή της από τον Μέγα Αλέξανδρο. Εντούτοις, η πλειονότητα των ιστορικών και αρχαιολόγων είναι πεπεισμένη ότι, τουλάχιστον, στη Βακτριανή ζούσαν Έλληνες και πριν από τη μακεδονική κατάκτηση. Η ύπαρξη ελληνικών παροικιών σε διάφορα σημεία της περσικής αυτοκρατορίας είναι ιστορικά διαπιστωμένη: η άσκηση εμπορικών δραστηριοτήτων, η ανάγκη της αχαιμενιδικής διοίκησης για εξειδικευμένους τεχνίτες ή καλιτέχνες, οι εκτοπίσεις έφεραν ελληνικούς πληθυσμούς στα αστικά κέντρα της αυτοκρατορίας. Κάποιοι από αυτούς τους Έλληνες πρέπει να βρέθηκαν και στις ανατολικές σατραπείες, συγκροτώντας κοινότητες οργανωμένες με βάση τα πρότυπα της πατρίδας τους. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι Έλληνες από την Κυρηναϊκή εκτοπίσθηκαν στη Βακτριανή, ενώ κάποιοι Μιλήσιοι ίσως είχαν εκτοπισθεί, μετά την καταστολή της εξέγερσης των ιωνικών πόλεων, στη Σογδιανή. Η εκστρατεία του Αλέξανδρου, πάντως, μεταβάλλει ριζικά την κατάσταση του ελληνισμού της Κεντρικής Ασίας γιατί θα τον καταστήσει πολιτικά κυρίαρχο στοιχείο της περιοχής και, συνακόλουθα, θα τον ενισχύσει πληθυσμιακά.

Η κατάκτηση της Κεντρικής Ασίας από τον Μ. Αλέξανδρο: ο Αλέξανδρος περνά στις ανατολικές σατραπείες ακριβώς στο χρονικό σημείο που μια συνωμοσία σατραπών – στην οποία κυρίαρχο ρόλο είχε ο Βήσσος, σατράπης της Βακτριανής -, ανατρέπει και τελικά δολοφονεί τον Δαρείο Γ΄ στην Υρκανία (καλοκαίρι του 330 π.Χ.). Ο Βήσσος αυτοανακηρύσεται Μέγας Βασιλεύς με το όνομα Αρταξέρξης. Η εξέγερση του Σατιβαρζάνη, σατράπη της Αρίας τον οποίο ο Αλέξανδρος είχε διατηρήσει στη θέση του, καθυστερεί τον Μακεδόνα και επιτρέπει στον Βήσσο να στρατολογήσει σημαντικές δυνάμεις στη Βακτριανή. Ο Αλέξανδρος όμως αντεπιτίθεται από τους Παροπαμισάδες και αναγκάζει τον Βήσσο να εγκαταλείψει τα Βάκτρα και να υποχωρήσει πέρα από τον Ώξο ποταμό (σημ. Αμού Νταρυά). Η διαφαινόμενη ήττα οδηγεί τους άλλους συνωμότες να προδώσουν τον Βήσσο και να τον παραδώσουν στον Μακεδόνα κατακτητή (329). Ωστόσο, ο θάνατος του Βήσσου δεν συνεπάγεται και το τέλος της ιρανικής αντίστασης, της οποίας την αρχηγία αναλαμβάνει πια ο Σπιταμένης, σατράπης της Σογδιανής. Η κατάκτηση της περιοχής θα αποδειχθεί για τον Αλέξανδρο ιδιαίτερα δυσχερής, χρονοβόρα (θα κρατήσει δύο χρόνια) και με πολλές απώλειες: οι κατακτητές θα αντιμετωπίσουν έναν πραγματικό ανταρτοπόλεμο, στις μεθόδους του οποίου δεν είναι συνηθισμένοι, σε μια δύσβατη περιοχή με διάσπαρτα οχυρά που πρέπει να πολιορκήσουν και να καταλάβουν ένα προς ένα. Τελικά η αντίσταση θα καμφθεί: ο Σπιταμένης θα προδοθεί και θα δολοφονηθεί από τους Σκύθες μισθοφόρους του. Ο πληθυσμός θα υποταγεί, τρομοκρατημένος από τις βιαιοπραγίες των Μακεδόνων. Η αλλαγή καθεστώτος θα σφραγιστεί από ένα συμβολικό γεγονός, τον γάμο του Αλέξανδρου με τη Ρωξάνη, κόρη του Ιρανού ευγενούς Οξυάρτη (327): επρόκειτο ασφαλώς για πράξη πολιτικού χαρακτήρα με σκοπό να σηματοδοτήσει τη συμφιλίωση και τη συνεργασία μεταξύ νέας και παλαιάς άρχουσας τάξης. Η προσπάθεια για μια νέα διοικητική οργάνωση των κατακτημένων περιοχών θα έχει ως συνέπεια την ίδρυση μιας σειράς πόλεων, οργανωμένων σύμφωνα με τα ελληνικά πρότυπα (Αλεξάνδρεια της Αραχωσίας/ σημ. Κανταχάρ, Αλεξάνδρεια της Αρίας/ Χεράτ, Αλεξάνδρεια του Καυκάσου – στους Παροπαμισάδες -, Αλεξάνδρεια η Εσχάτη – στον ποταμό Ιαξάρτη, τον σημερινό Συρ Νταρυά). Από τις πόλεις αυτές αρκετές είναι απλώς στρατόπεδα για την υπεράσπιση των συνόρων της αυτοκρατορίας. Άλλες, πάλι, είναι πραγματικές πόλεις που θα παίξουν σημαντικό ρόλο στην οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη των περιοχών τους. Σε όλες τις περιπτώσεις η ίδρυση συνοδεύεται από τη σύναψη συνθηκών επιγαμίας, προκειμένου να θεωρούνται έγκυροι οι μικτοί γάμοι μεταξύ Μακεδόνων και ιθαγενών.  Μετά από αυτά, ο Αλέξανδρος μπορεί να προχωρήσει στην πραγματοποίηση του επόμενου σχεδίου του, δηλαδή στην κατάκτηση της κοιλάδας του Ινδού.         

Από τον Αλέξανδρο στους Σελευκίδες: Με τον θάνατο του Αλεξάνδρου, τον Ιούνιο του 323 στη Βαβυλώνα, εξεγέρσεις σημειώνονται σε δύο περιοχές της αυτοκρατορίας. Καμία από αυτές δεν προέρχεται από κάποιον από τους υποτελείς λαούς. Η πρώτη εκδηλώνεται στην κυρίως Ελλάδα: πρόκειται για την αθηναϊκή αντίδραση που θα καταλήξει στον λεγόμενο Λαμιακό Πόλεμο. Η δεύτερη είναι η εξέγερση των Ελλήνων της Βακτριανής. Οπωσδήποτε μεταξύ αυτών καταλέγονται και αρκετοί από τους Μακεδόνες στρατιώτες που αναγκάστηκαν από τον Αλέξανδρο να εγκατασταθούν ως έποικοι στη Βακτριανή. Η εγκατάσταση αυτή αποτελούσε σε αρκετές περιπτώσεις τιμωρία στρατευμάτων που είχαν θεωρηθεί απείθαρχα. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι πολλοί από τους στρατιώτες αυτούς είχαν ήδη στασιάσει και το 325, προσπαθώντας απεγνωσμένα να ξεφύγουν από τις αφιλόξενες για αυτούς εσχατιές της οικουμένης. Η εξέγερση θα κατασταλεί με φοβερές σφαγές από τον Πείθωνα, σατράπη της Μηδίας. Όταν επιστρέψει η ηρεμία στην περιοχή θα αναλάβει τα ηνία της σατραπείας ο Κύπριος Στασάνωρ. Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων μεταξύ των Διαδόχων, μεγάλο μέρος της ευρύτερης περιοχής θα πρέπει να βρέθηκε για ένα διάστημα υπό τον έλεγχο του Ευμένη του Καρδιανού (αρχιγραμματέα του Αλέξανδρου), το 316 όμως θα καταφέρει να τον αιχμαλωτίσει και να τον εκτελέσει ο Αντίγονος ο Μονόφθαλμος, ο οποίος θα γίνει κύριος των Άνω Σατραπειών (όπως και του μεγαλύτερου μέρους της αυτοκρατορίας). Η ανάκτηση της Βαβυλωνίας από τον Σέλευκο (τέλη 312) σηματοδοτεί την έναρξη μιας μεγάλης προσπάθειας κατάκτησης του συνόλου των ανατολικών σατραπειών: νικώντας τον Αντίγονο σε μια μεγάλη μάχη που πρέπει να δόθηκε μεταξύ του 309 και του 308, ο Σέλευκος καθίσταται κυρίαρχος του ανατολικού Ιράν. Η υπαγωγή της Κεντρικής Ασίας στην αυτοκρατορία των Σελευκιδών θα έχει σημαντική χρονική διάρκεια στις περισσότερες περιοχές. Σε κάποιες άλλες θα αποδειχθεί εξαιρετική εφήμερη. 

Η Αραχωσία υπό ινδική κυριαρχία: Πράγματι, ο Σέλευκος θα αναγκαστεί γρήγορα να αντιμετωπίσει μια σοβαρή απειλή στις νοτιοανατολικές σατραπείες του. Ξεκινώντας από το βασίλειο της Μαγάδας στην κοιλάδα του Γάγγη, με πρωτεύουσα την Παταλιπούτρα (σημερινή Πάτνα στην ινδική πολιτεία Μπιχάρ), ο Σαντραγκούπτα (Σανδρακόττος για τους Έλληνες), πρώτος ηγεμόνας της δυναστείας των Μαουρύα, θα ιδρύσει (322) μια ισχυρή αυτοκρατορία που θα κυριαρχήσει στο μεγαλύτερο τμήμα της Ινδίας και θα επεκταθεί προς τα βορειοδυτικά. Λαμβάνοντας υπόψη τις δυσχέρειες που παρουσίαζε η προσπάθεια εδραίωσης της εξουσίας τους στις παραμεθόριες περιοχές, αλλά και την απειλή ενδεχόμενης αντεπίθεσης του Αντίγονου στα δυτικά του κράτους του, ο Σέλευκος προτίμησε να συνάψει συνθήκη με τον Ινδό ηγεμόνα (περίπου 305 με 303), προβαίνοντας σε σημαντικές εδαφικές παραχωρήσεις: η Αραχωσία, μεγάλο τμήμα των Παροπαμισάδων, η περιοχή της Γκαντάρα, η Γεδρωσία και μέρος της Αρίας πέρασαν στη δικαιοδοσία του Σαντραγκούπτα. Η συνθήκη περιελάμβανε και ρήτρα επιγαμίας, την οποία οι νεότεροι μελετητές ερμήνευσαν με διαφορετικούς τρόπους: για κάποιους, ο όρος αναφέρεται σε ενδεχόμενο δυναστικό γάμο, πιθανώς μεταξύ του Ινδού βασιλιά και κάποιας από τις κόρες του Σέλευκου. Το πιθανότερο είναι, όμως, η ρήτρα επιγαμίας να συνιστούσε αναγνώριση του κύρους των μικτών γάμων. Το αντάλλαγμα που έδωσε ο Σαντραγκούπτα στον Σέλευκο ήταν η παραχώρηση πολεμικών ελεφάντων (Στράβων, βιβλίο ΙΕ΄, 9: «ἔδωκε δὲ Σέλευκος ὁ Νικάτωρ Σανδροκόττῳ, συνθέμενος ἐπιγαμίαν καὶ ἀντιλαβὼν ἐλέφαντας πεντακοσίους»). Οι ελέφαντες του Σαντραγκούπτα θα αποδειχθούν καθοριστικό όπλο για τον Σέλευκο, καθώς είχαν καίρια συμβολή στη συντριπτική νίκη του Σέλευκου και των συμμάχων του (Λυσίμαχου και Κάσσανδρου) κατά του Αντίγονου και του γιου του, του Δημήτριου του Πολιορκητή, στην Ιψό της Φρυγίας (301). Οι καλές σχέσεις μεταξύ των δύο ηγεμόνων αποδεικνύονται και από την αποστολή, μερικά χρόνια αργότερα, του Μεγασθένη ως πρεσβευτή του Σέλευκου στην αυλή του Σαντραγκούπτα. Ο Μεγασθένης έγραψε τα «Ινδικά», έργο που δεν σώθηκε, πλην όμως αποτέλεσε βασική πηγή μεταγενέστερων συγγραφέων. Οι επαφές Ινδών και Ελλήνων σε ανώτατο επίπεδο θα συνεχιστούν. Αν πιστέψουμε, άλλωστε τον Αθήναιο, ο διάδοχος του Σαντραγκούπτα, ο Μπιντουσάρα έγραψε στον Σελευκίδη βασιλέα Αντίοχο Β΄ για να του ζητήσει να του στείλει «κρασί, σύκα και έναν σοφιστή» ! Ο Αντίοχος του απάντησε ότι θα του στείλει μετά χαράς το κρασί και τα σύκα, αλλά όχι και τον σοφιστή μια και οι ελληνικοί νόμοι το απαγορεύουν (Δειπνοσοφισταί, ΙΔ΄, 652-653)       

Το γεγονός ότι τα εδάφη αυτά βρίσκονταν πλέον υπό ινδική κυριαρχία δεν είχε σε καμιά περίπτωση ως συνέπεια την εξαφάνιση του ελληνισμού. Ειδικά στην Αραχωσία το ελληνικό στοιχείο παρέμεινε και γνώρισε ιδιαίτερη ακμή. Οι πιο σημαντικές αποδείξεις ανάγονται στην περίοδο βασιλείας του τρίτου Μαουρύα ηγεμόνα, του Ασόκα (ή Πιγιαντάσσι, για τους Έλληνες Πιοδάσσης, 269/268-232). Αφού με μια σειρά αιματηρών πολέμων επιτυγχάνει τη μέγιστη εδαφική επέκταση της αυτοκρατορίας του, ο Ασόκα ασπάζεται τον βουδισμό και θεωρεί αποστολή της ζωής του τη διάδοση της βουδιστικής διδασκαλίας. Για τον σκοπό αυτό, άλλωστε, ο Ασόκα έστειλε πρεσβευτές σε όλους τους ηγεμόνες των ελληνιστικών βασιλείων της εποχής (Αντίοχο Β΄ Θεό, Πτολεμαίο Β΄Φιλάδελφο, Αντίγονο Γονατά της Μακεδονίας, Μάγα της Κυρήνης και Αλέξανδρο Β΄ της Ηπείρου). Έκφραση της θρησκευτικής πίστης του Ινδού μονάρχη αποτελούν και τα λεγόμενα Διατάγματα του Ασόκα, επιγραφές λαξευμένες σε βράχο που βρέθηκαν σε διάφορα σημεία της αυτοκρατορίας του: μεταξύ αυτών, δύο που βρέθηκαν κοντά στην Αλεξάνδρεια της Αραχωσίας (Κανταχάρ), εκ των οποίων το πρώτο είναι γραμμένο στα ελληνικά, ενώ το δεύτερο είναι δίγλωσσο, γραμμένο στα ελληνικά και τα αραμαϊκά (τα οποία ήταν μάλλον η κυριότερη γλώσσα της διοίκησης των Αχαιμενιδών). Από μόνο του το γεγονός ότι ο Ασόκα επέλεξε να μεταφράσει διάταγματά του στα ελληνικά αποτελεί απόδειξη για το πολυάριθμο και τη σημασία του ελληνικού στοιχείου στην Αραχωσία, το οποίο συνέχισε να αναπτύσσεται και να ακμάζει (και φυσικά να διατηρεί τη γλώσσα του) μολονότι εδώ και μισό αιώνα ήταν αποκομμένο από τις ρίζες του μητρικού πολιτισμού του. Επιπλέον, όπως διαπιστώνουν οι ειδικοί, η ίδια η μετάφραση είναι αξιοπρόσεχτη. Δεν πρόκειται για το έργο κάποιου μεσαίου ή κατώτερου δημόσιου υπάλληλου με μέτρια γνώση της ελληνικής. Ο μεταφραστής πρέπει να ήταν κάποιος μορφωμένος Έλληνας που κατείχε πλήρως τις έννοιες και το λεξιλόγιο της ελληνικής φιλοσοφίας, ώστε να μεταφράσει με ακρίβεια τις αρχές του βουδισμού που περιείχε το ινδικό ή το αραμαϊκό κείμενο. Με δυο λόγια, οι Έλληνες της Αραχωσίας «αποτελούν μια εθνοτική κοινότητα αναγνωρισμένη, προνομιούχα, μορφωμένη και με μεγάλη επιρροή» (Maurice Sartre “Histoires Grecques”, εκδόσεις Seuil, collection L’ univers historique, Παρίσι 2006, ιστορία αριθ. 22 «Un chapiteau sur les bords de l’ Amou-Daria ou Les Grecs en Bactriane et en Inde«, σελ. 235-246, ειδ. σελ. 240).   

Η Κεντρική Ασία υπό τους Σελευκίδες: Όπως επισημαίνει ο Edouard Will («Histoire politique du monde hellénistique», Presses universitaires de Nancy, 2η έκδ. 1979-1982, επανέκδ. Seuil, 2003, τ. Ι. σελ. 263), οι Σελευκίδες αντιμετωπίζουν δύο χρόνια προβλήματα όσον αφορά τη διοίκηση της αχανούς αυτοκρατορίας τους: το ένα είναι «τεχνικό», η διοίκηση και υπεράσπιση απομακρυσμένων σατραπειών. Το άλλο έχει να κάνει με τη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού της αυτοκρατορίας και αφορά ειδικότερα τη συμβίωση μεταξύ Ιρανών και Ελλήνων. Η αδυναμία τους να επιλύσουν οριστικά τα προβλήματα αυτά αποτελεί και την αιτία της εξασθένησης της κυριαρχίας τους στις ανατολικές σατραπείες και της απώλειας κάποιων από αυτές. Θα ήταν, πάντως, άδικο να κατηγορήσουμε τους Σελευκίδες για αυτή τη σχετική αποτυχία. Η αποστολή τους αυτή μάλλον ξεπερνούσε τις ανθρώπινες δυνάμεις αν ληφθούν υπόψη η έκταση της αυτοκρατορίας, η ανομοιογένεια των περιοχών από απόψεως γεωγραφίας και πληθυσμιακής σύνθεσης, η μορφολογία των εδαφών και το κλίμα, οι συνεχείς απειλές στα δυτικά σύνορα. Ακόμη και το γεγονός ότι επέλεξαν ως πρωτεύουσα την Αντιόχεια του Ορόντη στη Συρία (γιατί ήταν πιο κοντά στο «κέντρο βάρους» της αυτοκρατορίας) και ως συμπρωτεύουσα τη Σελεύκεια του Τίγρη (πιθανώς και για συναισθηματικούς λόγους, καθώς η Βαβυλωνία ήταν η αφετηρία για την κατάκτηση της αυτοκρατορίας) και όχι κάποια πόλη του ευρύτερου ιρανικού χώρου (όπως τα Εκβάτανα της Μηδίας) δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι δεν προσπάθησαν να κρατήσουν υπό τον έλεγχό τους τις Άνω Σατραπείες. Είναι βέβαιο ότι οι Σελευκίδες είχαν σαφώς συνείδηση του γεγονότος ότι αποτελούσαν τη διάδοχη κατάσταση των Αχαιμενιδών (βλ. Amelie Kuhrt, Susan Sherwin-White «From Samarkhand to Sardis: A New Approach to the Seleucid Empire«, University of California Press, 1993). Από τους Μακεδόνες ανώτερους αξιωματικούς που αναγκάστηκαν από τον Αλέξανδρο να πάρουν Ιρανές συζύγους, ο Σέλευκος ήταν ο μόνος που δεν αποκήρυξε στη συνέχεια τη σύζυγό του Απάμα, κόρη του σατράπη της Σογδιανής Σπιταμένη. Κάποια στιγμή μεταξύ 293 και 292, ο Σέλευκος, προκειμένου να χειριστεί καλύτερα τα ζητήματα που αφορούσαν το δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας ονόμασε συμβασιλέα τον γιο του Αντίοχο (τον μετέπειτα Αντίοχο Α΄ τον επονομαζόμενο Σωτήρα) και τον έστειλε να διοικήσει το ανατολικό τμήμα με έδρα, τυπικά, τη Σελεύκεια του Τίγρη. Με δεδομένο ότι τα σημαντικότερα προβλήματα (εισβολές των νομαδικών φυλών του βορρά) αφορούσαν τον ιρανικό χώρο, είναι βέβαιο ότι ο Αντίοχος στα χρόνια της συμβασιλείας με τον πατέρα του διέμεινε για περισσότερο χρονικό διάστημα στη Βακτριανή, έχοντας ως έδρα τα Βάκτρα. Πόσο τυχαίο ήταν το γεγονός ότι ένας Μακεδόνας μονάρχης έστελνε τον γιο, συμβασιλέα και διάδοχό του, μισό Μακεδόνα και μισό Ιρανό, να διοικήσει περιοχές στις οποίες κάποτε ο παπούς του δεύτερου είχε ηγηθεί της ιρανικής αντίστασης κατά των Μακεδόνων; Σε κάθε περίπτωση, η κύρια έγνοια του νεαρού Αντίοχου ήταν η θωράκιση των συνόρων: ο στρατηγός Δημοδάμας διατάχθηκε να περάσει τον Ιαξάρτη και να ενισχύσει τη βορειοανατολική μεθόριο της Σογδιανής. Στο πλαίσιο της επιχείρησης αυτής ιδρύεται η Αντιόχεια της Σκυθίας (πιθανότατα πρόκειται για επανίδρυση της ίδιας πόλης που είχε ιδρύσει ο Αλέξανδρος ως Αλεξάνδρεια Εσχάτη). Σημειώνεται ακόμη η αναγνωριστική επιχείρηση του στρατηγού Πατρόκλου στην περιοχή της Κασπίας, η ίδρυση της Αντιόχειας της Μαργιανής (Μερβ) και η ενίσχυση των οχυρώσεων της Αλεξάνδρειας της Αρίας που μετονομάζεται κι αυτή σε Αντιόχεια.

Όπως προαναφέρθηκε το βασικό ζητούμενο είναι η συνεργασία και αρμονική συμβίωση μεταξύ ιρανικού και ελληνικού στοιχείου. Με βάση τα ιστορικά στοιχεία είναι αδιαμφισβήτητο ότι τόσο ο Σέλευκος Α΄ όσο και ο Αντίοχος Α΄υπήρξαν συνεχιστές της πολιτικής συνεργασίας που είχε εγκαινιάσει ο Αλέξανδρος. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 3ου αιώνα π.Χ. υπάρχουν αρκετά παραδείγματα Ιρανών στην ανώτατη διοίκηση και στον στρατό της αυτοκρατορίας. Φυσικά η πολιτική της συνεργασίας των δύο ελίτ δεν ήταν παντού επιτυχής στον ίδιο βαθμό: η αριστοκρατία στην Περσίδα φαίνεται να εκδηλώνει μια προσκόλληση στις ιρανικές παραδόσεις και να επιδεικνύει απροθυμία στη συνεργασία με τους Σελευκίδες. Η Μηδία, αντίθετα, δεν προκάλεσε ποτέ προβλήματα στους Μακεδόνες κυρίους της. Στις ανατολικές σατραπείες, τέλος, η συνύπαρξη ιρανικού στοιχείου και ελληνισμού θα οδηγήσει, υπό την πίεση του κοινού εχθρού, όχι μόνο στην ειλικρινή συνεργασία, αλλά και στη δημιουργία μιας αυθεντικής διαπολιτισμικής κοινωνίας. Είναι βέβαιο ότι η διακυβέρνηση της Κεντρικής Ασίας από τον Αντίοχο συνέβαλε τα μέγιστα στη δημιουργία ομόνοιας και αλληλοσεβασμού μεταξύ Ελλήνων και Ιρανών.

Οι τάσεις αυτές θα ενισχυθούν στη συνέχεια. Η όλο και μεγαλύτερη απειλή των νομάδων, σε συνδυασμό με την αδυναμία των μοναρχών της Αντιόχειας να βοηθήσουν ουσιαστικά τους υποτελείς τους της Κεντρικής Ασίας, λόγω των διαρκών προβλημάτων στη Μικρά Ασία και στη Συρία, θα έχει, αρκετά γρήγορα, ως αποτέλεσμα την αυτονόμηση της Βακτριανής και άλλων γειτονικών περιοχών.  

Έλληνες και Ιουδαίοι κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο

Νοέμβριος 29, 2009

Εδώ και καιρό ήθελα να γράψω κάτι για τις σχέσεις Ελληνισμού και Ιουδαϊσμού κατά την αρχαιότητα. Η συνάντηση μεταξύ δύο τόσο σημαντικών πολιτισμών, ο πρώτος φύσει πιο οικουμενικός και «επεκτατικός», ο δεύτερος πιο εσωστρεφής, είναι από μόνη της συναρπαστική και γίνεται ακόμη περισσότερο αν συνυπολογίσουμε ότι αναφερόμαστε σε δύο από τους βασικούς παράγοντες διαμόρφωσης της σύγχρονης δυτικής σκέψης, είτε αυτοτελώς είτε μέσα από τη σύνθεσή τους που επιχείρησε ο Χριστιανισμός. Το θέμα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν λάβουμε υπόψη ότι η αντιμετώπισή του έχει σημαδευτεί από σειρά παρεξηγήσεων και προκαταλήψεων. Πράγματι, ο μέσος άνθρωπος αντιλαμβάνεται συνήθως τις έννοιες ως αντιθετικές και ερμηνεύει τη σχέση Ελληνισμού και Ιουδαϊσμού με όρους αντιπαλότητας. Όχι ότι απουσιάζουν οι αφορμές για μια τέτοια θεώρηση: η παρουσίαση του Αντίοχου Δ΄του Επιφανούς ως προσωποποίηση του σατανά και οι θεωρίες των Γνωστικών, οι οποίοι, στο πλαίσιο της δυϊστικής κοσμοθεωρίας τους, συχνά ταύτιζαν τον Γιαχβέ με τον δημιουργό του ατελούς υλικού κόσμου, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα της αντίληψης που θεωρεί τις δύο έννοιες ασύμβατες μεταξύ τους. Φυσικά, η ιστορική πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη, καθώς καταδεικνύει μια αρκετά παραγωγική σχέση αμφίδρομου (έστω και όχι κατ’ ανάγκη ισοβαρούς) επηρεασμού.

Είχα, λοιπόν, την επιθυμία να γράψω, αλλά δεν θεωρώ τον εαυτό μου αρκετά καλό γνώστη του Ιουδαϊσμού ώστε να γράψω κάτι μόνος μου. Προτίμησα, επομένως, να μεταφέρω ένα από τα αναγνώσματά μου, προσθέτοντας εδώ κι εκεί κάποιες δικές μου σκέψεις. Το ανάγνωσμα αυτό είναι το βιβλίο του Γάλλου ιστορικού Μωρίς Σαρτρ, ειδικού στην Ιστορία της ανατολικής Μεσογείου κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο, το οποίο φέρει τον τίτλο «Histoires Grecques» (εκδόσεις Seuil, collection L’ univers historique, Παρίσι 2006, φέτος εκδόθηκε και ως βιβλίο «τσέπης»). Ξεκινώντας από κάποια πηγή (ένα μύθο, ένα απόσπασμα χρονικού ή αρχαίου ιστορικού συγγράματος, μια επιγραφή, ένα ψήφισμα πόλης ή ακόμη κι από ένα νόμισμα), ο συγγραφέας αναλύει διάφορα θέματα της αρχαίας ελληνικής Ιστορίας, από τα αρχαϊκά χρόνια μέχρι την ύστερη αρχαιότητα (η τελευταία ιστορία έχει θέμα την Υπατία). Τέσσερις από τις 43 ιστορίες του βιβλίου αναφέρονται στις σχέσεις Ελληνισμού και Ιουδαϊσμού. Αφήνω, προς το παρόν, την πρώτη από αυτές (αριθ. 24: «Un onagre pour le roi ou Grecs, Juifs et hellénisme en Transjordanie», σελ. 255-262), μια και έχει χαρακτήρα ας πούμε αναγνωριστικό, για να αναφερθώ συνοπτικά στις δύο επόμενες και κάπως πιο αναλυτικά στην τελευταία.

Η δεύτερη ιστορία (αριθ. 28, «Jason l’ impie ou L’ hellénisme à Jérusalem«, σελ. 293-300), κάνει λόγο για τα γεγονότα που προηγήθηκαν της εξέγερσης των Μακκαβαίων κατά του Σελευκίδη βασιλέα Αντίοχου Δ΄ του Επιφανούς, η οποία θα καταλήξει στην επανίδρυση ανεξάρτητου εβραϊκού κράτους. Τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα αποδεικνύουν ότι η υπόθεση ξεκινά όχι τόσο ως σύγκρουση μεταξύ εθνών ή έστω μεταξύ ενός έθνους και μιας κρατικής οντότητας που ασκεί εξουσία στα εδάφη του, αλλά ως εμφύλια διαμάχη μεταξύ ορθόδοξων και εξελληνισμένων («Ελληνιστών») Εβραίων. 175 π.Χ.: στην Αντιόχεια επικρατεί δυναστική κρίση. Ο Σέλευκος Δ΄ έχει μόλις πεθάνει και τον διαδέχεται ο αδελφός του Αντίοχος και όχι ο νόμιμος διάδοχος, ο γιος του Δημήτριος που βρίσκεται ως όμηρος στη Ρώμη, όπου έχει μόλις αντικαταστήσει τον θείο του. Ο Αρχιερέας Ονίας πηγαίνει στην Αντιόχεια για να δώσει εξηγήσεις, καθώς οι αρχές του Ναού της Ιερουσαλήμ αρνήθηκαν να καταβάλουν τη χρηματική εισφορά που όφειλαν. Την κατάσταση την εκμεταλλεύεται ο αδελφός του αρχιερέα, ο Γιοσουέ, που έχει εξελληνίσει το όνομά του και αναφέρεται πλέον ως Ιάσων. Ζητά από τον Σελευκίδη μονάρχη το αρχιερατικό αξίωμα καθώς και την άδεια να οργανώσει την Ιερουσαλήμ στα πρότυπα ελληνικής πόλεως με την ονομασία Αντιόχεια, κάτι που συνεπάγεται την επίσημη καταγραφή των πολιτών και την ίδρυση και ανέγερση γυμνασίου και εφηβείου. Τί σημαίνουν όλα αυτά; Θα μπορούσε ο Ιάσων να αποδυθεί σε μια τέτοια προσπάθεια, αν δεν είχε βάσιμες ελπίδες ότι θα πετύχει; Προφανώς, όχι. Μάλλον μπορούμε να συμπεράνουμε ότι κατά την εποχή εκείνη ο ελληνικός τρόπος ζωής και σκέψης ασκεί αδιαμφιβήτητη γοητεία και επιρροή σε ένα υπολογίσιμο κομμάτι της εβραϊκής ελίτ. Τούτο δε, μολονότι ο Ιουδαϊσμός ήταν φύσει ανθεκτικότερος στην επίδραση του Ελληνισμού, μια και ο Νόμος δεν καθορίζει μόνο τη θρησκευτική ζωή, αλλά και την καθημερινότητα. Όπως επισημαίνει και ο Μωρίς Σαρτρ: «η βούληση του Ιάσωνα να προβεί σε μεταρρυθμίσεις απορρέει από το μέλημά του να εντάξει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τους εξελληνισμένους (σαν κι εκείνον) συμπατριώτες του  στην κοινωνία της εποχής. Αυτό στο οποίο στοχεύει μοιάζει πολύ με ό,τι συνέβη στη Φοινίκη έναν αιώνα νωρίτερα και συντελείται επίσης στη Μεσοποταμία και στην ενδοχώρα της Ανατολίας. Με άλλα λόγια, ο Ιάσων δεν επιθυμεί κάτι άλλο παρά να είναι μοντέρνος». Παράλληλα, διαπιστώνει ότι ο ελληνικός τρόπος ζωής δεν συνεπάγεται απαραίτητα κάτι που αντιβαίνει στην ιουδαϊκή πίστη. Επομένως, προχωρά στην υλοποίηση των σχεδίων του. Φαίνεται όμως πως δεν έλαβε υπόψη του κάποια δεδομένα, τα οποία επρόκειτο να καταδικάσουν το εγχείρημά του: το σχέδιο έχει ως αποτέλεσμα τη διαίρεση των Εβραίων σε πολίτες δύο κατηγοριών, με τους εξελληνισμένους να βρίσκονται στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας, κι έχει ακόμη ως έμμεση συνέπεια την ενθάρρυνη πρακτικών που τελικώς αντιβαίνουν στον Μωσαϊκό Νόμο. Οι ελληνιστές που συχνάζουν στο γυμνάσιο και ασκούνται γυμνοί θέλουν να μη διαφέρουν σε τίποτα από τους πραγματικούς Έλληνες: συνεπώς προσπαθούν με χειρουργικές επεμβάσεις να καλύψουν τα σημάδια της περιτομής ή αποφεύγουν να κάνουν περιτομή στα παιδιά τους. Η περιτομή, όμως, συμβολίζει την ένωση του Γιαχβέ με τον λαό του. Ο Ιάσων «είχε ανοίξει το κουτί της Πανδώρας». Τα γεγονότα θα τον ξεπεράσουν κι όταν τον διαδεχθούν άλλοι, με μικρότερη έγνοια να τηρήσουν τα προστάγματα της Τορά, όπως ο Μενέλαος (όνομα όχι «αθώο», αν θυμηθούμε τον μύθο που εμφάνιζε την Ιερουσαλήμ σαν αδελφή πόλη της Σπάρτης), η σύγκρουση θα καταστεί αναπόφευκτη και το «ελληνικό πείραμα» της Ιερουσαλήμ θα καταλήξει σε οικτρή αποτυχία. 

Η τρίτη ιστορία (αριθ. 35, «Des martyrs païens à Alexandrie ou Grecs et Juifs à Alexandrie au Ier siècle apr. J.-C.«, σελ. 361-372), αναφέρεται στα γεγονότα του 37 μ.Χ., δηλαδή μόλις έχει ανέβει στον θρόνο του Ρωμαίου αυτοκράτορα ο Καλιγούλας, τα οποία αποτελούν πιθανώς το πρώτο πογκρόμ που έχει καταγράψει η Ιστορία και τα οποία διέσωσε ο εξελληνισμένος Ιουδαίος φιλόσοφος Φίλων ο Αλεξανδρεύς.  Δεν θα σταθούμε σε αναλυτική παράθεση των συμβάντων, τα οποία παρουσιάζουν τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά των πογκρόμ που γνώρισε η Ευρώπη κατά τα μεσαιωνικά και νεότερα χρόνια: οι βιαιοπραγίες περιλάμβαναν αρχικά τον περιορισμό του εβραϊκού πληθυσμού σε ένα τμήμα μιας εκ των συνοικιών («μοιρών») της Αλεξάνδρειας, δηλαδή ουσιαστικά σε ένα γκέτο, λεηλασίες και δολοφονίες. Όσοι έχουν γερό στομάχι μπορούν να διαβάσουν την περιγραφή του Φίλωνος («Εις Φλάκκον», 55 επ., και «Προς Γάΐον», 124 επ.). Θα επισημάνουμε απλώς ότι σε αντίθεση με τα πογκρόμ στη χριστιανική Ευρώπη, οι ταραχές στην Αλεξάνδρεια δεν έχουν ως αιτία (ή αφορμή) τις θρησκευτικές διαφορές, αλλά οφείλονται σε πολιτικά και κοινωνικά αίτια. Θα πούμε ότι η εβραϊκή κοινότητα της Αλεξάνδρειας ήκμασε στα χρόνια των Πτολεμαίων (η περίφημη μετάφραση των Εβδομήκοντα δεν αποτελεί μια έμμεση απόδειξη για αυτό;), προφανέστατα γιατί οι Λαγίδες ακολούθησαν πολιτική αρκετά φιλική προς αυτήν. Άλλωστε, ο στοιχειώδης πολιτικός ρεαλισμός επέβαλλε την πολιτική αυτή έναντι μιας κοινότητας, της οποίας οι δραστηριότητες ήταν χρήσιμες για την οικονομία του κράτους. Με τη ρωμαϊκή κυριαρχία, η κατάσταση των Εβραίων επιδεινώθηκε. Στην Αλεξάνδρεια της εποχής ελάχιστοι επιφανείς πολίτες είχαν αποκτήσει τη ρωμαϊκή ιθαγένεια. Όσον αφορά τους υπόλοιπους κατοίκους, η Ρώμη αναγνώριζε πολιτικά δικαιώματα μόνον στους «Αλεξανδρείς», δηλαδή στους Έλληνες πολίτες της Αλεξάνδρειας. Προσπαθώντας να αποκτήσουν κάποια δικαιώματα, οι Εβραίοι της Αλεξάνδρειας επιχείρησαν να πείσουν τις αρχές ότι και αυτοί ήταν «Αλεξανδρείς», καθώς, όπως ισχυρίζονταν, η κοινότητά τους υπήρχε στην Αλεξάνδρεια από ιδρύσεως της πόλης. Οι ενέργειες αυτές εξαγρίωσαν τον ελληνικό πληθυσμό, γιατί τυχόν επιτυχία της προσπάθειας των Ιουδαίων θα σήμαινε λιγότερη εξουσία και, ιδίως, μικρότερα μερίδια στις διανομές τροφίμων από τις αρχές. Το αποτέλεσμα, δυστυχώς, γνωρίζουμε ποιό ήταν.

Το πιο μεγάλο ενδιαφέρον, όμως, το έχει η τέταρτη ιστορία, γιατί δείχνει τη συνύπαρξη και όχι τη σύγκρουση Ελλήνων και Εβραίων (αριθ. 41, «Uriner devant Aphrodite ou Juifs et Grecs six siècles plus tard«, σελ. 417-425). Η πηγή εν προκειμένω δεν είναι κάποιο ιστορικό σύγγραμα, αλλά ένα απόσπασμα της Μισνά (משנה), δηλαδή του σώματος των ερμηνευτικών σχολίων στον Νόμο (Μισνά Αβοντά Ζαρά 3,4: πρόκειται ακριβώς για το τμήμα της Μισνά που πραγματεύεται το ζήτημα της ειδωλολατρείας). Βρισκόμαστε στην Πτολεμαϊδα της Φοινίκης, τον μετέπειτα Άγιο Ιωάννη της Άκρας στα χρόνια των σταυροφοριών και των φραγκικών κρατών της Συρίας-Παλαιστίνης, τη σημερινή Άκκο στο Ισραήλ, στα τέλη του 1ου αι. μ.Χ.. Ένας Έλληνας, ο Πρόκλος Φιλοσόφου (κατά πάσα πιθανότητα φανταστικό πρόσωπο) βρίσκεται στις θέρμες της Αφροδίτης μαζί με τον Φαρισαίο νομοδιδάσκαλο Γαμαλιήλ Β΄ (Rabban Gamaliel II, רבן גמליאל דיבנה‎), προεδρεύοντα του Σανεντρίν ( סַנְהֶדְרִין‎), δηλαδή του ανώτατου ιουδαϊκού συμβουλίου (η λέξη όπως είναι προφανές ετυμολογείται από την ελληνική «συνέδριον»). Ο Έλληνας ρωτά τον Εβραίο νομοδιδάσκαλο: Αφού γράφει στην Τορά σας «οὐ προσκολληθήσεται ἐν τη̨̃ χειρί σου οὐδέν ἀπό του̃ ἀναθέματος» (Δευτερονόμιον 13,18), εσύ πώς λούζεσαι στις θέρμες της Αφροδίτης; Ο Γαμαλιήλ του αποκρίνεται ότι δεν μπορεί να του απαντήσει στο ερώτημα αυτό μέσα στα λουτρά. Μόλις βγουν από τις θέρμες, του εξηγεί: «Οι θέρμες δεν χτίστηκαν για να αποτελούν ένα στολίδι που θα τιμά τη θεά Αφροδίτη, αλλά το άγαλμα της Αφροδίτης έχει τοποθετηθεί για να διακοσμεί τις θέρμες. Άλλωστε, ακόμα κι αν σε πλήρωναν αδρά για αυτό, δεν θα έμπαινες στον ναό της θεάς γυμνός ούτε θα ουρούσες μπροστά στο άγαλμά της. Εδώ, όμως, το άγαλμα βρίσκεται σχεδόν πάνω από τα ουρητήρια… Στον Νόμο μας είναι γραμμένο ότι οι θεοί των άλλων είναι κάτι το απαγορευμένο για μας όταν λατρεύονται σαν θεοί…».

Το απόσπασμα αποδεικνύει επαρκώς τη διάδραση Ελληνισμού-Ιουδαϊσμού. Ο Έλληνας γνωρίζει αρκετά για την ιουδαϊκή θρησκεία, καθώς έχει αποστηθίσει χωρία της Τορά. Την ίδια στιγμή, ένας επιφανής Ιουδαίος βρίσκεται στα λουτρά (χώρο αναψυχής, κοινωνικών συναναστροφών και πνευματικών αναζητήσεων σύμφωνα με τις ελληνικές αντιλήψεις) και ξεκινά μια φιλοσοφική συζήτηση, συνήθειες απολύτως ελληνικές. Βεβαίως, θέτει κάποια όρια, καθώς αρνείται να συζητήσει μέσα στα λουτρά για θέματα που αφορούν την Τορά. Όταν όμως δίνει απαντήσεις, εισάγει στον εβραϊκό τρόπο σκέψης ιδέες και έννοιες σαφώς νεωτεριστικές, εξέλιξη στην οποία δεν είναι καθόλου αμέτοχη η επίδραση του Ελληνισμού. Για να αναπτύξει τις ιδέες του, ο Γαμαλιήλ χρησιμοποεί ατόφια τη μαιευτική του Σωκράτη, και μέσω αυτής προβαίνει σε μια σημαντική (και καινοτόμο για τον ιουδαϊκό τρόπο σκέψης) διάκριση ανάμεσα στα είδωλα και τις απεικονίσεις που έχουν θρησκευτικό και λατρευτικό σκοπό (και, ως εκ τούτου, είναι απαγορευμένα αντικείμενα για έναν Εβραίο) και σε αυτά που δεν έχουν, είναι διακοσμητικά αντικείμενα ή έργα τέχνης και για τα οποία δεν ισχύει η απαγόρευση του Νόμου. Όπως σημειώνει ο Σαρτρ «σε μια διαπολιτισμική κοινωνία, κάθε ομάδα, χωρίς να απαρνείται την ταυτότητά της, προσπαθεί να απαλλαγεί από τους κανόνες που την απομονώνουν ανώφελα, προκειμένου να διατηρήσει το ουσιώδες». Η αντίδραση είναι απολύτως εύλογη στην εποχή μετά τον Πρώτο Ιουδαϊκό Πόλεμο, την καταστροφή του Ναού και την εκδίωξη από την Ιερουσαλήμ, εποχή κατά την οποία οι Εβραίοι ζουν ως μειονότητα σε πόλεις όπου κυριαρχούν ξένοι. Στο πλαίσιο αυτό, η τήρηση κατά γράμμα κάποιων θρησκευτικών κανόνων καθίσταται στείρα πρακτική. Αν το Ταλμούδ επαινεί τον ραββίνο Ναούμ μπαρ Σιμάι επειδή σ’ όλη του τη ζωή δεν αντίκρισε ούτε μια φορά απεικόνιση ανθρώπινης μορφής, ούτε καν σε νόμισμα, κανείς άνθρωπος που ζει φυσιολογική ζωή δεν θα μπορούσε να τηρήσει πιστά μια τέτοια απαγόρευση. «Μόνο ένας ραββίνος που δεν χρειάζεται να κάνει ο ίδιος τα καθημερινά ψώνια του ή να πληρώσει τους φόρους του».

Εκτός, όμως, από την ανάγκη προσαρμογής στις νέες συνθήκες, η εξέλιξη της ιουδαϊκής σκέψης οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην επίδραση που άσκησε σ’ αυτήν ο ελληνικός τρόπος σκέψης, τόσο πριν όσο και μετά την εξέγερση των Μακκαβαίων (δηλαδή ακόμα και όσο υπήρχε ανεξάρτητο εβραϊκό κράτος).  Οι ελληνικές επιρροές είναι εμφανείς σε πολλούς τομείς. Το πασίγνωστο βιβλίο του Εκκλησιαστή (Κοχελέτ, קהלת ), το οποίο γράφτηκε τον 3ο αι. π.Χ. διαπνέεται από τη φιλοσοφία του στωϊκισμού. Το βιβλίο της Ιουδήθ, με χαρακτήρα καθαρά εθνικιστικό καθώς η ιστορία της σύγκρουσης Εβραίων και Ασσυρίων αποτελεί αλληγορία που υπονοεί τον αγώνα κατά των Σελευκιδών, ακολουθεί ως προς τη δομή και τη μυθοπλασία καθαρά ελληνικά πρότυπα. Ακόμη, είναι πολλά τα παραδείγματα Ιουδαίων που συγγράφουν τα έργα τους στα ελληνικά, από τον Φίλωνα μέχρι τον γνωστό ιστορικό Φλάβιο Ιώσηπο.

Με άλλα λόγια, το διαπολιτισμικό και πολυεθνοτικό περιβάλλον στο οποίο ζουν, αναγκάζει τους Εβραίους να αναζητήσουν τα ουσιώδη στοιχεία της ταυτότητάς του χρησιμοποιώντας σε μεγάλο βαθμό τα πνευματικά μέσα που τους παρέχει ο Ελληνισμός. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τις αναπόφευκτες συγκρούσεις που σημάδεψαν τις σχέσεις Ιουδαϊσμού και Ελληνισμού, έχουμε μπροστά μας ένα καλό παράδειγμα πολιτισμικής διάδρασης που οδήγησε σε εξέλιξη. Θα προτιμούσα ειλικρινά να σταθώ σ’ αυτό.       


Αρέσει σε %d bloggers: