Ο κύκλος της Ελευσίνας

Δεκεμβρίου 14, 2011

Ένα ζεστό πρωινό στην καρδιά του καλοκαιριού. Ένα προάστιο στα ανατολικά της Αλεξάνδρειας, πάνω στον δρόμο που οδηγεί στην Κάνωπο. Ένα προάστιο δίχως τίποτε το ξεχωριστό που φέρει όμως ένα βαρύ όνομα. Ο τόπος αυτός ονομάζεται Ελευσίνα και πρόκειται να γίνει σε λίγο το επίκεντρο κοσμοϊστορικών εξελίξεων.

Κάτι το αλλόκοτο πλανάται: τις προηγούμενες εβδομάδες συνέβησαν πράγματα πρωτόγνωρα. Αλλά, ίσως, αυτός ο παράξενος αέρας να προμηνύει τα ακόμα πιο απρόσμενα που πρόκειται να συμβούν. Πρώτα-πρώτα, μόνο οι θεοί γνωρίζουν αν υπάρχει σπιθαμή εδάφους αιγυπτιακού που να την ελέγχουν οι Λαγίδες. Τα τρία αδέλφια που διεκδικούν το θρόνο, ο Πτολεμαίος (Στ΄) Φιλομήτωρ,  η Κλεοπάτρα (Β΄), και ο νεότερος, ο Πτολεμαίος (Η΄ Ευεργέτης Β΄) που θα μείνει στην Ιστορία με το διόλου τιμητικό προσωνύμιο «Φύσκων» (μια και διέθετε τα τυπικά προσόντα για να διεκδικήσει θέση αντιπροέδρου στη σύγχρονη ελληνική κυβέρνηση), έδειξαν να ξεπερνούν τις διαφορές τους μπροστά στον κοινό κίνδυνο. Εις μάτην! Σ’ έναν πόλεμο που δεν είχε ο ίδιος επιδιώξει, ο Σελευκίδης βασιλιάς Αντίοχος όρμησε σα σίφουνας στην Αίγυπτο, συντρίβοντας όποια αντίσταση συνάντησε. Έφτασε μέχρι τη Μέμφιδα και κάποιοι λένε πως στέφθηκε Φαραώ. Τώρα είναι έτοιμος να καταλάβει την ανυπεράσπιστη Αλεξάνδρεια. Να ολοκληρώσει το θρίαμβο που θα ενώσει τα δύο βασίλεια υπό το στέμμα του. Ν’ αναβιώσει σχεδόν την αυτοκρατορία του Αλεξάνδρου.

Κι όμως… Ο θριαμβευτής, που έχει στρατοπεδεύσει ακριβώς σ’ αυτήν την Ελευσίνα, δεν είναι βέβαιος για το αν θα μπορέσει να κρατήσει ό,τι κέρδισε στα πεδία των μαχών. Ως τώρα, η Ρώμη παρακολουθούσε τη σύγκρουση των δύο ελληνιστικών βασιλείων από απόσταση. Είχε τους λόγους της: πολεμούσε τους Μακεδόνες κι η σύρραξη ήταν αμφίρροπη. Μα πριν από λίγες μέρες όλα κρίθηκαν στην Πύδνα. Το βασίλειο των Αντιγονιδών δεν υπάρχει πλέον. Κι η Ρώμη είναι ελεύθερη ν’ ασχοληθεί μ’ αυτόν τον “Συριακό” πόλεμο που φαίνεται να έχει τόσο επικίνδυνη γι’ αυτήν κατάληξη.

Ο Αντίοχος έχει ήδη ειδοποιηθεί κι αναμένει την επίσκεψη του Ρωμαίου απεσταλμένου που την προηγούμενη μέρα έφτασε στην Αλεξάνδρεια. Ποιος ξέρει τι να περνά από το μυαλό του Σελευκίδη. Ίσως να τα ξέρει όλα από πριν και να έχει αποδεχτεί το πεπρωμένο. Ίσως πάλι οι θρίαμβοι να έχουν θολώσει την κρίση του και να ελπίζει για το καλύτερο. Ο απεσταλμένος αυτός που τώρα περιμένει δεν είναι άλλωστε παλιός γνώριμος; Φίλος από τα νεανικά χρόνια, τα χρόνια της χρυσής αιχμαλωσίας στη Ρώμη, όταν ο Αντίοχος είχε σταλεί όμηρος, ως εγγύηση για την τήρηση της τόσο επαχθούς Συνθήκης της Απάμειας. Ο Γάιος Ποπίλιος Λαίνας φτάνει στην Ελευσίνα. Ο Αντίοχος τείνει το χέρι του κι ετοιμάζεται ν’ αγκαλιάσει και να φιλήσει τον παλιό του φίλο. Εκείνος, όμως, του απαντά ψυχρά ότι οι χαιρετισμοί πρέπει να περιμένουν. Του δίνει ένα έγγραφο. Το μήνυμα της Συγκλήτου. Ο Αντίοχος διαβάζει βιαστικά, το πρόσωπό του σκοτεινιάζει. Ταραγμένος, ζητεί από τον Ποπίλιο διορία να διαβουλευθεί με τους επιτελείς και τους συμβούλους του πριν του δώσει απάντηση. Ατάραχος ο Ποπίλιος παίρνει το ραβδί του και χαράζει πάνω στο χώμα ένα κύκλο μες στον οποίο βρίσκονται εκείνος κι ο Σελευκίδης. «Βασιλιά, πρέπει να μου δώσεις την απάντηση πριν βγεις απ’ αυτόν τον κύκλο»! Ο Αντίοχος πρέπει να συνειδητοποίησε τότε το μάταιο του πράγματος: «Θα πράξω ό,τι προστάζει η Σύγκλητος»! Έπειτα από αυτό, ο Ποπίλιος αγκάλιασε και φίλησε τον βασιλιά, ενώ τα μέλη της ρωμαϊκής αντιπροσωπείας και του επιτελείου του Σελευκίδη αντάλλαξαν θερμούς χαιρετισμούς και φιλοφρονήσεις.

Τι ζήτησε η Σύγκλητος από το Σελευκίδη; Τίποτε λιγότερο από το να παραχωρήσει (επιστρέφοντάς τα στους Λαγίδες) όλα όσα είχε κερδίσει στη διάρκεια του πολέμου, Αίγυπτο και Κύπρο δηλαδή. Ουδέποτε θριαμβευτής είχε ταπεινωθεί με τέτοιο τρόπο.

«ὁ Ποπίλιος ὁ τῶν Ῥωμαίων στρατηγός, τοῦ βασιλέως πόρρωθεν ἀσπαζομένου διὰ τῆς φωνῆς καὶ τὴν δεξιὰν προτείνοντος, πρόχειρον ἔχων τὸ δελτάριον, ἐν ᾧ τὸ τῆς συγκλήτου δόγμα κατετέτακτο, προύτεινεν αὐτῷ καὶ τοῦτ᾽ ἐκέλευσε πρῶτον ἀναγνῶναι τὸν Ἀντίοχον, ὡς μὲν ἐμοὶ δοκεῖ, μὴ πρότερον ἀξιώσας τὸ τῆς φιλίας σύνθημα ποιεῖν πρὶν ἢ τὴν προαίρεσιν ἐπιγνῶναι τοῦ δεξιουμένου, πότερα φίλιος ἢ πολέμιός ἐστιν. ἐπεὶ δ᾽ ὁ βασιλεὺς ἀναγνοὺς ἔφη βούλεσθαι μεταδοῦναι τοῖς φίλοις ὑπὲρ τῶν προσπεπτωκότων, ἀκούσας ὁ Ποπίλιος ἐποίησε πρᾶγμα βαρὺ μὲν δοκοῦν εἶναι καὶ τελέως ὑπερήφανον: ἔχων γὰρ πρόχειρον ἀμπελίνην βακτηρίαν περιέγραφε τῷ κλήματι τὸν Ἀντίοχον ἐν τούτῳ τε τῷ γύρῳ τὴν ἀπόφασιν ἐκέλευσε δοῦναι περὶ τῶν γεγραμμένων: ὁ δὲ βασιλεὺς ξενισθεὶς τὸ γινόμενον καὶ τὴν ὑπεροχήν, βραχὺν χρόνον ἐναπορήσας ἔφη ποιήσειν πᾶν τὸ παρακαλούμενον ὑπὸ Ῥωμαίων. οἱ δὲ περὶ τὸν Ποπίλιον τότε τὴν δεξιὰν αὐτοῦ λαμβάνοντες ἅμα πάντες ἠσπάζοντο φιλοφρόνως. ἦν δὲ τὰ γεγραμμένα λύειν ἐξ αὐτῆς τὸν πρὸς Πτολεμαῖον πόλεμον» (Πολύβιος, ΚΘ΄, 27, 2-7).

Ο παρεξηγημένος: ο Αντίοχος Δ΄ ο Επιφανής είναι κατά πάσα πιθανότητα ο πιο παρεξηγημένος μονάρχης της Ελληνιστικής Περιόδου. Η ατυχής για τον Αντίοχο συγκυρία, τουλάχιστον όσον αφορά την υστεροφημία του κατά τον Μεσαίωνα και τους Νεότερους Χρόνους, έγκειται στο ότι υπήρξε ο αντίπαλος του ιουδαϊκού έθνους κατά την εξέγερση των Μακκαβαίων, η οποία οδήγησε στην επανίδρυση ανεξάρτητου ιουδαϊκού κράτους. Λογικό ήταν ο Αντίοχος να πάρει τον ρόλο του απόλυτου κακού και στον ιδρυτικό μύθο του κράτους αυτού και στην μεταγενέστερη εβραϊκή παράδοση. Επιπροσθέτως, η αφομοίωση της τελευταίας από τον χριστιανισμό εξασφάλισε τη διαιώνιση της αρνητικής εικόνας του Σελευκίδη ηγεμόνα: οι Μακκαβαίοι υπήρξαν το πρότυπο του ευγενούς πολεμιστή για τους ιππότες του Μεσαίωνα. Οι Ιωαννίτες Ιππότες έφτασαν μέχρι το σημείο να κατασκευάσουν τη μυθική γενεαλογία τους, έχοντας αναγάγει τις ρίζες τους ακριβώς στους Μακκαβαίους! Έτσι, στη χριστιανική παράδοση ο δυστυχής Αντίοχος κατέληξε να εμφανίζεται ως… Αντίχριστος!

Με τις σχέσεις Αντίοχου και Ιουδαίων, για τις οποίες τόσα έχουν γραφεί, είχαμε ασχοληθεί και στο παρελθόν (έστω και όχι αναλυτικά). Θα υπενθυμίσουμε απλώς ότι ο Αντίοχος ουσιαστικά ενήργησε όπως κι ο οποιοσδήποτε ηγεμόνας που έρχεται αντιμέτωπος με μια εξεγερμένη επαρχία και κινδυνεύει να απωλέσει την κυριαρχία του επί εδαφών και, κυρίως, φόρους που ήλπιζε να εισπράξει. Κανένα ιστορικό στοιχείο δεν μας υποχρεώνει να ερμηνεύσουμε τον ιουδαϊκό πόλεμο του Επιφανούς ως αναμέτρηση Ελληνισμού και Ιουδαϊσμού. Κι αν υπάρχει σε κάποιο βαθμό το στοιχείο της πολιτισμικής σύγκρουσης, αυτή η σύγκρουση αφορά πρωτίστως τάσεις που εκδηλώθηκαν στο εσωτερικό της ιουδαϊκής κοινότητας.

Ωστόσο, η δυσφήμηση του Επιφανούς δεν οφείλεται μόνο στην ιουδαιοχριστιανική παράδοση: έχει τις ρίζες της στην ίδια την εποχή του Σελευκίδη ηγεμόνα και στη μεταγενέστερη «κλασσική» γραμματεία. Δεν χρειάζεται τίποτε περισσότερο από το να θυμηθούμε τις ιστορίες για τον Αντίοχο που τριγυρνά μεταμφιεσμένος στα καπηλειά της Αντιόχειας συναναστρεφόμενους υποκείμενα της τελευταίας υποστάθμης ή τα λογοπαίγνια «Επιφανής = Επιμανής (δηλ. τρελός για δέσιμο)». Πρόκειται για τις φήμες και τα κουτσομπολιά που μας διασώζει ο Αθήναιος (Δειπνοσοφισταί, Ε΄, 193 δ΄, και Ι΄, 439 α΄), διαβεβαιώνοντάς μας πως προέρχονται από το εικοστό έκτο βιβλίο της Ιστορίας του Πολύβιου. Το μάθημά μας, πάντως, το έχουμε κατανοήσει και ξέρουμε καλά ότι δεν είναι απαραίτητο να παίρνουμε τοις μετρητοίς οτιδήποτε προέρχεται από συγγραφέα της Αρχαιότητας, όσο αξιόπιστος κι αν είναι.

Ι. Σφετεριστής και κάτοχος δοτής εξουσίας;

Α. Από τη γέννηση του Αντίοχου έως την ομηρεία στη Ρώμη

Ενδεικτικό του ελλιπούς χαρακτήρα των γνώσεών μας, ακόμη και για πολύ γνωστές φυσιογνωμίες της Ιστορίας της Αρχαιότητας, είναι το γεγονός ότι αγνοούμε την ακριβή χρονολογία γέννησης του Αντίοχου Δ΄. Η συνηθέστερα αναφερόμενη χρονολογία (-215) δεν είναι παρά η απώτατη δυνατή. Ο Δανός ιστορικός Όττο Μέρκολμ, συγγραφέας της σημαντικότερης ίσως μονογραφίας για τον Σελευκίδη μονάρχη, υπέθετε ότι ο Αντίοχος ο Μέγας και η Λαοδίκη απέκτησαν τον μετέπειτα Επιφανή, τρίτο κατά σειρά γιο τους, μεταξύ 215 και 210 π.Χ., πιθανολογώντας την ηλικία του τελευταίου κατά την άνοδό του στον θρόνο βάσει της εικόνας του στα πρώτα νομίσματά του («Antiochus IV of Syria», Gyldendalse Boghandel, Κοπεγχάγη 1966). Ο Εντουάρ Βιλλ, από τη μεριά του, θεωρούσε πιθανότερη μια χρονολογία κοντά στο 205 (Edouard Will «Histoire politique du monde hellénistique», Presses universitaires de Nancy, 2η έκδ. 1979-1982, επανέκδ. Seuil, Παρίσι 2003, τ. ΙΙ, σελ. 353). Μια πρόσφατη μελέτη υπολογίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια τη ζητούμενη χρονολογία στο 212 π.Χ. Αρκετοί, βασιζόμενοι σε νύξεις του Τίτου Λίβιου και του Αθήναιου, υποστηρίζουν ότι ο Αντίοχος ονομαζόταν αρχικά Μιθριδάτης κι ότι πήρε το όνομα με το οποίο βασίλεψε αργότερα όταν πέθανε μετά από ασθένεια (το -193;) ο μεγαλύτερος αδελφός του που ονομαζόταν κι αυτός Αντίοχος.

Όπως είναι φυσικό, η ζωή του Επιφανούς καθορίσθηκε από τα μεγάλα γεγονότα που σημάδεψαν την πορεία του βασιλείου του πατέρα του. Κι αν οι αρχικές επιτυχίες του Αντίοχου του Μεγάλου, στο Ιράν και την Κοίλη Συρία, τοποθετούν το απόγειο της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών γύρω στο 200 π.Χ., η συντριβή της Μαγνησίας, η ανεξήγητη απροθυμία του μεγάλου βασιλέα να επιδιώξει μια δεύτερη ευκαιρία στη σύγκρουση με τη Ρώμη και την Πέργαμο και η ταπεινωτική συνθήκη της Απάμειας (188) βυθίζουν το κράτος της Αντιόχειας (όπως είχαμε δει σε παλαιότερη ανάρτηση) σε συνθήκες βαθιάς κρίσης. Για να διασφαλίσουν την τήρηση των όρων της συνθήκης, οι Ρωμαίοι ζητούν την παράδοση είκοσι ομήρων: ανάμεσά τους βρίσκεται κι ο νεαρός πρίγκιπας Αντίοχος. Επρόκειτο φυσικά για αιχμαλωσία σε χρυσό κλουβί φιλοξενίας αντάξιας ενός πρίγκιπα. Στα χρόνια της παραμονής του στη Ρώμη, ο Αντίοχος έχει την ευκαιρία να συνάψει σχέσεις φιλίας με πολλούς Ρωμαίους αριστοκράτες, να μελετήσει από κοντά το πολίτευμα, τους θεσμούς και το δικαστικό σύστημα της Ρώμης, να καλλιεργήσει τα πνευματικά του ενδιαφέροντα. Σε χρόνο άγνωστο σε μας, πάντως, έρχεται η στιγμή της… αλλαγής φρουράς: ο Αντίοχος αντικαθίσταται ως όμηρος από τον ανηψιό του Δημήτριο, πρωτότοκο γιο του βασιλιά Σέλευκου Δ΄, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον Αντίοχο Γ΄ στα τέλη του 188. Για ποιο λόγο δέχθηκε ο Σέλευκος να παραδώσει τον διάδοχό του; Προφανώς γιατί δεν θα είχε άλλη επιλογή: βρισκόταν σε αδυναμία να αποπληρώσει εμπρόθεσμα την οφειλόμενη στη Ρώμη πολεμική αποζημίωση. Ο Αντίοχος από την πλευρά του, αφήνοντας τη Ρώμη δεν επέλεξε να επιστρέψει στη Συρία, αλλά προτίμησε να πάει να ζήσει στην Αθήνα για να απολαύσει την πνευματική ζωή της.

Β. Στον θρόνο της Αντιόχειας

α. Η σκοτεινή άνοδος: Κανένας Σελευκίδης δεν είχε ως τότε κληθεί να βασιλέψει σε τόσο αντίξοες συνθήκες όσο ο Σέλευκος Φιλοπάτωρ: με μεγάλες εδαφικές απώλειες (ό,τι βρισκόταν στα δυτικά του Ταύρου), υποχρέωση αφοπλισμού, τσαλακωμένο γόητρο (κι άρα μικρές δυνατότητες άσκησης αποτελεσματικής διπλωματίας) και οφειλή υπέρογκης πολεμικής αποζημίωσης και, τέλος, με τον διάδοχό του όμηρο, έχει ουσιαστικά δεμένα τα χέρια του. Η άτυχη βασιλεία του τερματίζεται άδοξα και πρόωρα το 175 όταν τον δολοφονεί ο «επί των πραγμάτων» (ο πρωθυπουργός του, δηλαδή) Ηλιόδωρος. Απλή ανακτορική ίντριγκα (ο Ηλιόδωρος είχε πιθανότατα έρθει σε ρήξη με τον Σέλευκο, ίσως για τους αδέξιους χειρισμούς του στο ιουδαϊκό ζήτημα, και μπορεί να έκρινε ότι δεν είχε άλλο τρόπο για να σώσει τον εαυτό του) ή σχέδιο συνωμοσίας που εξυφάνθηκε στην Πέργαμο και στη Ρώμη, ενδεχομένως εν γνώσει αυτού που επρόκειτο να επωφεληθεί από τον θάνατο του βασιλιά; Ως συνήθως, η απάντηση αγνοείται, οι υποθέσεις επιτρέπονται. Σε κάθε περίπτωση, μαθαίνοντας τη δολοφονία του αδελφού του, ο Αντίοχος άφησε την Αθήνα και βρέθηκε στην Πέργαμο. Εκεί, ο βασιλιάς Ευμένης του έδωσε το βασιλικό διάδημα και έδωσε εντολή στον αδελφό του, τον Άτταλο, να συνοδέψει τον Σελευκίδη στην Αντιόχεια. Λίγες εβδομάδες αργότερα έφτανε κι από τη Ρώμη η επίσημη αναγνώριση της Συγκλήτου [Claire Préaux «Le Monde Hellénistique (La Grèce et l'Orient, 323-146 av. J.-C.)», coll. Nouvelle Clio, PUF, Παρίσι 2002 (4η έκδ., 1η έκδ. 1978), τ. 1, σελ. 168].

Φτάνοντας στην Αντιόχεια, την οποία είχε ήδη εγκαταλείψει ο συνωμότης βασιλοκτόνος Ηλιόδωρος, ο Επιφανής βρήκε στον θρόνο τον ανήλικο συνονόματο ανηψιό του, τον οποίο είχαν ανακηρύξει βασιλιά κύκλοι της αυλής. Απ’ ό,τι φαίνεται, ο Αντίοχος ανέχτηκε για λίγα χρόνια τον νεαρό συμβασιλέα του, αλλά έπειτα διέταξε έναν «υπουργό» του, τον Ανδρόνικο, να δολοφονήσει τον μικρό! Όλα αυτά καταγράφονται με αρκετές επιφυλάξεις, γιατί η βασική μαρτυρία είναι ένα απόσπασμα του Διόδωρου (Λ΄, 7, 2) όπου γίνεται λόγος για τη δολοφονία κάποιοι Αντιόχου του Σελεύκου από κάποιον Ανδρόνικο. Ένα βαβυλωνιακό χρονικό, από την άλλη, αναφέρει τη θανάτωση ενός Σελευκίδη τον Οκτώβριο του 170 π.Χ., μόνο που τον ονομάζει Αντίοχο Αντιόχου! Πριν τρέξουμε να δεχτούμε την παράτολμη εκδοχή ότι ο Επιφανής σκότωσε τον ίδιο του τον γιο, είναι πιο φρόνιμο να ακολουθήσουμε την οικονομικότερη εξήγηση, αυτή του Μέρκολμ (όπ.π., σελ. 38 επ.) και του Βιλλ (όπ.π., τ. ΙΙ, σελ. 306): αναγνωρίζοντας τον μικρό συνονόματό του ως συμβασιλέα, ο Αντίοχος τον υιοθέτησε κιόλας.

β. ο Αντίοχος πεφωτισμένος μονάρχης: Όπως διαπιστώνουμε, ο Αντίοχος ξεκινά τη βασιλική σταδιοδρομία του με βαρίδια στα πόδια. Αποκτά την εξουσία με τις ευλογίες των δύο αντιπάλων του βασιλείου του και μετά τη δολοφονία του αδελφού του, έγκλημα στο οποίο ίσως και να μην είναι αμέτοχος. Λερώνει τα χέρια του με το αίμα του ανηψιού του. Και κληρονομεί από τον αδελφό του σημαντικό μέρος του χρέους προς τη Ρώμη, το οποίο κανονικά θα έπρεπε να έχει ήδη αποπληρωθεί. Τέλος, η υποστήριξη της Ρώμης δεν είναι βεβαίως άδολη: ανά πάσα στιγμή, με την παραμικρή λάθος κίνηση, ο Αντίοχος διατρέχει τον κίνδυνο να δει τον ανηψιό του Δημήτριο (τυπικά νόμιμο διάδοχο του θρόνου) να αποβιβάζεται μαζί με κάποιο Ρωμαίο αξιωματούχο (Will, όπ.π., σελ. 307).

Κι όμως… Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Αντίοχου αναδεικνύουν έναν ικανό μονάρχη, αφοσιωμένο στην αναδιοργάνωση του κράτους του. Μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, στη διοικητική οργάνωση και τους θεσμούς των πόλεων, στο δικαστικό σύστημα, εμπνευσμένες πιθανώς σε σημαντικό βαθμό από τα ρωμαϊκά πρότυπα. Ανασυγκρότηση των στρατιωτικών δυνάμεων του βασιλείου (κατά παράβαση των όρων της Συνθήκης της Απάμειας. Κι επιπλέον πλήθος χορηγιών και δωρεών προς τις πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Μικράς Ασίας. Με πιο φιλόδοξο σχέδιο στην κατηγορία αυτή την ανέγερση του μεγαλοπρεπούς ναού του Ολυμπίου Διός στην Αθήνα (ήδη το 174 π.Χ. αναθέτει στον Ρωμαίο αρχιτέκτονα Δέκιμο Κοσσούτιο την εκπόνηση των σχεδίων). Προσφορά αντάξια αυτού που ήδη έχει υιοθετήσει τη λατρευτική επίκληση του Θεού Επιφανούς στην αγαπημένη πόλη του.

Όσον αφορά την εξωτερική πολιτική, οι κινήσεις του Αντίοχου είναι μετρημένες. Δεν πρέπει, άλλωστε, να ενοχληθούν η Πέργαμος κι η Ρώμη. Αν υπάρχει κάποιο σχέδιο εκστρατείας αυτό πρέπει να έχει να κάνει με τις Άνω Σατραπίες και τον ιρανικό χώρο ειδικότερα. Τα επιτεύγματα της «Αναβάσεως» του πατέρα του αποδεικνύονται εύθραυστα, ενώ οι Πάρθοι γίνονται ξανά απειλητικοί. Ο σχεδιασμός είναι λογικός, αλλά γίνεται χωρίς να λάβει υπόψη την παραφροσύνη που χαρακτηρίζει κάποιες κλίκες των ανακτόρων της Αλεξάνδρειας…

ΙΙ. Ο κακότυχος: εκστρατείες, σχέδια κι ανεκπλήρωτοι στόχοι

Α. Η σύγκρουση με την Αίγυπτο

α. Το βασίλειο των Λαγιδών μετά τον θάνατο του Πτολεμαίου του Επιφανούς και τα αίτια του πολέμου: Στις αρχές του δεύτερου αιώνα π.Χ., η Αίγυπτος βρίσκεται σε δυσχερή θέση. Απουσία ισχυρής εξουσίας, εσωτερικά προβλήματα, με εξεγέρσεις του ιθαγενούς πληθυσμού, οικονομική κρίση που την επιδείνωσε η απώλεια της Κοίλης Συρίας και των εισοδημάτων της. Μετά τον θάνατο του Πτολεμαίου Ε΄ του Επιφανούς, η αντιβασιλεία ασκείται από τη βασίλισσα Κλεοπάτρα Α΄ (κόρη του Αντίοχου Γ΄ και αδελφή του Αντίοχου του Επιφανούς) στο όνομα του ανήλικου γιου της, του Πτολεμαίου Φιλομήτορος. Όταν η Κλεοπάτρα πεθαίνει, το -176, η εξουσία περνά σε δύο αυλικούς, τον Ευλαίο και τον Ληναίο. Αμφότεροι φαίνεται να ενσαρκώνουν το γνωστό πρότυπο του διεφθαρμένου κι ανάξιου αυλικού. Οπωσδήποτε αποδεικνύονται πολύ κατώτεροι των κρίσιμων περιστάσεων της εποχής. Όλες πάντως οι πηγές συμφωνούν στο ότι αυτοί οι δύο είναι οι εμπνευστές της πολεμικής σύγκρουσης με τη Συρία.

Ο Εντουάρ Βιλλ αναρωτιόταν εύλογα για το ποιοι λόγοι μπορεί να ώθησαν τους δύο αντιβασιλείς σε ένα πόλεμο που, εκ των υστέρων και με τα στοιχεία που διαθέτουμε, ισοδυναμούσε με αυτοκτονία για το κλονισμένο βασίλειο των Λαγιδών: κίνηση αντιπερισπασμού που θα μπορούσε να εδραιώσει τη θέση του Ευλαίου και του Ληναίου ως κατόχων της εξουσίας στην Αλεξάνδρεια; Η ιδέα ότι η ανάκτηση της πλούσιας Κοίλης Συρίας θα βοηθούσε να ξεπεραστούν τα οικονομικά προβλήματα της Αιγύπτου; Αβάσιμες πληροφορίες ότι η θέση του Αντίοχου στην εξουσία ήταν σε κίνδυνο: ή ότι ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει προς το Ιράν για να αντιμετωπίσει την παρθική απειλή; ή, μήπως, ότι πολλοί στην Κοίλη Συρία νοσταλγούσαν την πτολεμαϊκή διοίκηση κι ήταν έτοιμοι να βοηθήσουν στην επιστροφή της ( όπ.π., σελ. 313); Ό,τι κι αν συνέβη στην πραγματικότητα, τα στοιχεία δείχνουν ότι η απόφαση για πόλεμο κατά των Σελευκιδών είχε παρθεί στην Αλεξάνδρεια από πολύ νωρίς: πρεσβεία του Αντίοχου, η οποία, μάλλον το -175, είχε μεταβεί στην Αλεξάνδρεια για να παραστεί είτε στον γάμο του Φιλομήτορος με την αδελφή του είτε στα πρωτοκλήσιά του (την πρώτη επίσημη εκφώνηση των τίτλων του), συνάντησε τέτοια εχθρότητα που οι απεσταλμένοι μόλις επέστρεψαν στην Αντιόχεια ενημέρωσαν τον βασιλιά τους ότι θα έπρεπε να ετοιμάζεται για πόλεμο με τους Λαγίδες:

«Ἀποσταλέντος δὲ εἰς Αἴγυπτον Ἀπολλωνίου τοῦ Μενεσθέως διὰ τὰ πρωτοκλίσια τοῦ Φιλομήτορος βασιλέως μεταλαβὼν Ἀντίοχος ἀλλότριον αὐτὸν τῶν αὐτοῦ γεγονέναι πραγμάτων τῆς καθ’ αὑτὸν ἀσφαλείας ἐφρόντιζεν» (Μακκαβαίων Β΄, 4, 21).

Η άφρων πρωτοβουλία των αντιβασιλέων της Αλεξάνδρειας ίσως και να εξυπηρετούσε τους υπόλοιπους ενδιαφερόμενους. Ο Αντίοχος γνώριζε ότι ο στρατός των Λαγιδών δεν ήταν ιδιαιτέρως αξιόμαχος. Και καθώς η Συνθήκη της Απάμειας δεν περιείχε καμία σχετική απαγόρευση, η Αίγυπτος θα μπορούσε να αποτελέσει έναν επιτρεπόμενο και εφικτό στόχο εδαφικής επέκτασης. Όσο για τους Ρωμαίους, απασχολημένοι με τα προβλήματα που τους προκαλούσε ο Περσέας, υπολόγιζαν ότι μια σύρραξη μεταξύ Αιγύπτου και Συρίας θα απέκλειε κάθε ενδεχόμενο να βοηθήσει η μία ή η άλλη τη Μακεδονία.

β. Πρώτη φάση του Στ΄ «Συριακού» Πολέμου: Η Αλεξάνδρεια (όπου τα αδέλφια του Φιλομήτορος ανακηρύχθηκαν συμβασιλείς του) κήρυξε τον πόλεμο που κατά σύμβαση ονομάζουμε Στ΄ Συριακό το 170. Οι εχθροπραξίες άρχισαν όμως την επόμενη χρονιά. Ο αιγυπτιακός στρατός προσπάθησε να εισβάλει στα εδάφη των Σελευκιδών με σκοπό να ανακτήσει την Κοίλη Συρία. Με την πρώτη σύγκρουση ο στρατός του Πτολεμαίου υπέστη πανωλεθρία. Οι δυνάμεις του Αντίοχου πέρασαν αμέσως στο αιγυπτιακό έδαφος, κατέλαβαν το Πελούσιο και κινήθηκαν προς δυσμάς. Στην Αλεξάνδρεια, η συντριβή έφερε ανακατατάξεις: οι Ευλαίος και Ληναίος κρίθηκαν υπεύθυνοι της στρατιωτικής συμφοράς, εκδιώχθηκαν και τη θέση τους πήραν δύο αντίπαλοί τους, ο Κινέας και ο Κομανός που ζήτησαν διαπραγματεύσεις. Ο Αντίοχος δεν τις αρνήθηκε, αλλά συνέχισε την προέλασή του φτάνοντας μέχρι τα περίχωρα της Αλεξάνδρειας. Ο Σελευκίδης συνάντησε τον (ανηψιό του) βασιλιά της Αιγύπτου και ήρθαν σε συμφωνία, οι όροι της οποίας θα έθεταν προφανώς την Αίγυπτο υπό την κηδεμονία του Αντιόχου. Το γεγονός προκάλεσε αντιδράσεις στην πρωτεύουσα, όπου μόνος βασιλιάς ανακηρύχθηκε ο νεότερος αδελφός του Φιλομήτορος. Ο Αντίοχος επιχείρησε να καταλάβει την Αλεξάνδρεια, αλλά διαπιστώνοντας (τέλος του 169) ότι αυτό ήταν αδύνατο γύρισε στο βασίλειό του, κρατώντας το Πελούσιο και κάποια άλλα αιγυπτιακά εδάφη και περιμένοντας να βοηθήσει τα σχέδιά του ο ενδεχόμενος εμφύλιος μεταξύ των δυο Πτολεμαίων.

γ. Δεύτερη φάση του Στ΄ «Συριακού» Πολέμου: η ταπείνωση της Ελευσίνας. Αντί όμως να επακολουθήσει εμφύλιος, συνέβη αυτό που δεν υπολόγιζε ή, πάντως, απευχόταν ο Αντίοχος. Από τη Μέμφιδα, όπου είχε καταφύγει, ο Φιλομήτωρ ήρθε σε συνεννόηση και συμφιλιώθηκε με την αδελφή και τον μικρό αδελφό του. Ο πόλεμος ξανάρχιζε. Αυτή τη φορά ο Σελευκίδης δεν μπορούσε να ισχυρισθεί ότι βρισκόταν σε θέση άμυνας ή ότι εισέβαλε στην Αίγυπτο για να προστατέψει τον Φιλομήτορα με τον οποίο είχε συνάψει συμφωνία. Η μόνη δικαιολογία που μπορούσε να προβάλει ήταν ότι ο Φιλομήτωρ είχε παραβιάσει τη συμφωνία τους. Σε κάθε περίπτωση, τα πράγματα ήταν πολύ απλούστερα για τον Επιφανή σε πρακτικό επίπεδο. Κάνοντας σχεδόν περίπατο απέκτησε τον έλεγχο σχεδόν ολόκληρης της Αιγύπτου. Η μόνη ελπίδα των Πτολεμαίων ήταν η εξωτερική βοήθεια. Για τον σκοπό αυτό προσέγγισαν την Αχαϊκή Συμπολιτεία, αλλά φαίνεται ότι προσέκρουσαν στις αντιρρήσεις της Ρώμης. Αυτή ακριβώς ήταν κι η τελευταία ελπίδα τους. Άλλωστε οι ρωμαϊκές λεγεώνες που πολεμούσαν τους Μακεδόνες ανεφοδιάζονταν με αιγυπτιακό σιτάρι. Οι Λαγίδες ζήτησαν τη διαμεσολάβηση της Ρώμης. Αυτή τη φορά, η Σύγκλητος έστειλε διπλωματική αντιπροσωπεία υπό τον Γάιο Ποπίλιο Λαίνα, σημαντική προσωπικότητα και παλιό γνώριμο του Αντίοχου. Φυσικά, σε θέματα πολιτικής ο Ρωμαίος αξιωματούχος που εκπροσωπεί τη χώρα του δεν πρόκειται να υπολογίσει την όποια φιλία του με κάποιον ξένο μονάρχη. Αποκλειστικό του μέλημα είναι να φέρει σε πέρας την αποστολή του υπερασπίζοντας κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντα της Ρώμης.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι η Σύγκλητος έδωσε στον Ποπίλιο οδηγίες να χειριστεί την υπόθεση αναλόγως της εξέλιξης του Μακεδονικού Πολέμου. Ο πρέσβης θα πρέπει επομένως να είχε στα χέρια του δύο διαφορετικά μηνύματα της Συγκλήτου προς τον Αντίοχο. Ένα σκληρό τελεσίγραφο σε περίπτωση νίκης των Ρωμαίων στον πόλεμο κατά του Περσέα κι ένα πιο διαλλακτικό κείμενο σε περίπτωση που εξακολουθούσε να επικρατεί στασιμότητα στο μακεδονικό μέτωπο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ποπίλιος δεν βιάστηκε να μεταβεί στην Αλεξάνδρεια ή να συναντήσει τον Αντίοχο. Αντίθετα, την άνοιξη του 168 π.Χ. πήγε στη Δήλο όπου και περίμενε την έκβαση των συγκρούσεων στη Μακεδονία. Μόνο όταν πληροφορήθηκε τον ρωμαϊκό θρίαμβο στην Πύδνα (Ιούνιος 168 π.Χ.) ξεκίνησε και μέσω Ρόδου έφτασε στην Αλεξάνδρεια (μέσα Ιουλίου). Ακολούθησε η συνάντηση με τον Αντίοχο στην Ελευσίνα που περιγράψαμε στην αρχή. Δεν γνωρίζουμε το περιεχόμενο της απόφασης της Συγκλήτου που παρέδωσε ο Ποπίλιος στον Αντίοχο και ποιες ακριβώς ήταν οι απειλές που περιείχε. Πιθανώς να αρκούσε η αναφορά του ότι μη συμμόρφωση του Αντίοχου προς τις επιταγές της Συγκλήτου θα οδηγούσε τη δεύτερη να μην τον θεωρεί πλέον φίλο της Ρώμης. Ίσως πάλι το μήνυμα να περιείχε σαφείς απειλές όχι μόνον πολέμου, αλλά και απελευθέρωσης του Δημήτριου κι αποστολής του στη Συρία με τις ευλογίες της Ρώμης ως νομίμου κατόχου του θρόνου της Αντιόχειας (Will, όπ.π., σελ. 322). Όποιο, πάντως, κι αν ήταν το ακριβές περιεχόμενο, ο Επιφανής συμμορφώθηκε προς τις ρωμαϊκές απαιτήσεις. Τα στρατεύματά του εκκένωσαν την Αίγυπτο και την Κύπρο. Όλα τα κέρδη από τον Στ΄ Συριακό Πόλεμο έγιναν καπνός. Και ο Αντίοχος, κάνοντας την καρδιά του πέτρα, αμέσως μετά την επιστροφή του στην πρωτεύουσά του, έστειλε πρεσβεία στη Ρώμη για να συγχαρεί τη φίλη και σύμμαχο για τον θρίαμβό της στην Πύδνα. Η ταπείνωση είχε ολοκληρωθεί. Όπως επισήμαινε τόσο εύστοχα ο Βιλλ ( όπ.π.).

«Ο Αντίοχος, που νόμισε ότι μπορούσε να δράσει κατά το δοκούν σε μια ζώνη όπου εκτιμούσε ότι δεν επεκτείνονταν τα ρωμαϊκά συμφέροντα, έπεφτε ξανά, με βία κατά μείζονα λόγο προσβλητική από τη στιγμή που δεν είχε ασκηθεί με τη δύναμη των όπλων, στην αρχική του κατάσταση του μονάρχη τον οποίον απλώς ανέχεται η Ρώμη υπό τον όρο ότι δεν θα ξεπεράσει τα όρια που εκείνη καθορίζει».

Β. Η εκστρατεία στην Ανατολή

α. Από την Ελευσίνα στη Δάφνη: Για πολλούς ιστορικούς η ταπείνωση της Ελευσίνας πρέπει να ήταν η χαριστική βολή στην εύθραυστη ψυχική ισορροπία του μονάρχη. Ο Ταρν, από την άλλη, ήταν ένας από τους πρώτους που υποστήριξε ότι μετά την Ελευσίνα, ο Επιφανής αντέδρασε ψύχραιμα στην, αναμενόμενη, δυσμενή εξέλιξη, διαγράφοντας αμέσως ένα αποτυχημένο κεφάλαιο της σταδιοδρομίας του και αφοσιώθηκε εκ νέου στα σχέδια για την εκστρατεία στις Άνω Σατραπείες, των οποίων την υλοποίηση είχε εμποδίσει η αναγκαστική εμπλοκή του στον πόλεμο με την Αίγυπτο (W. W. Tarn «The Greeks in Bactria & India», Cambridge University Press, 2η έκδ. 1951, 3η αναθεωρημένη 1997). Ο Βιλλ θεωρούσε ιδιαιτέρως ελκυστική την εξήγηση αυτή, καθόσον αντικαθιστά μια φερόμενη ως παθολογική συμπεριφορά με τη λογική (όπ.π., σελ. 347). Σε κάθε περίπτωση, ο Σελευκίδης δεν φαίνεται να απασχολεί τα χρονικά μέχρι την άνοιξη του -166 και τη διοργάνωση των περίλαμπρων εορτών της Δάφνης.

Σ’ αυτό το αριστοκρατικό προάστιο της Αντιόχειας, ο Επιφανής διοργάνωσε τις μεγαλύτερες γιορτές που είχε δει ως τότε ο κόσμος της Αρχαιότητας. Οι γιορτές της Δάφνης περιλάμβαναν συμπόσια, πομπές και συμβολικές αναπαραστάσεις, αγώνες μονομάχων (κατά τα ρωμαϊκά γούστα που είχε αποκτήσει ο Αντίοχος στα χρόνια της παραμονής του στην Αιώνια Πόλη) και εντυπωσιακές παρελάσεις στρατευμάτων. Όπως είναι αναμενόμενο, αρχαίοι και σύγχρονοι ερμήνευσαν τις διαρκείας ενός μηνός γιορτές ως ένδειξη της μεγαλομανίας του Αντίοχου. Χρειάζονται, πάντως, περισσότερα για τη διοργάνωση εορτών τέτοιου μεγέθους. Οι αρχαίοι θεωρούσαν ότι στόχος του Επιφανούς ήταν να ανταγωνισθεί τις γιορτές που διοργάνωσε στη Αμφίπολη την άνοιξη του -167 ο θριαμβευτής της Πύδνας Αιμίλιος Παύλος. Πιο πιθανό είναι η πανήγυρις της Δάφνης να αποσκοπούσε να δοξάσει το κύρος και την ισχύ του κράτους των Σελευκιδών: η ισχύς είχε στρατιωτικά αποδειχθεί στην Αίγυπτο (παρά το διπλωματικό ατύχημα της Ελευσίνας), άλλωστε ο Αντίοχος είχε προσθέσει στους τίτλους του και αυτόν του Νικηφόρου. Κι επρόκειτο να επιβεβαιωθεί με τη σχεδιαζόμενη εκστρατεία στην Ανατολή… Επισημαίνουμε παρεμπιπτόντως, και την ευφάνταστη ερμηνεία του Ταρν: στηριζόμενος σε κάποια νομίσματα του Ευκρατίδη, ο οποίος καθίσταται ηγεμόνας της Βακτριανής εκείνη την εποχή, όπου απεικονίζονται πιθανώς οι γονείς του, ο Ηλιοκλής και η Λαοδίκη, ο Ταρν συμπέρανε ότι ο Ευκρατίδης ήταν από την πλευρά της μητέρας του εξάδελφος του Επιφανούς και ότι επιχείρησε να ανακτήσει τη Βακτριανή για λογαριασμό των Σελευκιδών (όπ.π., σελ. 94 επ.). Σε μια τέτοια περίπτωση, οι τελετές της Δάφνης γιόρταζαν την επιστροφή της Βακτριανής στην αυτοκρατορία. Στα άρθρα μας για την εποποιία των Ελλήνων της Βακτριανής εκθέσαμε ήδη τους λόγους για τους οποίους η θεωρία του Βρετανού ιστορικού έχει ελάχιστες πιθανότητες να ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα.

Στη Δάφνη ο Αντίοχος παρέταξε 50.000 άνδρες. Η παρέλαση τόσο μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων αποτελεί ισχυρότατη ένδειξη επικείμενης εκστρατείας με ιδιαίτερα φιλόδοξους στόχους. Και στόχος μιας τέτοιας εκστρατείας θα μπορούσαν να είναι μόνον οι Άνω Σατραπείες κι ο ευρύτερος ιρανικός χώρος. Άλλωστε, η Σύγκλητος, θορυβημένη από το μέγεθος των στρατευμάτων που είχε συγκεντρώσει ο Επιφανής, έστειλε πρεσβεία λίγο μετά τις γιορτές της Δάφνης για να διερευνήσει τις προθέσεις του Σελευκίδη. Το γεγονός ότι οι συγκλητικοί άφησαν την Αντιόχεια απολύτως καθησυχασμένοι μάλλον αποδεικνύει ότι ο Επιφανής στόχευε στην Ανατολή (Will, όπ.π., σελ. 346/ Geneviève Hoffmann σε C. Grandjean, G. Hoffmann, L. Capdetrey, J.-Y. Carrez-Maratray «Le monde hellénistique», coll. U- Histoire, εκδ. Armand Colin, Παρίσι, 2008, σελ. 70-71).

β. Η βιαίως διακοπείσα εκστρατεία στις Άνω Σατραπείες: Είναι βέβαιο ότι ο Επιφανής είχε βάσιμους λόγους για να εκστρατεύσει στα ανατολικά. Όχι μόνο σε μια προσπάθεια να μιμηθεί την πολυθρύλητη Ανάβαση του πατέρα του, αλλά πρωτίστως γιατί τα αποτελέσματα ακριβώς εκείνης της εκστρατείας (και τουλάχιστον όσα από αυτά ήταν ουσιαστικά) αποδείχθηκαν εξαιρετικά πρόσκαιρα. Δεν είναι τυχαίο ότι, ενώ στη Μάχη της Μαγνησίας είχαν πολεμήσει με τον Αντίοχο Γ΄ πολυάριθμα ιρανικά στρατεύματα, στις παρελάσεις της Δάφνης οι Ιρανοί απουσιάζουν (Πολύβιος, Λ΄, 25-26/ Préaux όπ.π., τ. 1, σελ. 170/ Will, όπ.π., σελ. 348). Φυσικά, το εύρος των σχεδίων του Επιφανούς μας είναι άγνωστο. Στόχευαν απλώς στην αποκατάσταση της τάξης και την επιβεβαίωση της ηγεμονίας των Σελευκιδών σε κάποιες από τις δυτικές Άνω Σατραπείες (Αρμενία, Μηδία, Περσία); Στην αντιμετώπιση του παρθικού κινδύνου, μια και ο νέος ηγεμόνας των Πάρθων, ο  Μιθριδάτης Α΄ Αρσάκης Ε΄, αποτινάσσει τους όποιους δεσμούς υποτέλειας του βασιλείου του και καθιστά σαφείς τις επεκτατικές βλέψεις του; Ή, μήπως, υπήρχε η φιλοδοξία ανάκτησης των κεντροασιατικών εδαφών του ανεξάρτητου ελληνικού βασιλείου της Βακτριανής και της Σογδιανής; Η λογική συνηγορεί υπέρ ενός συνδυασμού των δύο πρώτων εκδοχών (Will, όπ.π., σελ. 352 και 354).

Ο Αντίοχος ξεκίνησε στις αρχές του 165 π.Χ. Η πρώτη του κίνηση ήταν να ανακτήσει την Αρμενία όπου ο στράπης Αρταξίας είχε αυτονομηθεί. Έπειτα πέρασε στη Μηδία όπου προέβη σε συμβολικές πράξεις επιβεβαίωσης της ηγεμονίας των Σελευκιδών (πιθανολογείται η ίδρυση ελληνικής πόλεως δίπλα στα Εκβάτανα με το όνομα Επιφάνεια). Από εκεί μετέβη στην Ελυμαϊδα, όπου και άρχισε (;) να εκτυλίσσεται η τελευταία πράξη του δράματος. Όπως μας λέει η αρχαία παράδοση και υπό συνθήκες που θυμίζουν (ύποπτα, βλ. Préaux όπ.π., σελ. 171) την αντίστοιχη παράδοση για το θάνατο του Αντιόχου του Μεγάλου, ο Επιφανής, προσπαθώντας να εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση της εκστρατείας του, επιχείρησε χωρίς επιτυχία να λεηλατήσει τους θησαυρούς ενός ελαμιτικού ναού. Λίγο αργότερα αρρώστησε βαριά και πέθανε ενώ βρισκόταν στην Περσία (τέλος 164 π.Χ.).

«ὅτι κατὰ τὴν Συρίαν Ἀντίοχος ὁ βασιλεὺς βουλόμενος εὐπορῆσαι χρημάτων προέθετο στρατεύειν ἐπὶ τὸ τῆς Ἀρτέμιδος ἱερὸν εἰς τὴν Ἐλυμαΐδα. παραγενόμενος δ᾽ ἐπὶ τοὺς τόπους καὶ διαψευσθεὶς τῆς ἐλπίδος διὰ τὸ μὴ συγχωρεῖν τῇ παρανομίᾳ τοὺς βαρβάρους τοὺς οἰκοῦντας περὶ τὸν τόπον,ἀναχωρῶν ἐν Τάβαις τῆς Περσίδος ἐξέλιπε τὸν βίον, δαιμονήσας, ὡς ἔνιοί φασι, διὰ τὸ γενέσθαι τινὰς ἐπισημασίας τοῦ δαιμονίου κατὰ τὴν περὶ τὸ προειρημένον ἱερὸν παρανομίαν» (Πολύβιος, ΛΑ΄, 9, 1-4)

Η εκστρατεία τερματιζόταν άδοξα, ουσιαστικά πριν καν αρχίσει. Ο Επιφανής, άφηνε στον θρόνο τον ανήλικο γιο του, τον Αντίοχο Ε΄: έρμαιο των συγκρούσεων μεταξύ αυλικών και με την απειλή άμεσης επιστροφής του Δημήτριου από τη Ρώμη, ο γιος του Επιφανούς δεν είχε ουσιαστικά καμία πιθανότητα να τα καταφέρει.

Αποτίμηση: Για ποιους λόγους μπορεί να μας είναι συμπαθής η φυσιογνωμία του Αντίοχου του Επιφανούς; Προφανώς, πρόκειται καταρχάς για μια αντίδραση στην παράδοση που τον παρουσιάζει με τα μελανότερα χρώματα βασιζόμενη σε εντελώς υποθετικές ψυχολογικές ερμηνείες. Εντούτοις, όπως επισημαίνεται:

«Τρελός, πάντως, δεν ήταν σε καμία περίπτωση κι αν τα ανέκδοτα αυτά, που τον παρουσιάζουν τα μεν σαν ένα εκκεντρικό αξιαγάπητο, τα δε σαν έναν κακό με ευχάριστο χαρακτήρα, ανταποκρίνονται στην αλήθεια, αυτό θα μπορούσε να μην επηρεάσει καθόλου την πολιτική του σκέψη και τις ικανότητές του ως πολιτικού» (Will, όπ.π., σελ. 306-307).

Στην πραγματικότητα, διαθέτουμε ελάχιστα ακλόνητα ιστορικά στοιχεία για τον Αντίοχο Δ΄.  Αγνοούμε τα σχέδιά του. Οι προσπάθειές του έμειναν ανολοκλήρωτες, η βασιλεία του ήταν σύντομη και τερματίστηκε πρόωρα: «ο Επιφανής ήταν ο τελευταίος μεγάλος Σελευκίδης ή ο ολετήρας της αυτοκρατορίας του; Υπήρξε θύμα της ψυχικής ανισορροπίας του ή απρόβλεπτων εξωτερικών περιστάσεων; τα ερωτήματα αυτά δεν είναι δυνατόν να απαντηθούν» (Will, όπ.π., σελ. 353). Ίσως τελικά να είναι ακριβώς αυτά τα ερωτηματικά που καθιστούν γοητευτική την προσωπικότητα του Επιφανούς. Ανάμεσα σε ημιτελή ή εντελώς ανεκπλήρωτα σχέδια και σε απρόβλεπτα παιχνίδια της μοίρας, η αντιφατική μορφή και πορεία του Αντιόχου προσωποποιεί το δράμα της ίδιας της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών και τον άνισο διαρκή αγώνα της. Κι έπειτα, όποτε αντικρίζουμε τον Ναό του Ολυμπίου Διός είναι δύσκολο να μη νιώσουμε κάποια ευγνωμοσύνη γι’ αυτόν τον αμφιλεγόμενο μονάρχη, στον οποίο οφείλουμε ένα τέτοιο αρχιτεκτονικό κομψοτέχνημα. Ο Αδριανός απλώς διέταξε να ολοκληρωθεί η εκτέλεση των σχεδίων που είχε παραγγείλει ο Επιφανής.

Οι αναμνήσεις μιας ζωής

Σεπτεμβρίου 27, 2011

Οι διηγήσεις των μεγάλων ιστορικών γεγονότων από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές τους, αυτόπτες μάρτυρες ή συγχρόνους τους δεν είναι τελικά και τόσο συχνές, τουλάχιστον όσον αφορά ορισμένες περιόδους. Κι έπειτα, από όσες έχουμε στη διάθεσή μας, αρκετές δεν είναι παρά ασκήσεις προπαγάνδας ή προσπάθειες να δικαιολογηθούν τα αδικαιολόγητα. Οι συγγραφείς κατορθώνουν μάλλον σπάνια να περιγράψουν και να αναλύσουν με τρόπο εναργή την κοινωνία στο πλαίσιο της οποίας έδρασαν. Ακόμη σπανιότερα προσεγγίζουν με διάθεση κατανόησης και με αντικειμενικότητα τον Άλλο, τον ξένο και αλλόθρησκο, με μια λέξη τον εχθρό. Από την άποψη αυτή το Κιτάμπ αλ Ίτιμπάρ του Ουσάμα ιμπν Μουνκίντ αποτελεί πραγματικό θησαυρό που αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία αν λάβουμε υπόψη ότι το μεσαιωνικό ισλάμ δεν έχει να επιδείξει ιδιαίτερη παράδοση συγγραφής απομνημονευμάτων και αυτοβιογραφιών. Ικανός στρατιωτικός, εξαίρετος διπλωμάτης και σύμβουλος ηγεμόνων, λόγιος και ποιητής, ο Ουσάμα γεννήθηκε την εικοστή έβδομη ημέρα του δευτέρου μηνός Τζουμάαντά του έτους Εγίρας 488, δηλαδή στις 4 Ιουλίου 1095, λίγους μήνες πριν ο πάπας Ουρβανός Β΄ κηρύξει τη σταυροφορία στη Σύνοδο της Κλερμόν, και πέθανε στη Δαμασκό στις 17 Νοεμβρίου 1188, ένα χρόνο μετά τον θρίαμβο του Σαλαδίνου στη Μάχη του Χαττίν και την ανάκτηση της Ιερουσαλήμ από τις δυνάμεις του Ισλάμ. Γνώρισε από μικρός τη διάσπαση της επικράτειας του Ισλάμ σε αμέτρητες ηγεμονίες, τον Φράγκο εισβολέα, τη βυζαντινή απειλή. Στη μακρά διάρκεια της ζωής του υπηρέτησε τους τρεις σπουδαιότερους μουσουλμάνους ηγέτες της εποχής του, αυτούς που πραγματικά ενσάρκωσαν το ιδανικό του ιερού πολέμου κατά των απίστων: τον Τούρκο Ζενγκί, τον Νουρ αλ-Ντιν (γιο του Ζενγκί) και, φυσικά, τον Κούρδο Σαλαδίνο. Υπήρξε διπλωματικός και πολιτικός σύμβουλος κι άλλων σημαντικών ηγεμόνων, όπως ήταν οι Μπουρίδες της Δαμασκού, οι Φατιμίδες του Καϊρου και οι Αρτουκίδες της Βόρειας Μεσοποταμίας. Αληθινός homo universalis, απέκτησε εν ζωή τη φήμη σπουδαίου ανθρώπου των γραμμάτων συγγράφοντας πραγματείες με ποικίλη θεματολογία, συνθέτοντας ποιήματα κι επιμελούμενος τη συλλογή και την έκδοση ανθολογιών αραβικής ποίησης. Αδύνατο να βρούμε καλύτερο αφηγητή της Ιστορίας της Μέσης Ανατολής κατά τον 12ο αι. από τον Ουσάμα!

Ι. Η ζωή του Ουσάμα ιμπν Μουνκίντ

Α. Τα παιδικά και νεανικά χρόνια στο Σαϋζάρ (1095-1130): Πατρίδα του Ουσάμα είναι η Βόρεια Συρία και συγκεκριμένα το Σαϋζάρ, το απόρθητο κάστρο του οποίου δεσπόζει πάνω από την κοιλάδα του Ορόντη. Πανάρχαιος σημιτικός οικισμός, είχε μετονομαστεί στα χρόνια των Σελευκιδών σε Λάρισα, καθώς στην πόλη είχε εγκατασταθεί μεγάλος αριθμός αποίκων από τη Θεσσαλία. Μερικούς αιώνες αργότερα η περιοχή βρέθηκε στη διαφιλονικούμενη ζώνη μεταξύ επικράτειας του Ισλάμ και Βυζαντινής αυτοκρατορίας κι άλλαξε χέρια κάμποσες φορές. Από τον Δεκέμβριο του 1081 το κάστρο κι η πόλη του Σαϋζάρ ανήκαν στη οικογένεια του Ουσάμα, τους Άραβες Μπανού Μουνκίντ από τη φυλή Κινάνα. Ο παππούς του συγγραφέα, ο Σαντίντ αλ-Μουλκ Άλι μάλλον αγόρασε το κάστρο από τον τοπικό ορθόδοξο επίσκοπο.

Όταν ο Ουσάμα ήταν τριών χρονών ο πατέρας του, μολονότι νόμιμος διάδοχος, προτίμησε να παραιτηθεί αφήνοντας την εξουσία στον αδελφό του και θείο του συγγραφέα, τον Σουλτάν. Ο Ουσάμα δεν είναι βέβαιος για τους λόγους που οδήγησαν τον πατέρα του στην απόφαση αυτή (η οποία στέρησε από τον μικρό τη δυνατότητα να γίνει μια μέρα εμίρης του Σαϋζάρ), υποθέτει όμως ότι θα πρέπει να οφειλόταν στη μεγάλη του ευσέβεια: τα θρησκευτικά καθήκοντα και η θεολογική μελέτη είχαν μεγαλύτερη σημασία από την άσκηση εξουσίας για τον Μουρσίντ ιμπν Μουνκίντ, έναν άνθρωπο που σε απόδειξη της βαθιάς του πίστης αντέγραψε το Κοράνι δεκάδες φορές. Ό,τι κι αν συνέβη, ο ήρωάς μας μεγάλωσε στο κάστρο του Σαϋζάρ ανάμεσα στην πολυπληθή οικογένεια των Μουνκίντ, τους στρατιώτες και τους υπηρέτες της. Έτυχε εξαιρετικής μόρφωσης: γραμματική, ρητορική, ποίηση, ιστορία και θεολογία περιλαμβάνονται στα όσα διδάχτηκε από τους σπουδαίους λόγιους που βρέθηκαν να υπηρετούν την οικογένεια. Ο ίδιος μιλά με σεβασμό και θαυμασμό για τον δάσκαλό του Αμπού Αμπνταλλάχ αλ-Τουλαϋτουλί, ο οποίος ήταν βιβλιοθηκάριος στην Τρίπολη του Λιβάνου κι όταν οι Φράγκοι κατέκτησαν την πόλη κατέφυγε στο Σαϋζάρ. Όταν ξεκίνησαν τα μαθήματα, ο Ουσάμα ρώτησε τον δάσκαλό του αν είχε διαβάσει όλα τα βιβλία που βρίσκονταν στη βιβλιοθήκη του γραφείου του. Εκείνος του απάντησε να διαλέξει όποιο βιβλίο ήθελε, να ανοίξει μια σελίδα στην τύχη και να του διαβάσει τις δυο πρώτες γραμμές: ο δάσκαλος θα του έλεγε στη συνέχεια από μνήμης ολόκληρη τη σελίδα. Το παιχνίδι αυτό επαναλήφθηκε πάμπολλες φορές και ποτέ ο Ουσάμα δεν κατάφερε να πιάσει τον δάσκαλό του αδιάβαστο. Παράλληλα, ο νεαρός ακολουθεί την απαραίτητη εκπαίδευση για να γίνει ικανός πολεμιστής και στρατιωτικός ηγέτης, ενώ ακολουθεί τον πατέρα και τον θείο του στις συχνές κυνηγετικές τους εξορμήσεις.

Ο Ουσάμα μαθαίνει από μικρός όχι μόνο τι είναι ο πόλεμος, αλλά και πόσο περίπλοκοι είναι οι συσχετισμοί δυνάμεων στην περιοχή. Ο κύριος εχθρός είναι ο Φράγκος έποικος (κι ο συγγραφέας αναφέρεται εκτενώς στους επικίνδυνους γείτονες του Πριγκιπάτου της Αντιόχειας, στον Τανκρέδο και στον Ρογήρο του Σαλέρνο που άσκησαν την αντιβασιλεία στην ηγεμονία αυτή, στους υπόλοιπους χριστιανούς ηγέτες, αλλά και στους μικρότερους φεουδάρχες). Εξίσου συχνές, όμως, είναι κι οι συγκρούσεις με τους ομόθρησκους. Όπως ας πούμε με τους γείτονες της Χάμα: συχνά-πυκνά διαφορές όπως η κλοπή κοπαδιών ή η διεκδίκηση κάποιων χωραφιών λύνονται με τα όπλα. Κι έπειτα, ο ίδιος ο Ουσάμα μας λέει ότι η πιο επικίνδυνη πολιορκία του κάστρου του Σαϋζάρ δεν ήταν έργο απίστων, αλλά των Ισμαηλιτών Ασσασίνων. Τέλος, δεν ήταν σπάνιες κι οι εντελώς ετερόκλητες συμμαχίες, όπως αυτή του 1110 όταν το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ, το Πριγκιπάτο της Αντιόχειας και η Κομητεία της Τριπόλεως συνασπίστηκαν με τον Τούρκο ατάμπεη της Δαμασκού, τον Τουγτεκίν, καθώς και με τον Αρτουκίδη ηγεμόνα του Μαρντίν και τον ισχυρό άνδρα του Χαλεπιού για να πολεμήσουν τον Σελτζουκίδη σουλτάνο του Ισπαχάν.

Σε ηλικία 24 ετών ο Ουσάμα συμμετέχει στην πρώτη του μάχη, τον Αύγουστο του 1119. Η ιστορία δείχνει πώς ακριβώς διεξάγονταν οι συνηθισμένες συγκρούσεις μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων στη Συρία του 12ου αι. Μην περιμένετε μάχες ανάμεσα σε τακτικά στρατεύματα ή ιερούς πολέμους στους οποίους συγκρούονται φανατισμένοι μέχρι το μεδούλι πολεμιστές. Ο ήρωάς μας παίρνει εντολή από τον εμίρη θείο του να προκαλέσει ζημιές στα χωράφια των χριστιανών κοντά στην Απάμεια. Έχει υπό τις διαταγές του είκοσι ιππείς που θα οδηγήσουν στη μάχη ένα μπουλούκι πλιατσικολόγων και μερικές δεκάδες Άραβες νομάδες (η διαφορά δεν είναι μεγάλη μεταξύ των δύο κατηγοριών). Ενώ αυτό το περίπου στράτευμα καταστρέφει τις σοδειές των εχθρών, εμφανίζονται μερικοί ένοπλοι χριστιανοί, μεταξύ των οποίων και κάποιοι ιππότες. Ακολουθεί μια άτακτη σύγκρουση που κορυφώνεται με δυο-τρεις μονομαχίες. Οι μουσουλμάνοι γυρίζουν όλοι σώοι στο Σαϋζάρ, ενώ οι απώλειες των χριστιανών είναι απλώς κάποιοι τραυματίες. Ο Ουσάμα νομίζει ότι σκότωσε τον ιππότη που αντιμετώπισε σε μονομαχία: το δόρυ του διαπέρασε τον διπλό αλυσιδωτό θώρακα και το σώμα του ιππότη. Λίγες ημέρες αργότερα μαθαίνει ότι το χτύπημα δεν πείραξε κανένα ζωτικό όργανο κι ο αντίπαλος επέζησε. «Εκείνη την ημέρα έμαθα για τα καλά ότι το πεπρωμένο είναι το ισχυρότερο φρούριο».

Β. Στην υπηρεσία του Ζενγκί (1130-1138): Οι σχέσεις ανάμεσα στον Ουσάμα και τον θείο του Σουλτάν, εμίρη του Σαϋζάρ, ήταν αρχικά εξαιρετικές. Ο θείος, όμως, έκανε οικογένεια κι απέκτησε γιους. Άρχισε πια να θεωρεί ενοχλητική την παρουσία του Ουσάμα στο κάστρο του Σαϋζάρ: θα μπορούσε να αποδειχτεί σφετεριστής της εξουσίας την οποία ο Σουλτάν σκόπευε να μεταβιβάσει στους απογόνους του. Ο Ουσάμα έκρινε καλύτερο να αναζητήσει αλλού την τύχη του κι αποφάσισε να θέσει τον εαυτό του στην υπηρεσία του ισχυρότερου μουσουλμάνου ηγεμόνα της εποχής, του ατάμπεη της Μοσούλης και του Χαλεπιού, με τον οποίο οι Μουνκίδες διατηρούσαν άριστες σχέσεις. Το 1130 ξεκίνησε για το Χαλέπι και εντάχθηκε στην ακολουθία του Ζενγκί. Συνόδεψε τον Τούρκο ηγεμόνα και τους στρατηγούς του στις περισσότερες εκστρατείες τους. Συνήθως ενάντια σε άλλους μουσουλμάνους, κι ας εμφανιζόταν ο Ζενγκί ως ο κύριος υπέρμαχος του τζιχάντ. Κάποιες φορές ενάντια στους χριστιανούς, όπως η εκστρατεία του 1136-1137 με στόχο εδάφη του Πριγκιπάτου της Αντιόχειας.

Στο διάστημα αυτό, ο Ουσάμα επιστρέφει στο Σαϋζάρ δύο φορές: τον Μάϊο του 1137 για την κηδεία του πατέρα του και την άνοιξη του 1138, όταν ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιωάννης Β΄ Κομνηνός, έχοντας συμμαχήσει με τους Φράγκους ηγεμόνες, πολιορκεί το κάστρο στην προσπάθειά του να ανακτήσει εδάφη της Βόρειας Συρίας. Ο Ουσάμα βρέθηκε στην πατρίδα του μαζί με τον στρατηγό αλ-Γκισιανί, μια και βάσει του αρχικού σχεδίου οι δυνάμεις του Ζενγκί θα βοηθούσαν στην άμυνα του Σαϋζάρ. Μια μέρα, ο αλ-Γκισιανί ανακοινώνει στον Σύρο ευγενή ότι η τελική απόφαση είναι να υποχωρήσουν στη Μοσούλη. Ο Ουσάμα ζητεί την άδεια να επιστρέψει στο κάστρο για να πάρει μαζί την οικογένειά του, στην πραγματικότητα όμως έχει πάρει την απόφαση να παραμείνει στο Σαϋζάρ και να το υπερασπιστεί. Ο στρατός φεύγει χωρίς τον ήρωά μας. Το περιστατικό αυτό γίνεται αιτία ρήξης με τον Ζενγκί.

Όπως αναμενόταν, η πολιορκία θέτει σε μεγάλη δοκιμασία το Σαϋζάρ. Οι απώλειες είναι μεγάλες. Τελικά, ο εμίρης Σουλτάν αποφασίζει να ακολουθήσει, όπως γράφει ο ανηψιός του, τον «δρόμο της σοφίας». Εκμεταλλεύται τις διαφωνίες του αντίπαλου στρατοπέδου και διαπραγματεύεται με τον βυζαντινό αυτοκράτορα, ο οποίος δέχεται να αποχωρήσει έναντι μεγάλου χρηματικού ποσού. Για τον Ουσάμα, πάντως, δεν είναι γραφτό να ζήσει για πολύ ακόμη στη γενέτειρά του. Οι σχέσεις με τον θείο του οδηγούνται σε οριστική ρήξη: ο Σουλτάν τον εξορίζει ισόβια από το Σαϋζάρ.

Γ. Τα χρόνια της Δαμασκού και οι διπλωματικές αποστολές στα φραγκικά κράτη (1138-1144): Εξόριστος από την πατρίδα του κι έχοντας πέσει στη δυσμένεια του Ζενγκί (όχι μόνο γιατί δεν υπάκουσε σε διαταγές του στρατηγού του, αλλά και γιατί ο Τούρκος ηγεμόνας δεν θα διακινδύνευε να χαλάσει τις σχέσεις του με τον φίλο του εμίρη του Σαϋζάρ φιλοξενώντας έναν εξόριστο), ο Ουσάμα στρέφεται αναγκαστικά στους μεγάλους αντιπάλους του Ζενγκί, τους Μπουρίδες της Δαμασκού. Το καλοκαίρι του 1138 φτάνει στην πόλη που πρόκειται να γίνει δεύτερη πατρίδα του και γρήγορα κερδίζει την εκτίμηση και τη φιλία του ισχυρού άνδρα του καθεστώτος, του βεζίρη Μουίν αλ-Ντιν Ουνούρ. Το βασικό μέλημα της Δαμασκού είναι η αναχαίτιση των επεκτατικών βλέψεων του Ζενγκί. Εφαρμόζοντας το αξίωμα βάσει του οποίου ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου, η ηγεσία της συριακής μητρόπολης στρέφεται στο χριστιανικό βασίλειο της Ιερουσαλήμ και στα υπόλοιπα φραγκικά κράτη. Ήδη τον Σεπτέμβριο του 1138 ο Ουσάμα ιμπν Μουνκίντ θα ξεκινήσει για την πρώτη του διπλωματική αποστολή στα Ιεροσόλυμα. Θα ακολουθήσουν πολλές ακόμη. Μόνος του ή συνοδεύοντας τον Ουνούρ, ο Ουσάμα θα περάσει αρκετό χρόνο στην Ιερουσαλήμ και σε άλλες πόλεις που ελέγχουν οι Φράγκοι. Θα γνωρίσει προσωπικά τον βασιλιά Φουλκ Ε΄, όπως κι αρκετούς από τους επιφανέστερους χριστιανούς ευγενείς.

Ο Ουσάμα αντιλαμβάνεται ότι, εφόσον οι Φράγκοι έχουν έρθει με σκοπό να μείνουν στη Συρία και στην Παλαιστίνη, το καλύτερο είναι να βρεθεί ένας τρόπος συμβίωσης των δύο λαών ο οποίος θα καταστήσει δυνατή τη σταδιακή πολιτιστική προσέγγιση μεταξύ τους. Ως προς το ζήτημα αυτό, ο συγγραφέας διακρίνει λογικότατα μεταξύ νεοφερμένων από τη Δύση σταυροφόρων, οι οποίοι δεν γνωρίζουν τίποτε από την πραγματικότητα στη Μέση Ανατολή κι απλώς ανυπομονούν να σφάξουν μουσουλμάνους, και εγκατεστημένων από καιρό στην περιοχή Φράγκων (φεουδάρχες και στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα όπως οι Ναΐτες), τους οποίους θεωρεί ανθρώπους με τους οποίους μπορεί να συνεννοηθεί και να αναπτύξει σχέσεις εμπιστοσύνης και φιλίας. Οι εντυπώσεις και οι κρίσεις του Ουσάμα για τα ήθη και τα έθιμα των Φράγκων είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες. Από κάποιες απόψεις βρίσκονται πιο κοντά στις σύγχρονες αντιλήψεις, σε άλλα σημεία οι επιλογές των χριστιανών μας φαίνονται πιο οικείες. Για παράδειγμα, ο Ουσάμα εκφράζει τον θαυμασμό του για τον τρόπο με τον οποίο αποδίδει δικαιοσύνη η αυλή του βασιλιά της Ιερουσαλήμ. Εντούτοις, η χρήση της θεοδικίας εκ μέρους των Φράγκων του φαίνεται όχι μόνο απάνθρωπος, αλλά και βλακώδης τρόπος απονομής δικαιοσύνης. Σε ιατρικά ζητήματα, οι εντυπώσεις του είναι ανάμεικτες: οι Φράγκοι σε μερικές περιπτώσεις τα καταφέρνουν καλύτερα από τους μουσουλμάνους γιατρούς. Σε άλλες επιδεικνύουν άγνοια κι ανοησία, ειδικά όταν μπλέκονται στην ιστορία κομπογιαννίτες (π.χ. αχρείαστος ακρωτηριασμός που καταλήγει στον θάνατο του τραυματία) και ιερείς. Όσον αφορά τη θρησκεία, ο συγγραφέας εκτιμά την πίστη τους και μάλιστα σε μια θρησκεία που έχει αποκαλυφθεί από τον ίδιο τον θεό «όπως κι η δική μας», αλλά αδυνατεί να κατανοήσει «τις υπερβολές στις οποίες τους οδηγεί η ειδωλολατρεία που επιδεικνύουν για τον Ιησού και την Παναγία» (σελ. 88-89). Σε ό,τι έχει να κάνει με τις σχέσεις ανδρών και γυναικών, ο Ουσάμα θεωρεί ότι οι χριστιανοί δίνουν μεγάλη ελευθερία στις γυναίκες τους, με συνέπεια να θέτουν σε κίνδυνο την τιμή και την αξιοπρέπειά τους. Το γεγονός ότι μια γυναίκα που περπατά στον δρόμο με τον σύζυγό της μπορεί να τον αφήσει για να πιάσει κουβέντα με μια φίλη της τον εκπλήσσει αρνητικά! Κι αν για τις παρατηρήσεις αυτές μπορούμε με τις σύγχρονες αντιλήψεις μας να κατηγορήσουμε εύλογα τον συγγραφέα για συντηρητισμό, σε μια άλλη περίπτωση θα του δώσουμε απόλυτο δίκιο όταν θεωρεί αναξιοπρεπές αυτό που είδε κάποτε στην Τιβεριάδα: σε μια μεγάλη θρησκευτική γιορτή, έπειτα από τις καθιερωμένες κονταρομαχίες μεταξύ ιπποτών, οι διοργανωτές είχαν βάλει δύο γριες να κάνουν αγώνα δρόμου με έπαθλο ένα ψητό γουρουνόπουλο που είχαν τοποθετήσει στη γραμμή του τερματισμού!

Από το ύφος του κειμένου μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο συγγραφέας πέρασε ευχάριστα χρόνια ανάμεσα στην όμορφη Δαμασκό και στα φραγκικά κράτη. Όλα τα ωραία, όμως, τελειώνουν κάποτε! Εκτός του προστάτη του, ο Ουσάμα δεν πρέπει να είχε πολλές συμπάθειες μεταξύ των αυλικών και των πολιτικών της Δαμασκού. Κι έτσι, το 1144, αναγκάζεται να αναζητήσει νέο καταφύγιο.

Δ. Στο φατμιδικό χαλιφάτο της Αιγύπτου (1144-1154): Ένας από τους θείους του Ουσάμα είχε εγκατασταθεί εδώ και χρόνια στην Αίγυπτο. Αυτός μεσολάβησε στον Φατιμίδη χαλίφη Αλ Χάφιζ, ο οποίος πράγματι υποδέχεται στο Κάιρο τον Ουσάμα με όλες τις τιμές: του παραχωρεί έπαυλη για να ζει με την οικογένειά του και κτήματα για να διαθέτει τα αναγκαία για μια πλούσια ζωή εισοδήματα. Τα πέντε χρόνια μέχρι τον θάνατο του χαλίφη (1149) θα περάσουν ευχάριστα για τον ήρωά μας, ο οποίος ανακαλύπτει τα θαύματα της Αιγύπτου. Ο θάνατος του 11ου χαλίφη της δυναστείας σηματοδοτεί όμως την οριστική απώλεια της εύθραυστης ισορροπίας που χαρακτήριζε το φατιμιδικό χαλιφάτο: πίσω από τον πλούτο και τις ομορφιές του Αιγύπτου αποκαλύπτεται ένας κόσμος αντίρροπων κέντρων εξουσίας τα οποία είναι έτοιμα ν’ αλληλοσπαραχθούν. Πανίσχυροι βεζίρηδες και διοικητές επαρχιών, ανακτορικές ίντριγκες και συνωμοσίες, επίλεκτα στρατιωτικά σώματα που τύποις υπηρετούν τον ηγέτη των πιστών, αλλά στην πράξη συγκρούονται μεταξύ τους με στόχο την απόκτηση περισσότερων προνομίων, ιδιωτικοί στρατοί, όχλος κι οδομαχίες. Κόλαση! Ο νέος χαλίφης, ο Αζ-Ζάφιρ επιλέγει για νέο βεζίρη τον γηραιό κι άβουλο ιμπν Μασάλ. Η αριστοκρατία, όμως, υποστηρίζει τον πανίσχυρο κυβερνήτη της Αλεξάνδρειας, τον ιμπν αλ-Σαλλάρ, ο οποίος και θα επιβληθεί με τη δύναμη των όπλων. Ακολουθεί μία περίοδος ισορροπίας του τρόμου μεταξύ του χαλίφη και του αυτοδιορισμένου βεζίρη του. Ο δεύτερος είχε εμπιστευτεί τη διοίκηση της Αλεξάνδρειας στον γαμπρό του τον Αμπάς. Μόνο που ο Αμπάς έχει ένα γιο, τον Νασρ, που είναι απίστευτα φιλόδοξος. Αυτόν προσεταιρίζεται ο χαλίφης για να τον κάνει εκτελεστικό όργανο των πιο σκοτεινών του σχεδίων. Ο Νασρ δολοφονεί τον αλ-Σαλλάρ (1153) κι ο Αζ-Ζάφιρ ονομάζει  βεζίρη τον Αμπάς. Μόνο που η ιστορία δεν σταματά εδώ: ο χαλίφης προτείνει στον Νασρ να βγάλει από τη μέση και τον ίδιο τον πατέρα του! Ακόμα κι ο δολοφόνος έχει τελικά κάποιες αναστολές. Το σχέδιο του χαλίφη στρέφεται τελικά εναντίον του. Από έναν πατροκτόνο καλύτεροι είναι οι δυο βασιλοκτόνοι! Γιος και πατέρας δολοφονούν τον χαλίφη και κάμποσους από τους αδελφούς του (1154), ονομάζοντας τυπικά χαλίφη τον γιο του Αζ-Ζάφιρ, ένα νήπιο 5 ετών. Αν ο Αμπάς κι ο Νασρ πίστεψαν ότι έγιναν κύριοι της Αιγύπτου, η χαρά τους δεν κράτησε πολύ. Είχαν κάνει πολλούς εχθρούς μέσα κι έξω απ΄ το παλάτι. Όλοι αυτοί υποστήριξαν τον ιμπν Ρουζζίκ, έπαρχο της Άνω Αιγύπτου, ο οποίος κινήθηκε με τον στρατό του προς το Κάιρο. Ακολούθησε πραγματικός εμφύλιος. Νικημένος, ο Αμπάς αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την πόλη. Ο Ουσάμα ήταν από παλιά φίλος με τον ιμπν Ρουζζίκ, είχε όμως συνεργαστεί και με τον Αμπάς, ο οποίος και τον ανάγκασε να τον ακολουθήσει στη φυγή του. Το μέγαρο και τα κτήματα του Ουσάμα λεηλατήθηκαν από τον όχλο. Όσο για τον Αμπάς, αντί να οχυρωθεί στην Αλεξάνδρεια όπου ήταν κι η βάση των πιστών οπαδών του, προτίμησε να κινηθεί προς τη Συρία σε αναζήτηση ένας θεός ξέρει ποιας συμμαχίας. Οι φυγάδες βρέθηκαν τυχαία αντιμέτωποι με τον στρατό των Φράγκων της Ιερουσαλήμ. Ο Αμπάς σκοτώθηκε. Ο Νασρ αιχμαλωτίστηκε: οι Ναΐτες τον πούλησαν στον ιμπν Ρουζζίκ για 60.000 δηνάρια κι αυτός τον παρέδωσε στις χήρες του Αζ-Ζάφιρ. Αφού τον βασάνισαν τον σταύρωσαν έξω από τις πύλες του Καΐρου.

Ε. Η επιστροφή στη Δαμασκό – τα χρόνια δίπλα στον Νουρ αλ-Ντιν (1154-1164): Ο Ουσάμα αναζήτησε ξανά καταφύγιο στη δεύτερη πατρίδα του (19 Ιουνίου 1154). Ο παλιός του προστάτης, ο Ουνούρ, είχε πια πεθάνει. Η δυναστεία των Μπουριδών είχε σβήσει και νέος κύριος της Δαμασκού ήταν ο γιος του Ζενγκί, ο Νουρ αλ-Ντιν. Ο Ουσάμα τον είχε ξαναδεί κάποια χρόνια νωρίτερα, όταν τον είχε επισκεφτεί ως απεσταλμένος του χαλιφάτου για να συνάψει συμμαχία κατά τον Φράγκων. Το σχέδιο δεν είχε ουσιαστικά ευοδωθεί, αλλά ο ιμπν Μουνκίντ πρέπει να έκαμψε κάποιες από τις εναντίον του προκαταλήψεις που ο  Ζενγκί θα είχε σίγουρα μεταδώσει στον γιο του. Ο Νουρ αλ-Ντιν υποδέχτηκε τον Ουσάμα με όλες τις τιμές και τον έκανε σύμβουλό του. Τον βοήθησε να φέρει από την Αίγυπτο την οικογένειά του. Αν και η ατυχία δεν άφησε τον Ουσάμα: ενώ το πλοίο που μετέφερε τις συζύγους και τα παιδιά του έπλεε έξω από την Άκρα του επιτέθηκαν οι άνδρες του βασιλιά του Ιερουσαλήμ. Κανείς δεν πειράχτηκε, αλλά κλάπηκαν τα χρήματα, η οικοσκευή κι ό,τι πολύτιμο μετέφεραν (συνολικής αξίας 30.000 δηναρίων). Μαζί κι όλα τα βιβλία του Ουσάμα.

Μετά από αυτό το ατυχές περιστατικό, τα πράγματα πηγαίνουν καλύτερα. Ο Ουσάμα συνοδεύει τον Νουρ αλ-Ντιν σ’ όλες τις εκστρατείες του, ενάντια σε Φράγκους ή μουσουλμάνους. Ακολουθεί τον ηγεμόνα και τις μετακινήσεις της αυλής του μεταξύ Δαμασκού και Χαλεπιού. Δύο γεγονότα τον σημαδεύουν: το 1157 ένας σφοδρός σεισμός συγκλονίζει τη Βόρεια Συρία. Το κάστρο του Σαϋζάρ γκρεμίζεται και παίρνει μαζί του όλους σχεδόν τους συγγενείς του Ουσάμα. Μια μόνο πατρίδα απομένει για τον ήρωά μας. Τρία χρόνια αργότερα, αποφασίζει να εκπληρώσει το θρησκευτικό καθήκον του προσκυνήματος στη Μέκκα. Στο μεταξύ, η υγεία του Νουρ αλ-Ντιν γίνεται όλο και πιο εύθραυστη. Ο ατάμπεης βρίσκει παρηγοριά στη θρησκεία: στην αυλή κυριαρχεί ατμόσφαιρα θρησκευτικής αυστηρότητας κι ασκητισμού που θυμίζει μοναστήρι. Όσον αφορά τα στρατιωτικά, ο Νουρ αλ-Ντιν θα συγκεντρώσει τις δυνάμεις του με σκοπό να επιφέρει αποφασιστικό χτύπημα στους Φράγκους: πράγματι, την εικοστή δεύτερη ημέρα του μηνός του ραμαζανιού του 559 (12 Αυγούστου 1164) ο Νουρ αλ-Ντιν θα συντρίψει τις χριστιανικές δυνάμεις, θα καταλάβει το φρούριο του Χαρίμ και θα αιχμαλωτίσει τον Βοημούνδο Γ΄ της Αντιόχειας, τον Ραϋμόνδο Γ΄ της Τριπόλεως, και τον διοικητή των βυζαντινών δυνάμεων που είχε στείλει ο Μανουήλ Κομνηνός.

ΣΤ΄. Στην αυλή του Καρά Αρσλάν: Παρά τους στρατιωτικούς θριάμβους, η παραμονή στην αυλή του Νουρ αλ-Ντιν έχει κουράσει τον Ουσάμα ιμπν Μουνκίντ. Ο ηγεμόνας δείχνει άλλωστε να προτιμά πια νεότερους συμβούλους. Έτσι, ο Ουσάμα αποφασίζει να ανταποκριθεί στην πρόσκληση του φίλου του Καρά Αρσλάν, του Τούρκου Αρτουκίδη ηγεμόνα της Βόρειας Μεσοποταμίας. Έδρα του Καρά Αρσλάν είναι η Χισν Κάυφα (τουρκικά Χασάνκεΰφ), στο σημερινό τουρκικό Κουρδιστάν. Ο Ουσάμα μας την παρουσιάζει σαν μια όμορφη πόλη που τη διασχίζει ο Τίγρης και την περιβάλλουν βουνά. Αλλά φυσικά η κρίση του είναι υποκειμενική, μια και η διαμονή του εκεί αποδεικνυόταν εξαιρετικά ευχάριστη: «μακριά από τον Νουρ αλ-Ντιν… η μεγάλη ηλικία μου, συνώνυμη της πείρας, και το μικρό μέγεθος της κοινωνίας στην οποία είχα προσκληθεί αποτελούσαν ευνοϊκούς παράγοντες για μένα. Με δυο λόγια, ήταν σαν να με περίμεναν εκεί. Ο Καρά Αρλάν αισθανόταν δόξα και τιμή που με είχε φέρει μαζί του… Πίστευα ότι θα σταματήσω να είμαι αυτό που ήμουν μέχρι τότε: ένας νομάδας της πολιτικής και των όπλων (σελ. 164)». Οι μέρες του Ουσάμα γεμίζουν με μελέτη και διαλέξεις, κυνήγι και ταξίδια (Μαγιαφαρικίν, Μοσούλη). Η μόνη στρατιωτική περιπέτεια ήταν μια άτυχη προσπάθεια του Καρά Αρσλάν να καταλάβει το Ντιγιάρμπακίρ, την αρχαία Άμιδα. Η παραμονή του Ουσάμα στη Βόρεια Μεσοποταμία θα τερματιστεί το φθινόπωρο του 1174, λίγο μετά τον θάνατο του Καρά Αρσλάν. Οι γιοι του ηγεμόνα έκριναν ότι ο γηραιός λόγιος και σύμβουλος του πατέρα τους κόστιζε πολλά χρήματα!

Ζ΄. Και πάλι στη Δαμασκό – τα χρόνια του Σαλαδίνου και το τέλος (1174-1188): «Εκείνο το φθινόπωρο του έτους 570 της Εγίρας… ξαναέβλεπα επιτέλους τη Δαμασκό. Με είχε ήδη δεχτεί δυο φορές, εξόριστο από το Σαϋζάρ και φυγά από το Κάιρο. Πόλη εξορίας κι έπειτα πατρίδα μου. Την είχα εγκαταλείψει για τη Χισν Κάυφα. Γενναιόδωρη, με ξαναδεχόταν. Σαν τον άσωτο υιό… επέστρεφα στη μητέρα μου…» (σελ. 178-179). Μετά τον θάνατο του Νουρ αλ-Ντιν την ίδια χρονιά (1174), η Δαμασκός ανήκει πια στον Σαλαδίνο, ήδη κύριο εδώ και κάποια χρόνια της Αιγύπτου. Ο αγαπημένος γιος του Ουσάμα, ο Μουρχάφ, ανήκει στο στενό περιβάλλον του Σαλαδίνου κι ο νέος μεγάλος ηγεμόνας έστελνε δώρα στον σεβάσμιο λόγιο και πολιτικό από τη Βόρεια Συρία ενώ αυτός βρισκόταν ακόμη στη Μεσοποταμία. Ο Ουσάμα γνωρίζει προσωπικά τον νέο ισχυρό ηγέτη του Ισλάμ, χαίρει της εύνοιάς του, συμμετέχει στις λογοτεχνικές βραδιές που διοργανώνει ο Κούρδος ηγεμόνας στη Δαμασκό και παρακολουθεί τις στρατιωτικές επιτυχίες του. Ο Σαλαδίνος ενώνει ολόκληρη την ανατολική επικράτεια του Ισλάμ: το 1184 κατακτά και το Χαλέπι. Μπορεί πια να στραφεί απερίσπαστος κατά των Φράγκων: «το ευλογημένο έτος 583 της Εγίρας… ο Σαλαδίνος συνέτριψε τους Φράγκους στο Χαττίν, δυτικά της Τιβεριάδας. Η νίκη άνοιγε κι άλλες πύλες. Την εικοστή εβδόμη ημέρα του μηνός ρατζάμπ ο Σαλαδίνος έμπαινε στην Ιερουσαλήμ, την Αγία Πόλη που το Ισλάμ ξαναέβρισκε σαν νύφη απ’ την οποία το χώρισαν σχεδόν έναν αιώνα πριν» (σελ. 189). Ευτυχισμένος και γεμάτος εμπειρίες, ύστερα από 93 χρόνια ζωής, ο Ουσάμα εγκατέλειπε τον μάταιο τούτο κόσμο το 1188.

ΙΙ. Ιστορίες, περιστατικά και ανέκδοτα από το Κιτάμπ αλ Ίτιμπάρ

Το μοναδικό σωζόμενο χειρόγραφο της αυτοβιογραφίας του Ουσάμα το ανακάλυψε στο Εσκοριάλ της Μαδρίτης ο Αρτβίγκ Ντερενμπούρ, ο οποίος υπήρξε κι ο πρώτος μεταφραστής του έργου στα γαλλικά, και γενικά σε δυτικοευρωπαϊκή γλώσσα [«Ousama ibn Mounkidh, un emir Syrien au premier siècle des croisades (1095–1188)», Παρίσι 1889]. Η πλέον πρόσφατη μετάφραση στα γαλλικά ανήκει στον Αντρέ ΜικέλUsâma Ibn Munqidh. Des enseignements de la vie (Kitâb al‐I'tibâr). Souvenirs d'un gentilhomme syrien du temps des Croisades, traduction, introduction et notes», Imprimerie Nationale, Παρίσι 1983, και, σε ελαφρώς διασκευασμένη/ απλουστευμένη έκδοση, «Ousama, un prince syrien face aux croisés», Fayard, σειρά «Les inconnus de l'histoire», Παρίσι 1986, απ' όπου και τα αποσπάσματα που παρατίθενται κατωτέρω]. Η πρώτη αγγλική μετάφραση ήταν έργο του λιβανέζικης καταγωγής Φίλιπ Χουρί ΧιττίAn Arab-Syrian Gentlemen in the Period of the Crusades: Memoirs of Usamah ibn-Munqidh», 1929), ενώ η πλέον πρόσφατη είναι αυτή του Πωλ Μ. Κομπ («The Book of Contemplation: Islam and the Crusades», Penguin Classics, 2008).

Το βιβλίο του Ουσάμα δεν είναι μια αυτοβιογραφία με τη σύγχρονη δυτική έννοια του όρου, ούτε αποτελεί ιστορικό σύγγραμμα. Δεν πρόκειται για μια γραμμική αφήγηση των γεγονότων που έζησε ο συγγραφέας. Φυσικά, ο Ουσάμα εξιστορεί τα σημαντικότερα συμβάντα και τους σταθμούς της ζωής του. Κύριος σκοπός του έργου, όμως, είναι ο διδακτικός. Ο συγγραφέας θέλει να «μεταδώσει σ’ άλλους τη γνώση, τις σκέψεις και την εμπειρία που συσσώρευσε κατά τη διάρκεια της ζωής του» (σελ. 173). Το Κιτάμπ αλ Ίτιμπάρ ανοίγει και κλείνει με στοχασμούς του συγγραφέα γύρω από τη ζωή, τον θάνατο και την ανθρώπινη μοίρα. Είναι γεμάτο με ιστορίες και περιστατικά που έζησε ο συγγραφέας ή του τα διηγήθηκαν. Όλα αυτά παρατίθενται ως εκδηλώσεις και σημάδια της θείας βούλησης. Για αυτόν τον λόγο και η αναφορά σε διάφορα ιατρικά περιστατικά (εξ ορισμού υποθέσεις ζωής και θανάτου, ή έστω σχεδόν έτσι) ή κατά τα φαινόμενα θαύματα. Αυτό που τελικά πρέπει να καταδειχθεί είναι «η απόλυτη ελευθερία του Θεού και η παντοδυναμία του οργάνου Του αυτού που αποκαλούμε πεπρωμένο» (σελ. 175). Η μόνη καθαρά προσωπική πινελιά είναι οι συνεχείς αναφορές στο μεγάλο πάθος του Ουσάμα, το κυνήγι: άπειρες κυνηγετικές ιστορίες, διηγήσεις για κυνηγόσκυλα και, κυρίως, για κυνηγετικά πτηνά. Κατά τα λοιπά, ο συγγραφέας είναι εξαιρετικά φειδωλός σε ό,τι αφορά την προσωπική του ζωή (δεν κατονομάζει καμία από τις συζύγους του κι από τα παιδιά του μνημονεύει μόνο τον αγαπημένο του γιο, τον Μουρχάφ) ή τη θρησκευτική του πίστη.

Ας διαβάσουμε στα γρήγορα ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το βιβλίο του Ουσάμα ιμπν Μουνκίντ. Πρώτα αυτά που περιέχουν τις σκέψεις του σχετικά με τους Φράγκους κι έπειτα διάφορα περιστατικά από τις περιπλανήσεις του στην επικράτεια του Ισλάμ.

Α. Ο Ουσάμα και οι Φράγκοι

«Εξετάζοντας τη ζωή μου για τελευταία φορά, όπως κάνω τούτη τη στιγμή, θα έλεγα πάντως ότι κανένας συγγενής, φίλος ή υπηρέτης δεν με συντρόφεψε για τόσο πολύ χρόνο όσο οι Φράγκοι. Ήταν εδώ σχεδόν από τότε που γεννήθηκα. Ήμουν τεσσάρων μηνών όταν ο πάπας της Ρώμης παρακίνησε αυτούς τους καταραμένους να έρθουν στα μέρη μας, ξεκινώντας από την άλλη άκρη της θάλασσας, για να ανακτήσουν τον τάφο του Χριστού. Λες κι εμείς τον είχαμε κλέψει από κάποιον… Τέσσερα χρόνια αργότερα βρίσκονταν στα μέρη μας, στην Έδεσσα και στην Αντιόχεια. Άλλα δέκα χρόνια μετά κι ήταν η σειρά της Τρίπολης. Ο Θεός το θέλησε για να μας τιμωρήσει για τις έριδές μας. Αντιμέτωποι με τους νεοφερμένους και τους πάντοτε απειλητικούς Ρωμιούς, εμείς αναλωνόμασταν σε διαμάχες μεταξύ μας. Αντί για ένα Ισλάμ είχαμε χίλια, κι άλλους τόσους αρχηγούς… Για να το πω με συντομία, δεν είχαμε να αντιπαραθέσουμε στον εχθρό παρά μύρια αλληλοαντικρουόμενα συμφέροντα, οπότε, για να υπερασπίσουμε το Σαϋζάρ από τους ομόθρησκους αδελφούς μας, χρειάστηκε μερικές φορές να ζητήσουμε βοήθεια – ο Θεός να με συγχωρά – από τους εχθρούς (σελ. 33-34)…

Αναγνωρίζω πρόθυμα στους Φράγκους δύο αρετές: το θάρρος τους και την εκτίμηση την οποία τρέφουν για τους ιππότες τους. Είχα κάποτε μια διαφορά με τον Ρενιέ, άρχοντα της Πανειάδας, μια και μας είχε κλέψει αιγοπρόβατα σε καιρό ειρήνης. “Ορίστε κάποιος που μας έχει προξενήσει σημαντική ζημιά – είπα στον βασιλιά Φουλκ -, μας έκλεψε ζώα ενώ οι κατσίκες επρόκειτο να γεννήσουν. Μας τις επέστρεψε, όχι όμως και τα μικρά, οπότε εξακολουθούμε να υφιστάμεθα ζημία“. Ο βασιλιάς έκανε νεύμα σε πέντε-έξι ιππότες: “Εμπρός! Αποδώστε δικαιοσύνη“. Βγήκαν από την αίθουσα ακροάσεων για να διασκεφθούν κι επέστρεψαν για να ανακοινώσουν ότι ομόφωνα αποφάσισαν πως ο άρχοντας έπρεπε να καταβάλει χρηματικό πρόστιμο [το ύψος του οποίου θα καθόριζα εγώ ο ίδιος]. Ο Ρενιέ παρακάλεσε να φανώ επιεικής κι υπήρξε τόσο πειστικός που αρκέστηκα σε 400 δηνάρια. Το παράδειγμα καταδεικνύει το πώς αντιμετωπιζόταν μια δικαστική απόφαση που είχαν εκδώσει οι ιππότες. Κανείς, ούτε καν ο ίδιος ο βασιλιάς δεν μπορεί να την αμφισβητήσει (σελ. 83)…

Θα παραθέσω ως αξιοσημείωτο παράδειγμα την περίπτωση ενός Φράγκου από την Αντιόχεια. Είχα στείλει στην πόλη αυτή έναν από τους συνεργάτες μου ο οποίος, κατόπιν συμβουλής μου, είχε φιλοξενηθεί από τον Θεόδωρο Σοφιανό, ο οποίος έχαιρε μεγάλου κύρους στην πόλη και ήταν αληθινός μου φίλος. Ο Σοφιανός παρακάλεσε τον συνεργάτη μου να τον συνοδέψει σε έναν γνωστό του ο οποίος τον είχε προσκαλέσει. Επρόκειτο για ένα Φράγκο ιππότη της παλιάς γενιάς από αυτούς που είχαν συμμετάσχει στις πρώτες μάχες. Είχε πια εγκαταλείψει την ενεργό δράση κι είχε αποσυρθεί στην Αντιόχεια, σ’ ένα κτήμα από το οποίο ζούσε. Όπως μου είπε ο συνεργάτης μου, τους παρουσίασε ένα τραπέζι με τα πιο εκλεκτά και καθαρά εδέσματα που θα μπορούσε κάποιος να ονειρευτεί: “Δίσταζα παρόλα αυτά, οπότε ο οικοδεσπότης μας με καθησύχασε. Εδώ και χρόνια δεν έτρωγε πια καθόλου φράγκικα φαγητά. Είχε Αιγύπτιες μαγείρισσες στις οποίες είχε απόλυτη εμπιστοσύνη: το χοιρινό κρέας δεν έμπαινε ποτέ στο σπίτι του“.

Αυτούς τους Φράγκους που με συνόδεψαν… σ’ όλη τη διάρκεια της μακράς ζωής μου πώς πρέπει να τους κρίνω τώρα που πλησιάζει ο θάνατος; Ο Θεός μας τους έστειλε, αυτό είναι βέβαιο, για να μας δοκιμάσει, για να μας υπενθυμίσει τις αμαρτίες μας και πάνω απ’ όλα τη μεγαλύτερη απ’ αυτές: τις έριδές μας. Εκμεταλλευόμενές τες, οι Φράγκοι κατόρθωσαν να έρθουν στα μέρη μας και να εγκατασταθούν σ’ αυτά. Συχνά αναρωτιόμουν, τα πρώτα χρόνια, αν με τον καιρό θα μας έμοιαζαν. Χάρη σε μερικούς από αυτούς πίστεψα στο θαύμα: αν όχι να ασπασθούν την πίστη μας, τουλάχιστον θα μπορούσαν, παραμένοντας χριστιανοί, να μάθουν μαζικά τη γλώσσα μας και να μοιραστούν με τους μουσουλμάνους αδελφούς τους τον ίδιο τρόπο ζωής, όπως κι οι ντόπιοι χριστιανοί. Γενικά, όμως, οι Φράγκοι δεν θέλησαν ούτε το ένα ούτε το άλλο (σελ. 97-99)».

Β. Περιπλανώμενος αριστοκράτης στην επικράτεια του Ισλάμ

α. Τα χρόνια δίπλα στον Ζενγκί: [1. Ο Ζενγκί κι οι στρατηγοί του] «Αναφερόμενος στους στρατηγούς του, ο Ζενγκί έλεγε συχνά: “Έχω στις διαταγές μου τρεις έμπιστους άντρες: τον Αλί Κουτζάκ που φοβάται τον Θεό, αλλά όχι κι εμένα. Τον Σουνκούρ που με φοβάται, αλλά δεν φοβάται τον Θεό. Και τον Μουχάμαντ αλ-Γκισιανί ο οποίος δεν φοβάται ούτε τον Θεό ούτε κι εμένα”! (σελ. 69)».

[2. Το καταραμένο κάστρο]

«Ευτυχώς, το έτος 526 της Εγίρας [1132] ξέσπασε πάλι πόλεμος, όπου επιθυμούσα διακαώς να αποδείξω την αξία μου στον Ζενγκί. Πρέπει να ομολογήσω ότι η ιστορία άρχιζε άσχημα για μένα, μια και οι αντίπαλοι ήταν αδέρφια μας μουσουλμάνοι. Ο Ζενγκί είχε αποφασίσει να κάνει επίδειξη δύναμης στη Βαγδάτη όπου βασίλευε ο χαλίφης Αλ-Μουσταρσίντ. Ένιωθα σχεδόν ευχαριστημένος όταν τα πράγματα δεν πήγαν καλά κι αναγκαστήκαμε να υποχωρήσουμε. Στον δρόμο της επιστροφής ο ατάμπεης διέταξε έναν από τους στρατηγούς του, τον Μουχάμαντ αλ-Γκισιανί, να πολιορκήσει τον εμίρη Καφτζάκ, ο οποίος είχε οχυρωθεί σ’ ένα φρούριο αληθινή αετοφωλιά, στη Μασούρρα του Κουχιστάν, νότια της λίμνης Ούρμια. Μόλις είχαμε στρατοπεδεύσει όταν εμφανίστηκε στις επάλξεις μια γυναίκα και μας φώναξε: “μήπως έχετε καλό βαμβακερό ύφασμα σε μεγάλη ποσότητα“; Κάποιος από τους δικούς μας της απάντησε “την κατάλληλη στιγμή βρήκες για να ψωνίσεις” κι εκείνη τότε είπε: “το χρειαζόμαστε για να σας φτιάξουμε σάβανα, μια και σε πέντε μέρες το πολύ θα είστε όλοι νεκροί“! Πράγματι στο μέρος εκείνο επικρατούσε μια νοσηρή ατμόσφαιρα και θέριζαν οι αρρώστειες, οπότε ο αλ-Γκισιανί αποφάσισε να επισπεύσει τις επιχειρήσεις…. ανέλαβαν δράση οι σκαπανείς μας από το Χορασάν. Έσκαψαν κάτω από τα θεμέλια του φρουρίου, ένας πύργος του γκρεμίστηκε και συλλάβαμε έναν αιχμάλωτο. Ο αλ-Γκισιανί διέταξε να τον κόψουν στα δύο. Μπήκα στη μέση. “Κύριε, βρισκόμαστε στον ιερό μήνα του ραμαζανιού. Αυτός ο άνθρωπος είναι μουσουλμάνος κι η θανάτωσή του θα είναι ένα έγκλημα για το οποίο θα λογοδοτήσεις στον άλλο κόσμο“! “Κόψτε τον στα δύο – διέταξε και πάλι ο στρατηγός – ! Ο φόβος είναι το καλύτερο όπλο μας ενάντια σ’ αυτούς που είναι μέσα στο φρούριο“. Επέμεινα: “Κύριε, το φρούριο θα το καταλάβεις έτσι κι αλλιώς σύντομα“. Ο αλ-Γκισιανί είχε όμως πεισμώσει. “Έδωσα μια διαταγή“! Η διαταγή του εκτελέσθηκε κι όσο για το φρούριο, αυτό καταλήφθηκε λίγο αργότερα (σελ. 61-62)».

β. Από τα χρόνια στη Μεσοποταμία: [Ο γέρος κι ο σουλτάνος] «Την ιστορία… μου τη διηγήθηκε ο καδής και ιμάμης Αμπού Σουλεϋμάν Νταβούντ, την εικοστή δεύτερη ημέρα του πρώτου μηνός ραμπί, κατά το έτος 556 της Εγίρας [3.12.1170], ενώ βρισκόμασταν στα περίχωρα της Χισν Κάυφα. Μου είπε ότι, όπως είχε μάθει από σίγουρη πηγή, μια μέρα στην αίθουσα ακροάσεων του Νιζάμ αλ-Μουλκ, του βεζίρη του Σελτζουκίδη μεγάλου σουλτάνου της Περσίας, του Μαλίκ Σαχ, εμφανίστηκε ένας πολύ ηλικιωμένος άντρας. Τον ρώτησαν από πού είχε έρθει κι αυτός αποκρίθηκε: “από μια ξένη χώρα”. “Χρειάζεσαι κάτι;”, τον ξαναρώτησε ο Νιζάμ αλ-Μουλκ. Ο γέρος εξήγησε: “Έρχομαι εκ μέρους του Προφήτη μας – ο Θεός να τον ευλογεί – και θέλω να δω τον σουλτάνο”.  “Μας κοροϊδεύεις, λοιπόν”, απάντησε σαρκαστικά ο βεζίρης. “Καθόλου. Πρέπει να δω τον σουλτάνο και δεν πρόκειται να το κουνήσω ρούπι από δω πέρα αν δεν του δώσω το μήνυμα που μεταφέρω”. Όταν ο σουλτάνος πληροφορήθηκε τα καθέκαστα εμφανίστηκε κι άκουσε τον γέρο να του λέει: “Έχω πολλές κόρες, μα είμαι τόσο φτωχός που δεν μπορώ να τις παντρέψω. Μια νύχτα που προσευχόμουν στον Ύψιστο να με βοηθήσει, ή μάλλον να βοηθήσει τις κόρες μου, είδα σε όραμα τον Προφήτη μας που με συμβούλεψε να πάω να δω τον σουλτάνο και να του πω ότι ο Απεσταλμένος του Θεού του ζητεί να κάνει κάτι για τις κόρες μου. Δίστασα στο όνειρό μου, εξήγησα στον Προφήτη ότι θάπρεπε να δώσω στον σουλτάνο μια απόδειξη για το ότι λέω αλήθεια. Ποιαν, όμως; Τότε Αυτός μου αποκάλυψε ότι κάθε βράδυ, πριν κοιμηθεί, ο σουλτάνος απαγγέλλει την εξηκοστή έβδομη σουράτα του σεβαστού μας Κορανίου”. Ακούγοντας τούτα τα λόγια, ο σουλτάνος αναφώνησε: “Να ένα αληθινό σημάδι από τους Ουρανούς. Μόνον ο Ύψιστος μπορεί να ξέρει ότι έχω αυτή τη συνήθεια, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, από τότε που ο κατηχητής μου με πρόσταξε ν’ απαγγέλλω κάθε βράδυ αυτήν τη σουράτα”.Κι ύστερα, προίκισε τις κόρες του γέρου και τον γέμισε με δώρα (σελ. 170-171)».

γ. Η τελευταία περίοδος παραμονής στη Δαμασκό: [Το περιδέραιο] «Μια ιστορία ακόμη, την οποία άκουσα το 572 της Εγίρας [1176]. Ανήκει στον ιμπν Αμπντάλμπάκι, καδή τοποθετημένο στο νοσοκομείο της Βαγδάτης. “Ενώ βρισκόμουν στη Μέκκα και συμμετείχα στην ιεροτελεστία κατά την οποία οι πιστοί βηματίζουν γύρω από την ιερή Κααμπά, η ματιά μου έπεσε πάνω σ’ ένα μαργαριταρένιο περιδέραιο το οποίο σήκωσα και έβαλα σε μια από τις πτυχώσεις του μανδύα μου. Σχεδόν αμέσως κατάλαβα ότι κάποιος θα το έψαχνε. Τελικά βρήκα αυτόν τον άνδρα κι αφού μου περιέγραψε σωστά το περιδέραιο του το επέστρεψα. Αρνήθηκα την αμοιβή που μου προσέφερε και του είπα ότι αν δεχόμουν θα προσέβαλα την ιερότητα του τόπου όπου βρισκόμασταν. Τότε μου ζήτησε να στραφώ προς το μέρος της Κααμπά και να πω “αμήν” μόλις ολοκληρώσει την προσευχή που επρόκειτο να πει. “Θεέ, αναφώνησε τότε, συγχώρεσε τις αμαρτίες αυτού του ανθρώπου και δώσε μου τη δυνατότητα να του ξεπληρώσω την ευγενική χειρονομία του“. Κι εγώ είπα: “αμήν“.

Όταν μπάρκαρα για να πάω στο Μαγκρέμπ κατέληξα αιχμάλωτος των Ρωμιών. Με πούλησαν τελικά σ’ έναν ιερέα, ο οποίος με κράτησε κοντά του μέχρι τον θάνατό του. Απελεύθερος, σύμφωνα με την τελευταία του βούληση, έφτασα στο Μαγκρέμπ κι έγινα γραφέας ενός αρτοποιού που είχε μεταξύ των πελατών του κάποιον προύχοντα του τόπου εκείνου. Έχοντας πληροφορηθεί ότι ξέρω να γράφω και να κάνω λογαριασμούς πολύ καλά, ο άνδρας αυτός με πήρε στη δούλεψή του: μου έδωσε διαμέρισμα σε μια πτέρυγα της έπαυλής του και μου ανέθεσε να εισπράττω τα έσοδα από το κτήμα του και να κρατάω τα λογιστικά βιβλία του.

Λίγο καιρό αργότερα μου είπε: “Αμπού Μπακρ, τι γνώμη έχεις για τον γάμο;

- Κύριε, απάντησα, ζω χάρη στη γενναιοδωρία σου. Πώς θα βρω τα αναγκαία για να συντηρήσω μια γυναίκα;

- Τα αναλαμβάνω εγώ όλα: προίκα, σπίτι, ρούχα κι όλα τα αναγκαία.

- Εσύ αποφασίζεις, κύριε.

- Παιδί μου, η σύζυγος που προορίζω για σένα έχει όλα τα ελαττώματα“. Κι άρχισε να περιγράφει την ασχήμεια της νύφης, απ’ την κορφή ως τα νύχια της. “Για μένα είναι εντάξει“, απαντούσα κάθε φορά και πράγματι αυτό πίστευα. Μα εκείνος μου είπε: “Παιδί μου, θα παντρευτείς την κόρη μου“. Άμ’ έπος άμ’ έργον! Κλήθηκαν οι μάρτυρες και υπογράφηκε το συμβόλαιο. Έπειτα από λίγες μέρες παντρευτήκαμε. Μπήκα σ’ ένα υπέροχο σπίτι όπου μου παρουσίασαν τη σύζυγό μου. Οποία έκπληξη! Αντίκρισα την ομορφότερη εικόνα που είχα ποτέ ονειρευτεί. Το έβαλα στα πόδια. Ο γέροντας με πρόφτασε. “Γιατί φεύγεις;“, μου είπε. “Η γυναίκα μου δεν είναι αυτή που μου περιέγραψες“, αποκρίθηκα. “Μα, παιδί μου, είναι πραγματικά η σύζυγός σου και κόρη μου. Δεν έχω άλλο παιδί. Αν σου μίλησα γι’ αυτήν έτσι, το έκανα για να μην την απαξιώσεις αργότερα“. Γύρισα στο σπίτι περιχαρής.

Την επομένη, παρατηρούσα, χωρίς να μπορώ να πιστέψω στα μάτια μου, τα υπέροχα κοσμήματα και τους πολύτιμους λίθους που μου επιδείκνυε με περηφάνεια η γυναίκα μου. Νέα έκπληξη! Ανάμεσά τους υπήρχε ένα περιδέραιο ολόιδιο με κείνο που είχα βρει κάποτε στη Μέκκα. Έφυγα αναστατωμένος και βρήκα τον πεθερό μου. Τον ευχαρίστησα για όλα όσα μου είχε χαρίσει, δίχως να καταφέρω όμως να κρύψω ότι το μυαλό μου βρισκόταν αλλού. “Τι σκέφτεσαι;“, μου είπε τελικά. “Πρέπει να στο ομολογήσω. Να σου πω για ένα περιδέραιο που είχα βρει πριν πολλά χρόνια στη Μέκκα και το οποίο ξαναείδα εδώ, το ίδιο ή κάποιο πανομοιότυπο με κείνο, ανάμεσα στα κοσμήματα της γυναίκας μου“.

- “Εσύ ήσουν λοιπόν αυτός που μου το επέστρεψε εκείνη την περίφημη ημέρα, αναφώνησε ο πεθερός μου.

- Έτσι ακριβώς.

- Αχ, αγόρι μου, ας χαρούμε γιατί ο Θεός μας λύτρωσε και τους δυο από τις αμαρτίες μας και σε μένα έδωσε τη δυνατότητα να σε ανταμείψω για την ευγενική σου πράξη. Είμαι ευτυχισμένος που σου εμπιστεύτηκα τη μοναχοκόρη, το σπίτι και τα υπάρχοντά μου. Τώρα, μπορώ να πεθάνω“!

Συνέταξε τη διαθήκη του, ορίζοντάς με κληρονόμο, και πράγματι πέθανε λίγο καιρό μετά. Ο Θεός να τον σπλαχνισθεί!”» (σελ. 183-186).

δ. Προσωπικά: [1. Οι γυναίκες] «[Ενώ βρισκόμουν στην αυλή του Ζενγκί] εκμεταλλευόμουν τον ελεύθερο χρόνο μου διατηρώντας τακτική αλληλογραφία με τον πατέρα μου, ο οποίος μου έγραφε τα νέα των συζύγων και των παιδιών μου. Είχα πράγματι παντρευτεί μερικά χρόνια πριν κι αν αναφέρω παρεμπιπτόντως το γεγονός αυτό, το κάνω γιατί η προσωπική ζωή μου αφορά αποκλειστικά εμένα και κανέναν άλλο (σελ. 60-61)».

[2. Τα βιβλία] «Έμαθα το νέο [της σύντομης αιχμαλωσίας της οικογένειάς του και της κλοπής της περιουσίας του από τους άνδρες του βασιλιά της Ιερουσαλήμ] ενώ είχα αφήσει τη Δαμασκό για να συνοδέψω τον Νουρ αλ-Ντιν σε κάποια από τις εκστρατείες του. Δίχως αμφιβολία η σωτηρία των συζύγων μου, των παιδιών και των ανηψιών μου με αποζημίωνε για όλα τα υπόλοιπα, την απώλεια τόσων αγαθών που είχα κατορθώσει να διασώσω από την καταστροφή μου στην Αίγυπτο. Δεν μπορώ όμως να μη μιλήσω για τα βιβλία μου, τους τέσσερις χιλιάδες τόμους, όλοι τους πολύτιμοι, των οποίων την απώλεια νιώθω κάθε μέρα από τότε σαν ένα πόνο που μου σπαράσσει την καρδιά (σελ. 152)».

————————————————————————————————

Τα βιβλία που γράφτηκαν αρκετούς αιώνες πριν είναι πάντα εξαιρετικά ενδιαφέροντα και χρήσιμα στο πλαίσιο της ιστορικής μελέτης. Κι από την άποψη αυτή, το βιβλίο του Ουσάμα είναι υπερπολύτιμο: όχι μόνο μας δίνει μια σαφή εικόνα των μεσαιωνικών μουσουλμανικών κοινωνιών της Μέσης Ανατολής, αλλά και, μακριά από το στερεότυπο του διαρκούς πολέμου μεταξύ φανατικών, μας επιτρέπει να κατανοήσουμε ότι η εποχή των σταυροφοριών υπήρξε και περίοδος συμβίωσης, ανταλλαγών και προσπαθειών προσέγγισης μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων. Εντούτοις, σπάνια τα βιβλία αυτού του είδους είναι συναρπαστικά: δέσμια τους ύφους και των συμβάσεων περασμένων εποχών φαντάζουν ανιαρά στον σύγχρονο αναγνώστη. Το Κιτάμπ αλ Ίτιμπάρ διαβάζεται μονορούφι σαν συναρπαστικό μυθιστόρημα, ίσως γιατί κι η ζωή του συγγραφέα υπήρξε συναρπαστική. Κι έπειτα ακόμη και τα ανέκδοτα κι οι ιστορίες που διηγείται είναι γλυκύτατες, ακόμη και μέσα στην αφέλειά τους. Πολλές από αυτές μοιάζουν φτιαγμένες για υλικό αφηγήσεων του Μπόρχες. Και σε κάθε περίπτωση, μετά από όλα αυτά έχουμε γνωρίσει τον Ουσάμα τόσο καλά που είναι πρόσωπο σχεδόν οικείο, κάποιος που ήρθε για να μας συμβουλέψει με τη δύναμη της εμπειρίας του. Δεν είναι μικρό πράγμα αυτό…

Η μελαγχολική ιστορία του πρίγκιπα Τζεμ

Αυγούστου 12, 2011

3 Μαΐου 1481: έξω από την Πόλη, κοντά στην αρχαία Λίβυσσα, εκεί όπου είχε αυτοκτονήσει ο Αννίβας, αφήνει την τελευταία του πνοή ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής. Αν ο διάδοχος είχε σαφώς οριστεί, αν ο πρωτότοκος είχε ήδη ενηλικιωθεί κι οι υπόλοιποι πρίγκιπες ήταν ακόμη ανήλικοι, τότε… ίσως και να μπορούσε να τεθεί σ’ εφαρμογή με κάποια ευκολία το οθωμανικό “έθιμο” της αδελφοκτονίας. Ο Πορθητής, όμως, είχε δυο γιους που ήταν ήδη ενήλικοι: τον Βαγιαζήτ, τον οποίο απέκτησε ενώ ήταν ακόμη έφηβος, το 1447, και τον νεότερο Τζεμ, που γεννήθηκε το 1459.  Και στους δύο είχε αναθέσει τη διοίκηση σημαντικών επαρχιών: ο πρωτότοκος διοικούσε τις περιοχές της Σεβάστειας, της Αμάσειας και του Τοκάτ, ενώ ο νεότερος την Καραμανία και την περιοχή του Ικονίου. Επομένως, τα δυο αδέλφια είχαν ήδη τις προσωπικές αυλές τους, τους πιστούς υποστηρικτές κι ακολούθους τους και, φυσικά, τους στρατούς τους. Επρόκειτο, λοιπόν, να ξαναζήσουμε την πανάρχαια ιστορία των δύο αδελφών που μάχονται μέχρι τελικής πτώσεως για την εξουσία. Την ιστορία του Αρταξέρξη και του Κύρου του Νεότερου, μόνο που αντί για τη δραματική κορύφωση της Μάχης στα Κούναξα, το τέλος του ηττημένου στη σύγκρουση των Οθωμανών πριγκίπων θα είναι βασανιστικά αργό: αυτός που φιλοδόξησε να βασιλέψει στη μεγαλύτερη αυτοκρατορία της εποχής του θα ζήσει χρόνια αιχμάλωτος των υποτιθέμενων προστατών του, οι οποίοι θα τον μεταχειριστούν σαν απλό πιόνι στα διπλωματικά σχέδιά τους και δεν θα διστάσουν να τον εξοντώσουν με συνοπτικές διαδικασίες όταν κρίνουν ότι δεν τους είναι πλέον χρήσιμος.

Ι.   Ο πόλεμος μεταξύ των δύο αδελφών

Ο Βαγιαζήτ έφτασε πρώτος στην Πόλη κι ανακηρύχθηκε σουλτάνος στις 21 Μαΐου. Η πρώτη του κίνηση ήταν να διατάξει τον βεζίρη Αγιάς Πασά να εξοντώσει τον αδελφό του. Ο Τζεμ, όμως, κινήθηκε προς την Προύσα με στράτευμα 4.000 ανδρών και κατάφερε να συντρίψει τις δυνάμεις του αδελφού του στις 28 Μαΐου 1481. Αυτοανακηρύχθηκε σουλτάνος της Ανατολίας με πρωτεύουσά του την Προύσα και πρότεινε στον Βαγιαζήτ να μοιραστούν την αυτοκρατορία, αφήνοντάς του μόνον τα ευρωπαϊκά εδάφη! Ο πρωτότοκος εξοργίστηκε με το θράσος του μικρού: αφού διακήρυξε πως “μεταξύ ηγεμόνων δεν υπάρχει καμιά συγγένεια”, συγκέντρωσε στρατό και τον οδήγησε ο ίδιος στη μάχη. Στο Γενίσεχίρ, έξω από την Προύσα, κατατρόπωσε τον Τζεμ. Για να γλιτώσει, ο νεαρός πρίγκιπας υποχώρησε στα νοτιανατολικά των εδαφών που διοικούσε, στην Κιλικία, κι από κει πέρασε στο Χαλέπι της Συρίας, δηλαδή στην επικράτεια των Μαμελούκων σουλτάνων του Καΐρου. Έρχεται σε διαπραγματεύσεις με τον σουλτάνο Καΐτ Μπέη, ο οποίος του παρέχει άσυλο στο Κάιρο. Ενώ ο Τζεμ βρίσκεται στην αιγυπτιακή πρωτεύουσα και προετοιμάζει την αντεπίθεσή του με τη βοήθεια των Μαμελούκων λαμβάνει μια επιστολή από τον αδελφό του. Ο Βαγιαζήτ του υπόσχεται ένα μεγάλο χρηματικό ποσό αν παραιτηθεί από τις αξιώσεις του στον θρόνο. Ο Τζεμ αρνείται την προσφορά. Με τις ενισχύσεις που του προσέφεραν οι Μαμελούκοι, αλλά και οι Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου (πέντε γαλέρες με στρατιώτες και πυροβολικό) περνά την άνοιξη του 1482 στην Καραμανία, όπου βρίσκει τους υποστηρικτές του, και ξεκινά την αντεπίθεσή του. Στα τέλη Μαΐου προσπαθεί ανεπιτυχώς να καταλάβει το Ικόνιο. Αναγκάζεται να κινηθεί προς την Άγκυρα όπου θα γνωρίσει εκ νέου την ήττα. Η πρώτη του σκέψη είναι να καταφύγει και πάλι στο Κάιρο, πλην όμως όλες οι οδοί επικοινωνίας με την επικράτεια των Μαμελούκων ελέγχονται πλέον από τον Βαγιαζήτ.  Ο Τζεμ δεν έχει παρά μία μόνον επιλογή: να ζητήσει βοήθεια από αυτούς που τον έλεγαν Ζιζίμ, τους Λατίνους.

ΙΙ.   Ο Τζεμ υπό την προστασία των Ιωαννιτών

Από το κρησφύγετό του στην οροσειρά του Ταύρου, ο Τζεμ στέλνει μήνυμα στον μεγάλο μάγιστρο των Ιωαννιτών, τον Πέτρο του Ωμπυσσόν, και ζητεί άσυλο στη Ρόδο. Κατόπιν διαβουλεύσεως, ο μάγιστρος και το συμβούλιο του Τάγματος δέχονται και στέλνουν στολίσκο υπό τον Δον Άλβαρεθ δε Θούνιγα, Μέγα Διοικητή της Καστίλλης, για να παραλάβει τον Τζεμ από τις ακτές της Κιλικίας.

Η κατάσταση των Ιωαννιτών το 1482: Το Τάγμα, που από τις αρχές του 14ου αι. έχει εγκαθιδρύσει το δικό του Ordensstaat στα Δωδεκάνησα, βρίσκεται σε μια από τις κρισιμότερες καμπές της ιστορίας του. Η πολιτική και στρατιωτική αντιπαράθεση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία έχει κορυφωθεί από την άνοιξη του 1480, όταν ο Μωάμεθ Β΄ έστειλε τα στρατεύματά του, υπό τον Μισάχ Πασά, βυζαντινό εξωμότη καταγόμενο από την αυτοκρατορική οικογένεια των Παλαιολόγων, να πολιορκήσουν τη Ρόδο. Οι Ιωαννίτες θα αποκρούσουν την επίθεση με πραγματικό ηρωϊσμό, όμως οι απώλειές τους είναι σημαντικές. Οι οχυρώσεις της Ρόδου έχουν υποστεί σημαντικές ζημιές τις οποίες επέτεινε την επόμενη χρονιά σφοδρότατη σεισμική ακολουθία που έπληξε το νησί. Η ευλογία (αν και αργότερα θα αποδειχτεί… και κατάρα) για το Τάγμα έγκειται στο ότι έχει επικεφαλής του μια τεράστια πολιτική προσωπικότητα, όπως είναι ο μάγιστρος Πέτρος του Ωμπυσσόν. Ο Μέγας Μάγιστρος έχει ξεκινήσει μια μεγάλη επιχείρηση αποκατάστασης και ενίσχυσης των οχυρώσεων της πρωτεύουσάς του, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να συνάψει συμμαχίες που θα διασφαλίσουν την επιβίωση του κράτους του Τάγματος. Από την άποψη αυτή, το διάβημα του Τζεμ έρχεται στην καταλληλότερη στιγμή: ο Ωμπυσσόν βλέπει τον Οθωμανό πρίγκηπα σαν τον άσο στο μανίκι που θα του δώσει τη δυνατότητα να κερδίσει τη σημαντικότερη παρτίδα διπλωματικού πόκερ στην Ανατολική Μεσόγειο!

Η υποδοχή στη Ρόδο: Ο Τζεμ γίνεται δεκτός στη Ρόδο με κάθε επισημότητα στις 20 Ιουλίου 1482. Η άφιξη κι η διαμονή του στην πρωτεύουσα των Ιωαννιτών περιγράφονται με κάθε λεπτομέρεια στο έργο του αντικαγκελάριου του Τάγματος, του Γουλιέλμου Καουρσέν, το οποίο συνοδεύεται άλλωστε κι από γλαφυρότατη εικονογράφηση. Ο πρίγκιπας φτάνει στο λιμάνι πάνω στη ναυαρχίδα των Ιπποτών. Επιβιβάζεται σ΄ ένα μικρότερο σκάφος και αποβιβάζεται στην αποβάθρα που βρίσκεται μπροστά στη Θαλασσινή Πύλη υπό τους ήχους μουσικών. Ανεβαίνει σ΄ άλογο και με την ακολουθία του συναντά τον Μεγάλο Μάγιστρο και τους αξιωματούχους του Τάγματος έξω από τον ναό του Αγίου Σεβαστιανού. Όλοι μαζί φτάνουν στην οδό των Ιπποτών και στον Οίκο της Γλώσσας της Γαλλίας, τμήμα του οποίου θα παραχωρηθεί ως κατάλυμα στον Τζεμ και τη συνοδεία του.

Μόλις ανακοινώνεται η άφιξη του πρίγκιπα, αρχίζουν οι πρέπουσες τελετές. Μια ξύλινη αποβάθρα ρίχνεται πάνω από τη θάλασσα για την υποδοχή του βασιλιά κατά την αποβίβασή του… Η γέφυρα έχει διακοσμηθεί με τον βελγικό τρόπο, με βαριά υφάσματα από το Αρτουά κι άλλα, χρυσοποίκιλτα κι ασημοστολισμένα, μεταξωτά και μάλλινα… Ο δρόμος πάνω στον οποίο θα βαδίσουν οι φιλοξενούμενοι έχει καλυφθεί από πολύχρωμα τουρκικά χαλιά… Ο λαός κι οι σπουδαίοι που έχουν έρθει να παρακολουθήσουν το θέαμα γεμίζουν τους δρόμους. Οι γυναίκες κι οι κοπέλες βγαίνουν στα παραθύρια. Και το υπόλοιπο πλήθος ανεβαίνει στις στέγες για να δει την άφιξη του βασιλιά. Ένα μικρό ροδιακό σκάφος προσεγγίζει το καράβι που αγκυροβόλησε στην είσοδο του λιμανιού, υποδέχεται τον βασιλιά και τον φέρνει κοντά στην αποβάθρα. Αξιωματούχοι του Τάγματος έχουν σταλεί ως προπομποί για να καλωσορίσουν τον Ζιζίμ κατά την άφιξή του. Πίσω από αυτούς ακολουθεί η μακρά πομπή των υπηρετών που φέρουν τα εμβλήματα του Μεγάλου Μαγίστρου και τραγουδούν στα γαλλικά. Κι έπειτα, νεαροί στρατιώτες υπερασπιστές της Ιερουσαλήμ με το άγουρο γένι τους, προχωρούν πάνω σε εξαίσια άλογα… Πίσω από αυτούς, ο Μεγάλος Μάγιστρος πάνω σ’ ένα υπέρλαμπρο άτι… Επιβλητικοί, τον ακολουθούν οι αξιωματούχοι του Τάγματος. Σκοπίμως, ο μάγιστρος σταμάτησε στη μεγάλη πλατεία, στο ύψος της εκκλησίας του Αγίου Σεβαστιανού κι εκεί ακριβώς θα τον συναντήσει ο βασιλιάς Ζιζίμ καβάλα στο μεγαλόπρεπο άτι του, περιστοιχισμένος από τους πιστούς συντρόφους του στη φυγή… Αφού χαιρετηθούν, ο ένας θα σφίξει το χέρι του άλλου κι έπειτα θα καλπάσουν μαζί προς τα καταλύματα που έχουν ετοιμαστεί για τον Ζιζίμ και την ακολουθία του” (Γουλιέλμος Καουρσέν “Υπόμνημα επί της υποθέσεως του βασιλέως Ζιζίμ“, βλ. Nicolas Vatin “Sultan Djem. Un prince ottoman dans l’Europe du XVe siècle d’après deux sources contemporaines: Vâki’ât-i Sultan Cem / Oeuvres de Guillaume Caoursin“, εκδ. T.T.K., Άγκυρα 1997, σελ. 93-96 και “Rhodes et l’ordre de Saint-Jean-de-Jérusalem“, εκδ. CNRS, Παρίσι 2000, σελ. 80).

Η φιλοξενία: Ο Μέγας Μάγιστρος θα βάλει τα δυνατά του για να φιλοξενήσει βασιλικά τον υψηλό προστατευόμενό του. Ιπποτικά τουρνουά, συναυλίες και συμπόσια, όλα προς τιμήν του πρίγκιπα Τζεμ. Χαρακτηριστική είναι και πάλι η περιγραφή του Καουρσέν:

Σερβιρίστηκαν φαγητά κάθε λογής και, χάρη στην τέχνη των μαγείρων, διόλου δεν έλειπαν τα διάφορα αρτύματα. Ο Βάρβαρος θαυμάζει τις συνήθειες των Λατίνων. Κάθεται, αν και όχι δίχως κάποια δυσκολία, μια και γι’ αυτόν δεν πρόκειται για τη συνηθισμένη στάση φαγητού. Δοκιμάζει πρώτα με τα δάχτυλά του τα αρτύματα: περιφρονεί ό,τι είναι γλυκό και διαλέγει όσα έχουν ξινή γεύση. Τρώγοντας παρατηρεί τους υπηρέτες και σκύβοντας πάνω απ’ το τραπέζι δοκιμάζει από τα φαγητά. Ρίχνει συχνά κλεφτές ματιές προς τον μάγιστρο για να δει πώς τρώει εκείνος. Δεν λείπουν κι οι μουσικοί για να μαγέψουν την ακοή των συνδαιτημόνων με τις αρμονίες τους. Μεταξύ άλλων, ένας Βρετανός παίζει μια πολύ γλυκιά μουσική μ’ ένα όργανο που μοιάζει με ασκό και στο οποίο έχουν δέσει τέσσερις αυλούς… Αλλά ο Βάρβαρος, που δεν είναι συνηθισμένος σε τόσο γλυκό τραγούδι δεν δείχνει να ευχαριστιέται παρά μόνο όταν φτάνει ένας Τούρκος που εργαζόταν στα μαγειρεία κι ο οποίος άρχισε να παίζει ένα βαρβαρικό μουσικό όργανο: ξαναβρίσκοντας τότε τη διάθεσή του ο Ζιζίμ χαμογελά για μια στιγμή” (Γουλιέλμος Καουρσέν όπ.π., βλ. Vatin “Sultan Djem όπ.π.“, σελ. 300 και “Rhodes“, όπ.π., σελ. 61).

Όλα αυτά δεν είναι φυσικά απλώς φιλοφρονήσεις, εκδηλώσεις ευγένειας ή μεγαλοψυχίας προς τον άτυχο Οθωμανό. Για τον Ωμπυσσόν, ο Τζεμ είναι το ιδανικό μέσο πίεσης τόσο προς την Υψηλή Πύλη, όσο και προς τα κέντρα εξουσίας της χριστιανικής Δύσης. Ήδη άλλωστε έχουν σταλεί σχετικώς επιστολές σε όλες τις αυλές. Βάσει του σχεδίου του μαγίστρου, τα χριστιανικά βασίλεια και ο πάπας πρέπει να παράσχουν κάθε δυνατή βοήθεια στον Τζεμ ώστε να ξαναρχίσει ο εμφύλιος στα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (Claude Petiet “Au temps des Chevaliers de Rhodes” εκδ. F. Lanore, 2000, σελ. 62).

Εάν κάποιος γνωρίζει καλά την αξία της παραμονής του Τζεμ στη Ρόδο, αυτός είναι ο αδελφός του. Ο Βαγιαζήτ στέλνει στη Ρόδο απεσταλμένους με προτάσεις ειρήνης, ίσως όμως και κατασκόπους με σκοπό τη δολοφονία του Τζεμ. Ο Ωμπυσσόν αντιλαμβάνεται ότι η προστασία που παρέχει στον Τζεμ ενέχει κινδύνους για το Τάγμα, γιατί μπορεί να προκαλέσει επίθεση του Βαγιαζήτ στη Ρόδο ενώ οι Ιωαννίτες δεν είναι ακόμη έτοιμοι να αντιμετωπίσουν μια νέα πολιορκία. Ο Μέγας Μάγιστρος και το Συμβούλιο αποφασίζουν ότι η μόνη λύση που εγγυάται την ασφάλεια του νησιού και του ίδιου του πρίγκιπα είναι η μεταφορά του δεύτερου στη Δύση. Χωρίς στρατό και χρήματα, άρα δίχως καμία διαπραγματευτική ισχύ, φοβισμένος ίσως κι ο ίδιος για την ασφάλειά του, ο Τζεμ δέχεται. Πριν ξεκινήσει για τον τόπο εξορίας του, δέχεται εγγράφως (31 Αυγούστου 1482) όλα τα αιτήματα που πιεστικά του έχει υποβάλει ο Ωμπυσσόν: αφενός εξουσιοδοτεί τον μάγιστρο να διαπραγματευθεί εξ ονόματός του με τον Βαγιαζήτ, αφετέρου υπόσχεται ότι αν ποτέ ανακτήσει την αυτοκρατορία “θα συνάψει διαρκή ειρήνη με τους Ιωαννίτες, θα ανοίξει στα πλοία τους όλα τα λιμάνια της οθωμανικής επικράτειας, θα απελευθερώνει ετησίως 300 χριστιανούς αιχμαλώτους, ενώ δεσμεύεται να καταβάλει στο Τάγμα ποσό 150.000 χρυσών εκύ σε αποζημίωση των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν οι Ιωαννίτες για τη φιλοξενία του”! Την επομένη, ο Τζεμ επιβιβάζεται σε πλοίο του Τάγματος και συνοδευόμενος από τον ιππότη Γουίδο του Μπλανσφόρ, ανηψιό του Ωμπυσσόν και μετέπειτα μεγάλο μάγιστρο των Ιωαννιτών, αναχωρεί με προορισμό τη Γαλλία (Petiet, όπ.π., σελ. 63-64). Στις 14 Οκτωβρίου 1482 αποβιβάζεται στη Νίκαια και οδηγείται στη συνέχεια στο κάστρο του Ροσσινάρ, στη νοτιοανατολική Γαλλία. Αργότερα, ο Τζεμ και η συνοδεία του θα μεταφερθούν στο κάστρο του Μπουργκανέφ, στην περιοχή της Λιμόζ (απ΄ όπου καταγόταν και ο Μέγας Μάγιστρος), δηλαδή στην έδρα του Τάγματος όσον αφορά τη διοικητική περιφέρεια της Ωβέρνης. Ο ίδιος ο Ωμπυσσόν είχε ζητήσει να χτιστεί στο κάστρο αυτό ένας πύργος για να στεγάσει τον υψηλό φιλοξενούμενό του και την ακολουθία του. Τα χρόνια περνούσαν, κι ενώ ο Τζεμ ζούσε εξόριστος και ουσιαστικά αιχμάλωτος, η διπλωματία οργίαζε σε Δύση κι Ανατολή.

ΙΙΙ.   Πιόνι στα χέρια της δυτικής διπλωματίας

Ο Ωμπυσσόν “πουλά” τον Τζεμ στον Βαγιαζήτ: Πριν καν φτάσει ο Τζεμ στη Γαλλία, ο Ωμπυσσόν θέτει σε εφαρμογή το διπλό παιχνίδι του. Καθώς η ιδέα της σταυροφορίας μοιάζει δύσκολο να πραγματοποιηθεί στο άμεσο μέλλον, ο Μέγας Μάγιστρος στέλνει εκπροσώπους στην Υψηλή Πύλη για να διαπραγματευθούν με τον Βαγιαζήτ. Τον Δεκέμβριο του 1482 το Τάγμα και ο σουλτάνος συνάπτουν συνθήκη ειρήνης. Η συνθήκη περιλαμβάνει σύμφωνο μη επιθέσεως, αποκαθιστά το ελεύθερο εμπόριο μεταξύ των δύο συμβαλλομένων, προβλέπει αμοιβαία ανταλλαγή αιχμαλώτων, καθώς και τη δυνατότητα των Ιπποτών να ανεφοδιάζονται με προϊόντα που θα αγοράζουν στην οθωμανική επικράτεια. Ο Μέγας Μάγιστρος και οι Ιωαννίτες δεσμεύονται με την επίβλεψη του Τζεμ και υπόσχονται να μην επιτρέψουν σε κανένα ηγεμόνα, χριστιανό ή μουσουλμάνο, να χρησιμοποιήσει τον πρίγκιπα με σκοπό να υπονομεύσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Από την πλευρά του, ο Βαγιαζήτ υπόσχεται να καταβάλλει ετησίως στο Τάγμα 35.000 δουκάτα για τα έξοδα συντήρησης του πρίγκιπα, καθώς και, ανά τετραετία, 10.000 δουκάτα ως πολεμική αποζημίωση για την πολιορκία του 1480.

Οι όροι είναι πράγματι εντυπωσιακά ευνοϊκοί για το Τάγμα. Ο σουλτάνος που ζητεί απ΄ όλους φόρο υποτελείας, καταλήγει να πληρώνει αποζημιώσεις και φόρους στους Ιωαννίτες, συγχρηματοδοτώντας ουσιαστικά την επισκευή και ενίσχυση των οχυρώσεων της Ρόδου (Vattin “Rhodes...”, όπ.π., σελ. 29/ Petiet, όπ.π., σελ. 64-65). Από ηθική άποψη, όμως, το τίμημα είναι τεράστιο για το Τάγμα. Ο Ωμπυσσόν έχει ουσιαστικά πουλήσει τον προστατευόμενό του Τζεμ στον αδελφό του, καταπατώντας όλους τους όρκους του. Σε μια εποχή που οι ηθικές αξίες διατηρούν τη σημασία τους η στάση του Μεγάλου Μαγίστρου γίνεται αντικείμενο σφοδρών επικρίσεων… κι ανοίγει την όρεξη πολλών που μπορούν να εμφανισθούν ακόμη σαν ηθικότεροί του, αλλά επιδιώκουν στην πραγματικότητα να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα. Ο πάπας, οι Ενετοί, ο Φερδινάνδος της Αραγονίας, ακόμη κι ο Ματθίας Κορβίνος της Ουγγαρίας ή ο Μαμελούκος σουλτάνος Καΐτ Μπέη, ζητούν να τους παραδοθεί ο Τζεμ για να τον θέσουν επικεφαλής των στρατευμάτων τους και να επιτεθούν κατά των Τούρκων!

Ο Ωμπυσσόν “πουλά” τον Τζεμ στον πάπα: Ο μάγιστρος δεν είναι από τους ανθρώπους που παραδίδουν τα όπλα στην πρώτη δυσκολία. Αν δεν μπορεί να εκμεταλλευθεί ο ίδιος τον Τζεμ, είναι πιο βολικό να τον βάλει σε… πλειστηριασμό και να τον πουλήσει σε όποιον κάνει την πιο συμφέρουσα (για τον ίδιο και για το Τάγμα) προσφορά! Δίχως κανένα δισταγμό, ο Ωμπυσσόν θα προδώσει εκ νέου τον Τζεμ και θα τον πουλήσει εκ νέου, σχεδόν κυριολεκτικά τούτη τη φορά. Ο εκλεκτός πλειοδότης δεν είναι άλλος από τον πάπα Ιννοκέντιο Η΄. Ο Άγιος Πατέρας δεσμεύεται να μη θίξει ποτέ τα διοικητικά και οικονομικά προνόμια και κεκτημένα του Τάγματος, να καταβάλλει σ’ αυτό τις ετήσιες δαπάνες για τον Τζεμ αντί του σουλτάνου, να καταργήσει τα τάγματα του Πανάγιου Τάφου και του Αγίου Λαζάρου μεταβιβάζοντας τις περιουσίες τους στους Ιωαννίτες και, τέλος, να ονομάσει τον Ωμπυσσόν καρδινάλιο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και αποστολικό λεγάτο για την Ασία (Petiet, όπ.π., σελ. 65-66). Για το όμορφο καπέλο του καρδινάλιου ο Ωμπυσσόν έγινε δυο φορές επίορκος, προδίδοντας τις υποσχέσεις του και προς τον Τζεμ και προς τον Βαγιαζήτ. Η ηθική αποκαθήλωση του μαγίστρου έχει ολοκληρωθεί. Ο… λογαριασμός δεν θ΄αργήσει!

Αιχμάλωτος του πάπα: Στις 10 Νοεμβρίου 1488, ο Τζεμ αφήνει το Μπουργκανέφ και οδηγείται στην Τουλόν “συνοδευόμενος” από Ιωαννίτες Ιππότες και Γάλλους στρατιώτες. Από εκεί μεταφέρεται στη Ρώμη. Στην αρχή η παπική αιχμαλωσία του Τζεμ είναι σχετικά χαλαρή. Ο πάπας σκέφτεται να χρησιμοποιήσει τον πρίγκιπα στο πλαίσιο μιας νέας σταυροφορίας κατά των Οθωμανών. Λέγεται μάλιστα ότι ο Ιννοκέντιος του πρότεινε να ασπασθεί τον χριστιανισμό, υποσχόμενός του σημαντικά αξιώματα, αλλά εις μάτην. Σε κάθε περίπτωση, ο Τζεμ αποδεικνύεται επιτυχές μέσο πίεσης κάθε φορά που ο αδελφός του σχεδιάζει κάποια εκστρατεία με στόχο χριστιανικά εδάφη.

Το τέλος: Να όμως που τον Ιούλιο του 1492 ο Ιννοκέντιος πεθαίνει και στα μέσα Αυγούστου εκλέγεται πάπας, ως Αλέξανδρος Στ΄, ο πανούργος Ροδρίγο Βοργίας. Ο Βοργίας φυλακίζει αμέσως τον άτυχο Τζεμ στο κάστρο του Aρχαγγέλου Μιχαήλ (Καστέλ Σαντ΄ Άντζελο). Δίχως χρονοτριβή, πληροφορεί τον σουλτάνο Βαγιαζήτ για τα καθέκαστα και απειλώντας εμμέσως πλην σαφώς ότι άμα θέλει μπορεί και ν’ αφήσει ελεύθερο τον διεκδικητή του οθωμανικού θρόνου αποσπά από τον σουλτάνο υπόσχεση καταβολής ποσού 40.000 δουκάτων ετησίως! Τέλος, ακυρώνει τη συμφωνία που είχε συνάψει ο προκάτοχός του με τους Ιωαννίτες, εξαιρουμένου του συμβατικού όρου βάσει του οποίου ο Ωμπυσσόν ονομαζόταν καρδινάλιος. Για τους Ιωαννίτες, όλα τα διπλωματικά ωφέλη που τους έδωσε η αιχμαλωσία του Τζεμ έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί.

Φτάσαμε στα τέλη του 1494 και στην Ιταλία εισβάλλει ο Κάρολος Η΄ της Γαλλίας με σκοπό να διεκδικήσει το Βασίλειο της Νάπολης. Ο παμπόνηρος Βοργίας γράφει αμέσως στον Βαγιαζήτ και του ζητεί οικονομική βοήθεια, μια και σε περίπτωση νίκης του Καρόλου είναι πιθανόν να ελευθερωθεί ο Τζεμ. Ο Βαγιαζήτ υπόσχεται στον πάπα 300.000 δουκάτα προκειμένου να σταλεί ο αδελφός του “σε τόπους αιωνίας αναπαύσεως”! Ο πάπας εισπράττει το ποσό, αλλά όταν ο Κάρολος εμφανίζεται προ των πυλών της Ρώμης και ζητεί να του παραδοθεί ο Οθωμανός πρίγκιπας, ο Βοργίας του τον παραδίδει χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο Τζεμ ξαναβρίσκει την ελευθερία του (;) και ενσωματώνεται στην ακολουθία του Καρόλου. Στις 25 Φεβρουαρίου 1495, όμως, κι ενώ βρίσκεται στην Καπύη μαζί με τα γαλλικά στρατεύματα, ο Τζεμ πεθαίνει ξαφνικά! Ήταν μόλις 36 ετών. Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, λίγο πριν τον παραδώσει στον Κάρολο, ο Βοργίας πρόφτασε να φαρμακώσει τον πρίγκιπα με κάποιο δηλητήριο βραδείας δράσης. Ή ίσως να έστειλε επί τούτου κάποιον σπιούνο στην αυλή του Καρόλου. Ποιος ξέρει…

Τώρα πάντως που είχε εκλείψει κάθε κίνδυνος, ο σουλτάνος Βαγιαζήτ μπορεί πια να συμπεριφερθεί στον νεκρό αδελφό του όπως αρμόζει σ’ έναν πρίγκιπα των Οσμανλήδων. Κήρυξε τριήμερο πένθος σε ολόκληρη την αυτοκρατορία και ζήτησε να του επιστραφεί η σορός του αδελφού του για να ταφεί με τις δέουσες τιμές. Χρειάστηκε να περάσουν τέσσερα χρόνια για να γίνει δεκτό το αίτημα του σουλτάνου και να επιστραφούν τα λείψανα του Τζεμ για να ταφούν στην εφήμερη πρωτεύουσά του, την Προύσα, σ’ ένα μαυσωλείο αντάξιο ανδρός στις φλέβες του οποίου έτρεχε βασιλικό αίμα. Αλλά βέβαια στον κόσμο τούτο όλα είναι σχετικά. Τιμές αποδίδονται μόνο σ’ αυτούς που δεν αποτελούν κίνδυνο για την εξουσία. Όταν, την Πρωτοχρονιά του 1522, ο σουλτάνος Σουλεϊμάν Β΄ ο Μεγαλοπρεπής  (ή, για τους Τούρκους, Νομοθέτης) κατέλαβε τελικά τη Ρόδο των Ιωαννιτών, συνάντησε εκεί τον Μουράτ, γιο του Τζεμ. Χωρίς αναστολές, ο σουλτάνος διέταξε να εκτελεστεί αμέσως μαζί με την οικογένειά του..

Η υστεροφημία του Τζεμ στη χριστιανική Δύση μοιάζει πολύ ωραιότερη από τη ζωή του. Δίχως αμφιβολία, μια μικρή οθωμανική αυλή με ευγενείς από την Ανατολή, γενιτσάρους και σπαχήδες, η οποία μετακινείται μεταξύ Άλπεων, Ωβέρνης και Λιμουζίν δεν ήταν συνηθισμένο θέαμα για τη Γαλλία του 15ου αι., τόσο για τον απλό λαό, όσο και για τους ευγενείς (βλ. Georges Jehel “La Méditerranée médiévale de 350 à 1450“, εκδ. Armand Colin, σειρά Cursus, Παρίσι 1992, σελ. 163). Η παρουσία του Οσμανλή πρέπει να σημάδεψε ανεξίτηλα το φαντασιακό των ανθρώπων της εποχής. Αυτό φαίνεται άλλωστε από το πλήθος θρύλων που συνόδεψαν το πέρασμά του από τη Γαλλία κι όχι μόνο:  από τους (όχι εντελώς απίθανους) έρωτες του Τζεμ με τη Γαλλίδα ευγενή Φιλιππίνη του Σασσνάζ, μέχρι τον μύθο ότι ο Οθωμανός πρίγκιπας ήταν ο δημιουργός της περίφημης ταπισσερί της Κυρίας με τον Μονόκερο (η μάλλον αυτός που την παρήγγειλε).

Έπειτα, ίσως η ζωή του Τζεμ κατά την εξορία του στη Δύση να μην υπήρξε τόσο μελαγχολική όσο εμείς νομίζουμε. Μπορεί να δέχτηκε ασμένως να παίξει τον ρόλο που του επιφύλαξε η μοίρα: εξωτικό αξιοθέατο μεν, αλλά και ομότιμος των Γάλλων ευγενών δε, αν όχι ανώτερός τους σ’ όλα. Άνθρωπος των γραμμάτων και των τεχνών, ως γνήσιος Οθωμανός πρίγκιπας, θα πρέπει να ένιωθε ευχαρίστηση εντυπωσιάζοντας τους καλεσμένους με την καλλιέργειά του. Ή ποζάροντας προκειμένου να του φιλοτεχνήσει το πορτρέτο ο Πιντουρίκιο, ακριβώς όπως κάποτε ζωγράφισε το πορτρέτο του πατέρα του ο Τζεντίλε Μπελλίνι. Μπορεί ακόμη και να του άρεσε που τούτοι οι “βάρβαροι” τον φώναζαν Ζιζίμ, ιδίως όταν το όνομα αυτό το ψιθύριζαν όμορφες Γαλλίδες. Και ίσως τελικά το τέλος του να μην το χαρακτήριζε η απελπισία, γιατί ακόμη και την ύστατη ώρα, με το δηλητήριο του Βοργία στο στόμα του, ο μελαγχολικός μας πρίγκιπας μπορεί να πίστευε ειλικρινά ότι ο νέος του προστάτης θα τον βοηθούσε να κατακτήσει αυτό που πάντοτε ποθούσε.

ΥΓ:  Το ποστ αυτό δικαιωματικά αφιερώνεται στον αγαπητό φίλο (και πραγματικό ειδικό επί του θέματος) Δύτη των Νιπτήρων. Κάποτε είχαμε μάλιστα συζητήσει, κάπως βιαστικά, την πιθανότητα ενός κοινού ποστ για τον Τζεμ, όπου ο ένας θα εξέταζε την ιστορία από την οθωμανική οπτική γωνία κι ο άλλος από αυτήν των Λατίνων. Τελικά, όπως και τα περισσότερα ωραία σχέδια, η φιλοδοξία αυτή δεν πραγματοποιήθηκε. Καθώς κι εκείνος είχε υποσχεθεί κατά καιρούς να γράψει κάτι για τον Τζεμ, του ζητώ συγγνώμη μια και τελικά τον πρόλαβα “κλέβοντάς” του κατά κάποιο τρόπο ένα θέμα ανάρτησης. Γνωρίζω ότι έχει αρκετό υλικό, πολύ πιο πλούσιο από το δικό μου, για να γράψει το δικό του ποστ όταν το θελήσει, αλλά (ελπίζω :) ) και για μερικά πλούσια σχόλια σε τούτο εδώ το κείμενο.

Περιηγήσεις στη Λωρραίνη: Νανσύ

Ιουνίου 1, 2011

Όταν η μεγάλη σου αγάπη είναι το Στρασβούργο, τότε μπορεί να αντιμετωπίζεις το Νανσύ με κάποια υπεροψία. “Πολύ όμορφη η Πλας Στανισλάς, αλλά αυτό είναι όλο”. Μια τέτοια εντύπωση είναι εσφαλμένη και άδικη. Βέβαια, σε μια απόλυτη σύγκριση σπουδαιότητας και μνημείων το Νανσύ μπορεί να υστερεί της πρωτεύουσας της Αλσατίας. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να μειώσει την αυτοτελή αξία της πόλης της Λωρραίνης με την τόσο πλούσια Ιστορία. Βρισκόμαστε άλλωστε στη Γαλλία, δηλαδή τη χώρα της Ευρώπης με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση ιστορικών μνημείων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο… αν φυσικά εξαιρέσουμε την Ιταλία.

Η εντύπωση που δίνει το Νανσύ στον επισκέπτη είναι πολύ διαφορετική από αυτήν που αφήνουν οι αλσατικές πόλεις ή ακόμη κι αυτό το γειτονικό Μες, η άλλη μεγάλη πόλη της Λωρραίνης. Πουθενά δεν συναντάς τα σπίτια με εμφανή σκελετό από ξύλινα δοκάρια, όπως στην Αλσατία, αλλά και σε τόσα άλλα μέρη της Γαλλίας, από τη Βουργουνδία και την Καμπανία μέχρι τη Βρετάνη. Τα χρώματα και τα διακοσμητικά στοιχεία των κτιρίων παραπέμπουν περισσότερο στον γαλλικό νότο, ακόμη και στην Ιταλία, ιδίως όταν ο ταξιδιώτης τα ανακαλύπτει κάποια ηλιόλουστη μέρα. Η εξήγηση είναι ίσως προφανής κι έγκειται στο ότι το Νανσύ βρισκόταν πάντα στη γαλλική πλευρά του γλωσσικού, και συνακόλουθα πολιτιστικού συνόρου, μεταξύ των περιοχών εξάπλωσης των λατινογενών και των γερμανικών γλωσσών. Τα “εξωτικά” στοιχεία είναι πολύ λίγα κι ο επισκέπτης δεν έχει καμιά αμφιβολία για το ότι βρίσκεται πάντα εντός των ορίων της γαλλικής επικράτειας. Κι έπειτα, το Νανσύ και η περιοχή του δεν γνώρισαν (τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό) τις δραματικές μεταβολές που σημάδεψαν την Ιστορία της Αλσατίας και της Βόρειας Λωρραίνης: οι αλλαγές κυρίαρχου ήταν λιγότερες σε αριθμό και, κυρίως, πολύ πιο ομαλές.

Ι. Ιστορική αναδρομή

Όπως θα διαπιστώσουμε, ιστορικά το Νανσύ είναι σχετικά “νεαρή” πόλη. Η πρώτη μνεία του τοπωνυμίου (ως Nanceiacum) ανάγεται στα 896, αλλά δεν είναι εξακριβωμένη η ύπαρξη κάποιου οικισμού την εποχή εκείνη. Πίσω απ’ το όνομα κρύβεται η κελτική ρίζα nant-, η οποία πρέπει να έδωσε λέξεις που είχαν τη σημασία “κοιλάδα”, “ποταμός” ή “έλος”. Λαμβανομένων υπόψη των γεωφυσικών χαρακτηριστικών της θέσης στην οποία χτίστηκε το Νανσύ, καμία από τις τρεις σημασίες δεν φαίνεται άστοχη.

Α. Το ανεξάρτητο Δουκάτο της Λωρραίνης

α. Ο Οίκος της Αλσατίας: Η ιστορία του Νανσύ συνδέεται με την ίδρυση του Δουκάτου της Λωρραίνης στα εδάφη της Άνω Λοθαριγγίας. Από το 1047 το Δουκάτο ανήκει στον Οίκο της Αλσατίας. Πιθανώς το 1061, ο δούκας Γεράρδος της Αλσατίας αποφασίζει να χτίσει ένα κάστρο ανάμεσα σε δύο έλη που σχημάτιζαν οι διακλαδώσεις του ποταμού Μερτ. Όπως είναι φυσικό, το κάστρο θα προσελκύσει πληθυσμό και θα δημιουργηθεί ένας οικισμός που θα αρχίσει να αναπτύσσεται αρκετά γρήγορα, ώστε να εξελιχθεί σε πόλη, έστω και σύμφωνα με τα κριτήρια της εποχής. Η ανάπτυξη αυτή καταδεικνύεται κι από το γεγονός ότι στο πρώτο μισό του 14ου αι. η πόλη οχυρώνεται περιμετρικά με τείχη.

Ο Οίκος τη Αλσατίας θα κρατήσει στα χέρια του τις τύχες της Λωρραίνης για τέσσερις αιώνες. Η δράση των δουκών θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως μάλλον διακριτική. Το κύριο μέλημά τους είναι να διασφαλίσουν τουλάχιστον την εδαφική ακεραιότητα του δουκάτου. Άλλωστε, δεν τους ανήκει καν ολόκληρη η Λωρραίνη: τα εδάφη των τριών επισκοπικών περιφερειών του Μες, της Τουλ και του Βερντέν είναι ανεξάρτητα και διοικούνται από τους εκάστοτε επισκόπους τους (το Μες βέβαια θα εξελιχθεί σχετικά γρήγορα σε εμπορική “δημοκρατία”, στα πρότυπα άλλων πόλεων της Γερμανίας ή της Ιταλίας). Και στα βορειοανατολικά εκτείνονται τα εδάφη της πανίσχυρης Γερμανικής Αυτοκρατορίας (το 1218, στο πλαίσιο του πολέμου για τη διαδοχή της Καμπανίας, ο Φρειδερίκος Β΄ των Χοχενστάουφφεν πυρπολεί το Νανσύ). Έτσι, κατά το μεγαλύτερο διάστημα του Μεσαίωνα, οι Δούκες της Λωρραίνης είναι βασσάλοι των Γάλλων βασιλέων, τους οποίους και συνοδεύουν συνήθως στις πολεμικές εκστρατείες τους (συνήθως, αλλά όχι πάντα: στη Μάχη της Μπουβίν, το 1214, ο δούκας Θεοβάλδος Α΄ θα πολεμήσει δίπλα στον Γερμανό αυτοκράτορα Όθωνα Δ΄ εναντίον του Φιλίππου-Αυγούστου της Γαλλίας).

β. Από τον Οίκο του Ανζού στον Οίκο του Βωντεμόν: Το 1431 ο δούκας Κάρολος Β΄ ο Τολμηρός πεθαίνει χωρίς επιζώντες άρρενες απογόνους. Η μεγαλύτερη κόρη του, η Ισαβέλλα, είναι παντρεμένη από το 1420 με τον Ρενέ Α΄ του Ανζού. Το δουκάτο περνά στα χέρια του Οίκου του Ανζού, δηλαδή μιας από τις μεγαλύτερες δυνάμεις της εποχής. Ο Ρενέ εκτός από Δούκας της Λωρραίνης είναι επίσης δούκας του Ανζού και του Μπαρ, κόμης της Προβηγκίας και βασιλιάς της Νάπολης και της Κάτω Ιταλίας, καθώς και τιτουλάριος βασιλιάς της Σικελίας, της Ιερουσαλήμ και της Ουγγαρίας (ουγγρικής μάλλον προέλευσης, ο περίφημος διπλός Σταυρός της Λωρραίνης είναι κληρονομιά ακριβώς της περιόδου της ανδεγαυικής κυριαρχίας: οι Ανδεγαυοί πρέπει να τον υιοθέτησαν ως σύμβολό τους στο διάστημα που βασίλευαν και στην Ουγγαρία)! Για πρώτη φορά η Λωρραίνη διοικείται από έναν ηγεμόνα που δεν εδρεύει στο Νανσύ και για τον οποίο τα εδάφη του στην Ανατολική Γαλλία δεν είναι παρά ένα μικρό τμήμα των συνολικών κτήσεών του. Το γεγονός προκαλεί αντιδράσεις: η διαδοχή αμφισβητείται από τον Αντώνιο του Βωντεμόν, ο οποίος δεν είναι απλώς ο σημαντικότερος βασσάλος των δουκών, αλλά κι ο στενότερος άρρην συγγενής του αποθανόντος δουκός Καρόλου. Η διαμάχη θα ξεπεραστεί μ’ ένα συμβιβασμό. Η Γιολάντα, κόρη του Ρενέ και της Ισαβέλλας θα παντρευτεί τον Φρειδερίκο, γιο του κόμη του Βωντεμόν. Με την εύνοια συγκυριών, ο γάμος αυτός θα προετοιμάσει τη μεταβίβαση του θρόνου της Λωρραίνης στον Οίκο του Βωντεμόν και, κατά κάποιο τρόπο, την επιστροφή του στους απογόνους των αρχικών κυρίαρχων του δουκάτου. Συγκεκριμένα: το 1453 ο Ρενέ θα παραιτηθεί από τον δουκικό θρόνο υπέρ του γιου του, ο οποίος θα διοικήσει τη Λωρραίνη ως Ιωάννης Β΄ μέχρι το θάνατό του, το 1470. Θα τον διαδεχτεί ο γιος του, ο Νικόλαος Α΄, ο οποίος, όμως πεθαίνει νεότατος και ανύπαντρος το 1473 (ψιθυριζόταν ότι είχε δηλητηριαστεί κατόπιν διαταγών του Γάλλου βασιλιά). Έτσι, ως στενότερος άρρην συγγενής κατέλαβε τον θρόνο ο γιος της Γιολάντας και του Φρειδερίκου του Βωντεμόν, ο Ρενέ Β΄. Ο νεαρός δούκας είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής και νεαρής του ηλικίας στην αυλή του συνονόματου παππού του (ο Ρενέ Α΄ έζησε μέχρι το 1480) στο Ανζού και στην Προβηγκία. Επρόκειτο όμως να έρθει αντιμέτωπος με τον μεγαλύτερο κίνδυνο που είχε απειλήσει μέχρι τότε τη Λωρραίνη.

Οι Δούκες της Βουργουνδίας κυριαρχούν σε μια εκτεταμένη επικράτεια από την κοιλάδα του Ροδανού μέχρι τη Βόρεια Θάλασσα. [Κάποια στιγμή θα πρέπει να ασχοληθούμε ειδικά μ' αυτόν τον ελάσσονα κλάδο των Βαλουά που παραλίγο να χτίσει μια πραγματική αυτοκρατορία και που, σε κάθε περίπτωση, συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία της μεγαλύτερης ίσως αυτοκρατορίας που γνώρισε η Ευρώπη, αυτής των Αψβούργων του 16ου αι.] Μια μόνο ανορθογραφία σκιάζει τη δόξα τους: ανάμεσα στα εδάφη τους στη Βουργουνδία και στις κτήσεις τους στη Φλάνδρα παρεμβάλλεται το ενοχλητικό Δουκάτο της Λωρραίνης. Τολμηρός, παράτολμος ή ριψοκίνδυνος (Téméraire) για τους φίλους του, τρομερός για τους εχθρούς του, ο δούκας Κάρολος βάζει στόχο να εξαφανίσει το πρόβλημα. Οχυρώνει θέσεις εντός της επικράτειας της Λωρραίνης και τον Νοέμβριο του 1475 καταλαμβάνει το Νανσύ. Εξόριστος πλέον, ο Ρενέ συμμαχεί με τους Ελβετούς για να αντιμετωπίσει τον Κάρολο. Η συμμαχία αποφέρει καρπούς: στις δύο μάχες που θα δοθούν σε ελβετικό έδαφος το 1476 (Γκρανσόν και Μορά/ Μύρτεν), ο στρατός του Βουργουνδού θα συντριβεί και το πυροβολικό του θα καταστραφεί ολοσχερώς. Ο Ρενέ μπορεί να επιστρέψει στην πρωτεύουσά του και να την οχυρώσει, γιατί βέβαια ο Κάρολος είναι σκληρό καρύδι και δεν πρόκειται να παραδεχτεί τόσο εύκολα την ήττα του. Πράγματι, τον Οκτώβριο του 1476 ο Κάρολος εμφανίζεται ξανά κάτω από τα τείχη του Νανσύ μ’ ένα στράτευμα που έχει συγκεντρώσει βιαστικά. Ο Βουργουνδός δεν ακούει τους επιτελείς του που φοβούνται τη μεγάλη αριθμητική υπεροχή των αντιπάλων και τον συμβουλεύουν να οπισθοχωρήσει στα εδάφη του στο Λουξεμβούργο για να αναδιοργανώσει το στρατό του. Στην αποφασιστικής σημασίας μάχη που δίνεται στις 5 Ιανουαρίου 1477 νότια της πόλης οι δυνάμεις του Ρενέ και οι Ελβετοί συντρίβουν τον στρατό του Καρόλου ο οποίος βρίσκει τον θάνατο. Το πτώμα του θ’ ανακαλυφτεί δύο μέρες μετά σ’ έναν παγωμένο βάλτο, με το πρόσωπο μισοφαγωμένο από τους λύκους. Θα το μεταφέρουν στο Νανσύ και θα καλέσουν τον προσωπικό γιατρό του, ο οποίος θα αναγνωρίσει το άψυχο σώμα του κυρίου του από τα μακριά του νύχια και τις ουλές που είχαν αφήσει προηγούμενες μάχες.

Μετά τη νίκη επί των Βουργουνδών, η ηγεμονία του Ρενέ (μέχρι το 1508) και του γιου του, του Αντώνιου (1508-1544), σηματοδοτούν μια εποχή μεγάλης ακμής για τη Λωρραίνη και το Νανσύ. Επί Ρενέ αρχίζει η ανέγερση των νέων δουκικών ανακτόρων (που θα ολοκληρωθούν από τον Αντώνιο), ενώ ο ίδιος παραγγέλλει (εκπληρώνοντας τάμα του) την κατασκευή της μονής και της εκκλησίας των Φραγκισκανών στα βόρεια του ανακτόρου.

γ. Μεταξύ Γαλλίας και Αψβούργων: Στη συνέχεια, η τύχη της Λωρραίνης καθορίζεται από την επιλογή συμμαχιών. Μεταξύ των δύο μεγάλων δυνάμεων, της Γαλλίας και της αυτοκρατορίας των Αψβούργων, οι δούκες της Λωρραίνης θα οδηγηθούν τελικά στην αγκαλιά των δεύτερων, ίσως γιατί ο ισχυρός που βρίσκεται πιο κοντά τρομάζει και περισσότερο. Η επιλογή του δούκα Καρόλου Δ΄, ο οποίος ανέρχεται στην εξουσία το 1625, να συνταχθεί ανοιχτά με τους Αψβούργους, ρίχνει τη Λωρραίνη στη δίνη του Τριακονταετούς Πολέμου. Τα πράγματα περιπλέκονται περισσότερο όταν ο Κάρολος έρχεται σε ανοιχτή ρήξη με τον Γάλλο βασιλιά Λουδοβίκο ΙΓ΄ και τον πανίσχυρο καρδινάλιο Ρισελιέ, υποστηρίζοντας τον Γκαστόν της Ορλεάνης, αδελφό του Λουδοβίκου. Οι Γάλλοι καταλαμβάνουν τη Λωρραίνη. Έπειτα τη λεηλατούν οι προτεστάντες Σουηδοί του βασιλιά Γουσταύου-Αδόλφου, για να ξανάρθει η σειρά των Γάλλων. Με τις Συνθήκες της Βεστφαλίας η Γαλλία αποκτά οριστικά τα εδάφη των τριών επισκοπικών περιφερειών της Λωρραίνης, ενώ κατέχει στρατιωτικά τα εδάφη του δουκάτου. Οι δούκες της Λωρραίνης ζουν εξόριστοι μέχρι το 1697, όταν ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ τους επιτρέπει να επιστρέψουν στο Νανσύ.

Φαίνεται παράδοξο, αλλά η Λωρραίνη στην οποία επιστρέφει ο δούκας Λεοπόλδος Α΄ ο Καλός, μολονότι έχει ουσιαστικά καταστεί γαλλικό προτεκτοράτο, βρίσκεται σε πλήρη οικονομική ακμή: ορυχεία, αλυκές, χαρτοποιία, υαλουργία, πορσελάνες και εμπόριο εν γένει αποτελούν τις πηγές πλούτου του Νανσύ. Βοηθούν και η κατά τα φαινόμενα εξομάλυνση των σχέσεων με τη Γαλλία κι η ελπίδα ότι ένας δυναστικός γάμος μεταξύ των οίκων της Γαλλίας και της Λωρραίνης θα μπορούσε να διασφαλίσει την ανεξαρτησία της δεύτερης. Ιδιωτικά μέγαρα χτίζονται στη νέα πόλη του Νανσύ, αδιάψευστη απόδειξη της ευμάρειας ευγενών και αστών. Αρχίζει η ανέγερση του μεγάλου ναού που πρόκειται να γίνει ο καθεδρικός της πόλης. Ο ίδιος ο δούκας συμβάλλει στην ανοικοδόμηση, παρότι, ακολουθώντας την τάση της εποχής που θέλει τους μονάρχες να κατοικούν εκτός της πρωτεύουσάς τους, μεταφέρει την αυλή του στη Λυνεβίλλ. Η πνευματική ζωή γνωρίζει άνθηση χάρη και στο Πανεπιστήμιο των Ιησουιτών στο γειτονικό Ποντ α Μουσσόν.

Όταν το 1729 πεθαίνει ο Λεοπόλδος, ο διάδοχος βρίσκεται για σπουδές στη Βιέννη, στην αυλή των φίλων και προστατών Αψβούργων. Ο Φραγκίσκος Γ΄ ήταν ο τρίτος γιος του Λεοπόλδου, αλλά οι δύο μεγαλύτεροι αδελφοί του είχαν πεθάνει από ευλογιά. Ο νεαρός δούκας επιστρέφει στο Νανσύ με μισή καρδιά. Ήδη ο αυτοκράτορας Κάρολος Στ΄ έχει εκδηλώσει την επιθυμία του να παντρέψει τον Φραγκίσκο με την κόρη του και μέλλουσα αυτοκράτειρα, τη Μαρία-Θηρεσία. Ο νεαρός περνά δύο χρόνια στο Νανσύ κι έπειτα επιστρέφει στη Βιέννη και στην εκλεκτή της καρδιάς του. Την ίδια ώρα η προοπτική του αυτοκρατορικού γάμου έχει θορυβήσει τη γαλλική αυλή. Ένας δούκας της Λωρραίνης που θα γίνει και αυτοκράτορας είναι ό,τι χειρότερο για τα σχέδια της Γαλλίας η οποία έχει σχεδόν προσαρτήσει τη Λωρραίνη. Αρχίζει ένα διπλωματικό παιχνίδι με απρόβλεπτες συνέπειες. Ο γαλλικός θρόνος θα δεχτεί τον γάμο μόνο υπό τον όρο ότι ο Φραγκίσκος θα εγκαταλείψει το Δουκάτο της Λωρραίνης. Πράγματι, ο Φραγκίσκος θα παντρευτεί τη Μαρία-Θηρεσία το 1736 και θα αφήσει το 1737 τα πατρογονικά εδάφη στους Γάλλους με αντάλλαγμα την Τοσκάνη (η συμφωνία θα επικυρωθεί το 1738 με τη Συνθήκη της Βιέννης). Κι ενώ ο μέχρι τότε δούκας θα πορευτεί προς την αυτοκρατορική μοίρα του, ο Γάλλος βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΕ΄ θα θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό του για μια ομαλή προσάρτηση της Λωρραίνης. Έφτασε η ώρα να περάσει στο προσκήνιο ο καλός βασιλιάς Στανισλάς.

Β. Στα χρόνια του καλού βασιλιά Στανισλάς

Γόνος μιας από τις επιφανέστερες οικογένειες της πολωνικής αριστοκρατίας, ο Στανισλάος Λεστσύνσκι εκλέγεται βασιλιάς της Πολωνίας το 1704, σε ηλικία 24 ετών, ουσιαστικά χάρη στην υποστήριξη του Σουηδού βασιλέα Κάρολου ΙΒ΄. Η εποχή είναι πολύ δύσκολη για την πάλαι ποτέ πολωνική υπερδύναμη. Περικυκλωμένη από τις μεγάλες ή ανερχόμενες δυνάμεις της εποχής (Ρωσία, Πρωσία, Αυστρία, Σουηδία), η Πολωνία διάγει τα τελευταία χρόνια της ανεξάρτητης ύπαρξής της. Μετά τη συντριβή του προστάτη του, του Καρόλου, στη μάχη της Πολτάβας (1709), ο Στανισλάος εκθρονίζεται. Ενώ έχει περάσει 15 χρόνια στην εξορία (Βεσαραβία, Ρηνανία-Παλατινάτο, Αλσατία), συναντά απρόσμενα τη μεγάλη ευκαιρία. Από το 1715 και τον θάνατο του προπάππου του, του “Βασιλιά-Ήλιου”, μονάρχης της Γαλλίας είναι ο ανήλικος Λουδοβίκος ΙΕ΄ (γενν. το 1710). Ο θείος του και αντιβασιλέας Φίλιππος της Ορλεάνης έχει κανονίσει τον γάμο του Λουδοβίκου με την ινφάντα της Ισπανίας. Όταν το 1723 πεθαίνει ο αντιβασιλέας, η μέλλουσα νύφη είναι μόλις 6 ετών. Ο νέος πρωθυπουργός, ο Λουδοβίκος-Φίλιππος των Βουρβώνων, δεν καλοβλέπει αυτή την προοπτική. Ο νεαρός Λουδοβίκος είναι ένας φιλάσθενος έφηβος. Οι περισσότεροι δεν πιστεύουν ότι θα ζήσει αρκετά ώστε να ενηλικιωθεί. Αν, όμως, ο βασιλιάς πεθάνει πρόωρα, τότε θα τον διαδεχτεί ο δούκας της Ορλεάνης, γιος του νεκρού αντιβασιλέα και μεγάλος αντίπαλος του νυν πρωθυπουργού. Επομένως, πρέπει να βρεθεί γρήγορα μια νύφη για τον Λουδοβίκο: όχι πολύ μεγαλύτερή του, αλλά οπωσδήποτε σε αναπαραγωγική ηλικία και βεβαίως καθολική. Μόνο μια πριγκίπισσα πληροί τις προδιαγραφές αυτές: η κόρη του Στανισλάου Μαρία, την οποία και θα νυμφευθεί ο Λουδοβίκος τον Δεκαπενταύγουστο του 1725, στον Καθεδρικό του Στρασβούργου. Από εξόριστος μονάρχης, ο Στανισλάος προάγεται σε βασιλικό πεθερό. Πιστεύοντας ότι η γαλλική βοήθεια θα αποδειχτεί αρκετή, ο Στανισλάος επιχειρεί να ανακτήσει τον πολωνικό θρόνο: τον Σεπτέμβριο του 1734 επιστρέφει στη Βαρσοβία όπου η Πολωνική Δίαιτα τον επανεκλέγει βασιλέα. Μόνο που η ρωσική αντίδραση είναι άμεση και αποτελεσματική. Μέσα σε λίγες ημέρες ο Στανισλάος εκδιώκεται από την πρωτεύουσά του και καταφεύγει στο Γκντανσκ. Η Γαλλία κρίνει ότι ένας πόλεμος με τους Ρώσους δεν είναι ό,τι το καλύτερο και περιορίζεται να βοηθήσει συμβολικά μόνο τον Στανισλάο. Η επιχείρηση αποτυγχάνει παταγωδώς. Ο Λουδοβίκος, πάντως, δεν ξεχνά τον πεθερό του. Έτσι, το 1737 κι ενώ ο Φραγκίσκος εγκαταλείπει το Νανσύ, ο Λουδοβίκος διορίζει τον Στανισλάο ως ισόβιο δούκα της Λωρραίνης και του Μπαρ. Με τον θάνατο του Πολωνού, η Λωρραίνη θα καταστεί και τυπικά γαλλικό έδαφος.

Είναι βέβαιο ότι ο Λουδοβίκος πιστεύει πως η “μεσοβασιλεία” του εξηντάχρονου πεθερού του δεν πρόκειται να κρατήσει και πολύ. Γερό σκαρί, ο Πολωνός θα διαψεύσει τις προβλέψεις και θα διοικήσει τη Λωρραίνη για σχεδόν τριάντα χρόνια, μέχρι τον θάνατό του το 1766. Βέβαια, η λέξη “διοικήσει” δεν είναι απολύτως ακριβής: στην πράξη, ο Στανισλάος δεν έχει όλες τις εξουσίες στα χέρια του, μια και η Γαλλία έχει στείλει ως κυβερνήτη της Λωρραίνης τον Ιππότη της Γκαλαιζιέρ με αποστολή να προετοιμάσει το ταχύτερο δυνατό τη μετάβαση του δουκάτου σε καθεστώς γαλλικής κυριαρχίας. Παρόλα αυτά, ο Στανισλάος θα κάνει ό,τι μπορεί για να γίνει αγαπητός στους υπηκόους του και για να διασφαλίσει την υστεροφημία του. Αφήνει κληρονομιά το μνημειακό έργο της πλατείας που θα πάρει (πολύ αργότερα) το όνομά του, θεσπίζει την παροχή δωρεάν εκπαίδευσης στους κατοίκους της Λωρραίνης, ιδρύει τη Βασιλική Βιβλιοθήκη και τη Βασιλική Ακαδημία του Νανσύ, καθιερώνει ένα στοιχειώδες σύστημα πρωτοβάθμιας ιατρικής περίθαλψης. Με δύο λόγια, ένας αληθινός φωτισμένος μονάρχης, ο οποίος φιλοξενεί στα ανάκτορα της Λυνεβίλλ όλες τις μεγάλες μορφές του Διαφωτισμού, από τον Βολταίρο ως τον Μοντεσκιέ.

Γ. Υπό γαλλική κυριαρχία

Με τον θάνατο του Στανισλάου το 1766 (σε ηλικία 89 ετών και μάλιστα όχι εξαιτίας κάποιας ασθένειας αλλά λόγω των εγκαυμάτων που υπέστη πέφτοντας στο τζάκι του υπνοδωματίου του στα ανάκτορα της Λυνεβίλλ), η Λωρραίνη και το Νανσύ περνούν οριστικά στη Γαλλία. Τα χρόνια περνούν, κι αν κάποια επανάσταση άλλαξε ριζικά την πόλη αυτή δεν ήταν η Γαλλική, αλλά η Βιομηχανική. Τα ανθρακωρυχεία και η σιδηρουργία μεταβάλλουν τη φυσιογνωμία της πόλης. Το Νανσύ βγαίνει κατά κάποιο τρόπο κερδισμένο κι από την οδυνηρή ήττα της Γαλλίας στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο του 1870-71 και την απώλεια της Αλσατίας και του Μοζέλλα: στην πόλη συρρέουν όχι μόνον απλοί πρόσφυγες από τις χαμένες για τη Γαλλία περιοχές, αλλά κι ένα μεγάλο μέρος της επιχειρηματικής και πνευματικής ελίτ τους. Ο πληθυσμός της πόλης υπερδιπλασιάζεται: από 40.000 κατοίκους το 1850, η πόλη ξεπερνά τις 100.000 με την αυγή του 20ού αι. (ο αριθμός παραμένει μέχρι σήμερα σταθερός… για τον Δήμο του Νανσύ, μια και το ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα αριθμεί γύρω στις 300.000). Παράλληλα, η συνύπαρξη και η αλληλεπίδραση ανήσυχων επιχειρηματικών, πνευματικών και καλλιτεχνικών ελίτ έχει ως αποτέλεσμα την περίφημη Σχολή του Νανσύ, καθιστώντας την πόλη πραγματική πρωτεύουσα της Αρ Νουβώ. Ο πολυτάλαντος Εμίλ Γκαλλέ, ο επιπλοποιός και διακοσμητής Λουί Μαζορέλλ, οι υαλουργοί αδελφοί Ντάουμ κι ο αρχιτέκτονας Λυσιάν Βάισσενμπύργκερ είναι μερικά μόνο από τα ονόματα που πρωταγωνίστησαν στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής αυτής ομάδας.

Οι πόλεμοι θα περάσουν αφήνοντας τα σημάδια τους, αλλά το Νανσύ θα συνεχίσει στον ίδιο ρυθμό, αυτόν της βιομηχανικής πόλης… μέχρι να έρθει η ώρα της παρακμής των ορυχείων και της σιδηρουργίας κι ο επαπειλούμενος οικονομικός μαρασμός. Η πόλη θα αργήσει, αλλά θα αντιδράσει τελικά: αναπτύσσοντας τον τριτογενή τομέα, δίνοντας βάρος στα πανεπιστήμιά της και, φυσικότατα, στον τουρισμό το Νανσύ μπήκε στον νέο αιώνα με περισσότερη αισιοδοξία. Στο Νανσύ μπορεί να βρέχει συχνά, αλλά η εικόνα του δεν είναι γκρίζα!

ΙΙ. Σύντομη περιήγηση

Η υπέροχη Πλας Στανισλάς αποτελεί το κέντρο της πόλης, συνδέοντας την Παλαιά (στα βόρεια) και τη Νέα Πόλη (στα νότια) του Νανσύ. Στα δυτικά και μέχρι τον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης απλώνονται οι νεότερες συνοικίες της που οικοδομήθηκαν κατά τον 19ο αι. και στις αρχές του 20ού: εκεί βρίσκεται το εμπορικό κέντρο, αλλά και διάσπαρτα διάφορα διαμάντια της Αρ Νουβώ.

Α. Η Νέα Πόλη

Η κατ’ όνομα νέα πόλη άρχισε να οικοδομείται στα τέλη του 16ου αι., στα χρόνια του δούκα Καρόλου Γ΄. Μάρτυρας της ανάπτυξης που γνώρισε η πόλη από τα τέλη του 17ου αι., διαθέτει αρκετά δείγματα μπαρόκ αρχιτεκτονικής (όπως τα ιδιωτικά μέγαρα της Πλας ντ’ Αλλιάνς στο ανατολικό άκρο του ιστορικού κέντρου της πόλης), αλλά και νεοκλασσικά οικοδομήματα. Στη Νέα (ή κατ’ άλλους Βασιλική) Πόλη του Νανσύ βρίσκεται και ο ναός του Ευαγγελισμού της Παρθένου, ένα σχετικά λιτό, αλλά κομψό μπαρόκ οικοδόμημα του πρώτου μισού του 18ου αι. Ο ναός έγινε καθεδρικός το 1777 όταν το Νανσύ κατέστη επισκοπική έδρα (με τη μεταφορά της επισκοπής της Τουλ).

Β. Η Πλατεία Στανισλάς

Η Πλατεία Στανισλάς αποτελεί ένα αδιαμφισβήτητο αριστούργημα του μπαρόκ και του ροκοκό, το οποίο ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει πλέον σε όλη τη μεγαλοπρέπειά του (μετά την ανακαίνιση, ή μάλλον αναπαλαίωση, του 2005). Ο Στανισλάος αποφασίζει την κατασκευή της το 1751 θέλοντας να χαρίσει στην πρωτεύουσά του ένα μνημειώδες έργο το οποίο θα είναι αφιερωμένο στη δόξα του γαμπρού του, του Λουδοβίκου ΙΕ΄. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, ονομαζόταν αρχικά Βασιλική Πλατεία, για να πάρει τη σημερινή ονομασία της στα μέσα του 19ου αι. (όταν και τοποθετήθηκε στο μέσον της το άγαλμα του Στανισλάου στη θέση όπου βρισκόταν άγαλμα του Λουδοβίκου, το οποίο είχε φυσικά γκρεμιστεί στα χρόνια της Επανάστασης). Το έργο ολοκληρώθηκε το 1755, υπό την επίβλεψη του ντόπιου αρχιτέκτονα Εμμανυέλ Ερέ. Η πλατεία περιβάλλεται από κτίρια τα οποία είναι όμοια ως προς τα αρχιτεκτονικά και διακοσμητικά στοιχεία τους, αλλά διαφέρουν ως προς το μέγεθος και τον αριθμό των ορόφων (λέγεται ότι το μικρό ύψος των κτιρίων της βόρειας πλευράς οφείλεται τόσο σε λόγους προοπτικής, όσο και για να είναι δυνατή η χρήση πυροβολικού για την άμυνα της πόλης). Το Δημαρχείο του Νανσύ είναι το μεγαλύτερο κτίριο της πλατείας, καθώς καλύπτει ολόκληρη τη νότια πλευρά της. Στην πρόσοψή του μπορεί κανείς να διακρίνει τα εμβλήματα του Στανισλάου: τον ταύρο του οικόσημου των Λεστσύνσκι, τον αετό της Πολωνίας και τον ιππέα της Λιθουανίας. Μεταξύ των κτιρίων της ανατολικής πλευράς, το πρώην μέγαρο του Δημόσιου Ταμείου στεγάζει σήμερα την Όπερα του Νανσύ, ενώ στη δυτική πλευρά η Ιατρική Σχολή είναι εδώ και σχεδόν δύο αιώνες το Μουσείο Καλών Τεχνών της πόλης: πλούσια συλλογή ζωγράφων της Αναγέννησης (Περουτζίνο, Τιντορέτο, Ρούμπενς, Καραβάτζο), Γάλλοι ζωγράφοι του 19ου αι, (ανάμεσά τους η “Μάχη του Νανσύ” του Ντελακρουά), ιμπρεσιονιστές (ένας Μανέ) και έργα μοντέρνας τέχνης (ένας Πικάσο) καταλέγονται μεταξύ των εκθεμάτων του μουσείου. Το αξιοπερίεργο; Στη σκάλα που οδηγεί στον δεύτερο όροφο εκτίθεται συλλογή έργων του Φραντσέσκο Καζανόβα, αδελφού του γνωστού Βενετσιάνου γόη.

Στο βορειοδυτικό και στο βορειοανατολικό άκρο της πλατείας υπάρχουν δύο κρήνες με αγάλματα, του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης αντίστοιχα, που δεν διακοσμούν απλώς την πλατεία, αλλά και κρύβουν τις οχυρώσεις. Κι αμέσως μετά την πλατεία, στα βορειοδυτικά, υπάρχει μια αψίδα θριάμβου, απομίμηση αυτής του Σεπτίμιου Σεβήρου στη Ρώμη, την οποία ανήγειρε ο Στανισλάος για να υμνήσει τη δόξα του γαμπρού του (πάλι). Πέρα όμως από τα κτίρια, αυτό που ολοκληρώνει την ασύγκριτη ομορφιά της Πλατείας Στανισλάς είναι οι πύλες της με τα επίχρυσα κάγκελα, έργο του Ζαν Λαμούρ.

Γ. Η Παλαιά Πόλη

Στα βόρεια της Πλατείας Στανισλάς απλώνεται η Παλαιά Πόλη του Νανσύ. Ωστόσο ο επισκέπτης δεν αντιλαμβάνεται αμέσως την αλλαγή: η Πλατεία της Καρριέρ την οποία βλέπει πρώτη και την οποία χρησιμοποιούσαν στα χρόνια του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης ως χώρο ιππικών επιδείξεων και τουρνουά αναδιαμορφώθηκε πλήρως από τον Ερέ σύμφωνα με την αισθητική του μπαρόκ. Περιβάλλεται από ιδιωτικά μέγαρα του 18ου αι., ενώ στο βόρειο άκρο της δεσπόζει το κτίριο του Κυβερνείου. Το πραγματικό Νανσύ του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης αρχίζει λίγο βορειότερα. Στο νοτιοδυτικό άκρο σχεδόν της παλιάς πόλης, η Πλατεία Σαιν Επρ αποτελούσε την καρδιά της πόλης κατά τον Μεσαίωνα. Εκεί που βρισκόταν ένας ναός ρωμανικού ρυθμού, σήμερα υψώνεται η Βασιλική του Αγίου Εβέρου_(Saint Epvre), επισκόπου της Τουλ. Μην ξεγελαστείτε, πρόκειται για ένα νεογοτθικό κτίσμα της δεκαετίας του 1860. Προσωπικά βρίσκω το οικοδόμημα αρκετά συμπαθητικό, πολλοί όμως το θεωρούν αποτυχημένο συνδυασμό διαφόρων στοιχείων του γοτθικού ρυθμού, χωρίς την αρμονία και την ομορφιά των αυθεντικών μεσαιωνικών κτισμάτων. Σε κάθε περίπτωση, ο ναός χτίστηκε γρήγορα και, μάλλον πρόχειρα. Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα είναι φασκιωμένος με σκαλωσιές για τα απαραίτητα έργα συντήρησης και αναστύλωσης. Στα στενά δρομάκια βόρεια της Πλατείας Σαιν Επρ υπάρχουν εκλεκτά δείγματα της αρχιτεκτονικής του Ύστερου Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, όπως το μέγαρο του μαρισκάλδου της Λωρραίνης Ιωάννη της Ωσσονβίλλ.

Αν, πάντως, υπάρχει κάποιος δρόμος που μπορεί να δώσει μια ζωντανή εικόνα για το πώς ήταν το μεσαιωνικό Νανσύ, αυτός είναι η μακρόστενη Γκραντ Ρυ (αν φυσικά εξαιρέσουμε τα περίπου τριάντα εστιατόρια κάθε είδους και για κάθε βαλάντιο που υπάρχουν στην αριστερά πλευρά του δρόμου). Στον αριθμό 30, βρίσκεται το σπίτι όπου μετέφεραν το πτώμα του Καρόλου της Βουργουνδίας μετά τη Μάχη του Νανσύ το 1477. Μια πλάκα υπενθυμίζει το γεγονός. Ανηφορίζοντας, συναντάμε τα ανάκτορα των Δουκών της Λωρραίνης, όπου συνδυάζονται στοιχεία ύστερου γοτθικού και αναγεννησιακού ρυθμού (λογικό αν θυμηθούμε ότι το ανάκτορο οικοδομήθηκε από τον Ρενέ Β΄ και τον Αντώνιο στα τέλη του 15ου και στις αρχές του 16ου αι.). Αμέσως μετά τα ανάκτορα υπάρχει η Μονή και η Εκκλησία των Φραγκισκανών (αφιερωμένη φυσικά στον Άγιο Φραγκίσκο της Ασσίζης), χτισμένες κατόπιν παραγγελίας του δούκα Ρενέ Β΄. Δείγμα των δεσμών μεταξύ Νανσύ και Αψβούργων, η εκκλησία μέχρι το 1918 δεν ήταν τυπικά γαλλικό έδαφος, αλλά ανήκε στην Αυστρία! Κι αξίζει να σημειωθεί ότι ο καλός κύριος Όττο φον Χάμπσμπουργκ (τα χρόνια του νάχουμε!), ως απόγονος του οίκου παντρεύτηκε το 1951 σ’ αυτήν την εκκλησία (βέβαια, μια και κατά το γαλλικό δίκαιο μόνον ο πολιτικός γάμος είναι έγκυρος, είχε περάσει πρώτα κι από το δημαρχείο του Νανσύ)! Σήμερα τα ανάκτορα, η μονή και η εκκλησία στεγάζουν το Μουσείο Ιστορίας της Λωρραίνης. Μεταξύ των συλλογών του παλατιού, το απόλυτο μαστ είναι η σχεδόν πλήρης σειρά χαλκογραφιών του χαράκτη Ζακ Καλλό με τίτλο “Οι Δυστυχίες του Πολέμου” (εν προκειμένω, του Τριακονταετούς). Στην Εκκλησία των Φραγκισκανών βρίσκονται οι τάφοι των δουκών (π.χ. του Ρενέ Β΄). Αξιοσημείωτο το εντυπωσιακού ρεαλισμού επιτύμβιο ανάγλυφο της συζύγου του Ρενέ, της Φιλίππης του Γκέλντρε (ολλ. Χέλρε).

Στο τέλος της Γκραντ Ρυ υψώνεται η εντυπωσιακή Πύλη της Κραφφ, που είναι σχεδόν ό,τι έχει απομείνει από τις μεσαιωνικές οχυρώσεις και τα τείχη του Νανσύ. Η πύλη κατασκευάστηκε τον 14ο αι., αλλά οι πύργοι της είναι νεότεροι, μια και προστέθηκαν κατά το πρώτο μισό του επόμενου αιώνα.

Μεσαιωνικό, αναγεννησιακό, μπαρόκ, νεοκλασσικό η αρ νουβώ, το ιστορικό κέντρο του Νανσύ διαθέτει μνημεία και αξιοθέατα για όλες τις προτιμήσεις, καταρρίπτοντας τις όποιες φήμες περί μουντής πόλης ή “φτωχού συγγενή”. Κι αν όλα αυτά σας είναι αδιάφορα, το Νανσύ είναι η πόλη όπου έδρασε ο περίφημος (ή περιβόητος, c’est selon) Δρ Εμίλ Κουέ (στην πραγματικότητα, απλώς φαρμακοποιός) με τη μέθοδό του της αυθυποβολής, όπως επίσης και η πόλη στην ποδοσφαιρική ομάδα της οποίας έκανε τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα ο Μισέλ Πλατινί.  Και για να κλείσω το κείμενο με τις δικές μου προτιμήσεις, το Νανσύ είναι η πόλη όπου δίδαξε ένας από τους σπουδαιότερους ιστορικούς που ασχολήθηκαν με την ελληνιστική περίοδο, ο Εντουάρ Βιλλ.

Περί ηθικολογίας και ιστορικού μεγαλείου

Μαΐου 13, 2011

Έφτασε ο καιρός να βγει τούτο το ιστολόγιο από τη χειμερία (ή μάλλον εαρινή) νάρκη στην οποία το καταδίκασαν οι πολλές υποχρώσεις (ευχάριστες ή απλώς κοπιαστικές) του οικοδεσπότη του. Και η εύκολη λύση για κάτι το απολύτως αναγκαίο συνίσταται στην εξέταση ενός θέματος που είναι απλό και πιασάρικο. Θα προτιμήσουμε, κατ’ εξαίρεση και κατ’ ανάγκη, μια χαλαρότερη παρουσίαση, χωρίς τη συνήθη βιβλιογραφική τεκμηρίωση, μια και η ίδια η φύση του θέματος επιτρέπει κάτι τέτοιο: τα γεγονότα είναι πασίγνωστα, αλλά η προσωπικότητα του ήρωα συνεχίζει να προκαλεί (εδώ και πάρα πολλούς αιώνες) αντιφατικές κρίσεις και απίστευτες διαμάχες.

Περιδιαβαίνοντας ιστολόγια εύκολα μπορεί κάποιος να συναντήσει τις απόψεις που εκφράζουν οι άνθρωποι της εποχής μας για τον Αλέξανδρο Γ΄ και να έρθει αντιμέτωπος με τη γνωστή διαμάχη των σύγχρονων Ελλήνων “εθνικοφρόνων” και “διεθνιστών”. Για τους μεν, ο Αλέξανδρος είναι σύμβολο του μεγαλείου, της ρώμης και της ισχύος του ελληνισμού, για τους δε όχι κάτι περισσότερο από έναν, συνηθισμένο για τα ιστορικά δεδομένα, σφαγέα λαών. Πολύ πρόσφατα μάλιστα, στο εξαιρετικά δημοφιλές ιστολόγιο αγαπητού φίλου, σχολιαστής διερωτήθηκε μήπως σε κάποιο όχι και τόσο κοντινό μέλλον η Ιστορία θεωρήσει τον Μακεδόνα βασιλέα κάτι ανάλογο του… Οροφέρνη Αριαράθου. Ας αφήσουμε όμως τον συμπαθέστατο ηδονοθήρα (και εφήμερο ηγεμόνα της Καππαδοκίας) στην ησυχία που του έταξε η λήθη της Ιστορίας κι ας δούμε πού μπορεί ακριβώς να βρίσκεται η ιστορική αλήθεια, όσο μπορούμε να την προσεγγίσουμε. Υπεράνθρωπος ηγέτης που αποδεικνύει την υπεροχή του ελληνισμού ή απλώς ένας Τζωρτζ Γ. Μπους με αυτοπρόσωπη παρουσία στα πεδία των μαχών (ή, ακόμη χειρότερα, μεγαλοτρομοκράτης της Αρχαιότητας); Κάπου στη μέση, θα απαντήσετε εύλογα. Για να γίνω κι εγώ με τη σειρά μου προκλητικός θα απαντήσω ότι η ιστορική αλήθεια δεν μπορεί να βρίσκεται σε κανένα σημείο της γραμμής αυτής, στα άκρα της οποίας θρονιάζουν από τη μία παραληρήματα και φαντασιώσεις μεγαλείου που απορρέουν από την ιδεολογία του εθνικού κράτους των Νεότερων Χρόνων κι από την άλλη ιδεολογίες, πιο σύγχρονες ίσως,  που αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερη συμπάθεια λαούς και χώρες του οικονομικά λιγότερο αναπτυγμένου κόσμου! Στην πραγματικότητα αυτές οι δύο όψεις του ιδίου νομίσματος είναι εξίσου ανιστορικές. Κρίνουν ένα μακρινό παρελθόν με βάση τις αντιλήψεις του σήμερα ή έστω του χθες. Προβάλλουν σ’ αυτό τις σύχρονες ιδεολογίες και ενοχές, αγνοώντας το στοιχειώδες: το γεγονός ότι κάθε εποχή έχει τις δικές της ιδέες, αρχές και νοοτροπίες κι ότι είναι άστοχο να κριθεί με γνώμονα άλλες από αυτές. Δεν φταίνε όμως τόσο οι άνθρωποι της εποχής μας για το ότι εμφορούνται από αντιλήψεις που αγνοούν ή παραμορφώνουν τα ιστορικά γεγονότα. Ειδικά στο θέμα του Αλέξανδρου, η ίδια η ιστοριογραφία σπάνια υπήρξε αθώα. Για την ακρίβεια, σχεδόν ποτέ δεν έμεινε απρόσβλητη από τις κυρίαρχες ιδεολογίες της εποχής της. Βέβαια, έχει κι αυτή με τη σειρά της κάμποσα ελαφρυντικά να προβάλλει προς υπεράσπισή της.

Ι. Εγγενείς κι επίκτητες δυσχέρειες για μια αμιγώς ιστορική θεώρηση

Α. Μια προσωπικότητα που εξάπτει τη φαντασία: Καταρχάς, η ίδια η ζωή και η προσωπικότητα του Αλέξανδρου υπήρξαν τέτοιες που ευνόησαν τη δημιουργία θρύλων, την εξιδανίκευση (ή, αναλόγως οπτικής γωνίας, τη δαιμονοποίηση) του ιστορικού προσώπου και πριμοδότησαν ψυχολογικού χαρακτήρα ερμηνείες ή ακόμη και τα καθαρά ανεκδοτολογικά στοιχεία σε βάρος των ιστορικών δεδομένων. Κάποιος που μέσα σε λίγα χρόνια διαλύει μια υπερδύναμη και κατακτά το μεγαλύτερο τμήμα του τότε γνωστού κόσμου παραμένοντας ανίκητος, λατρεύεται σαν θεός και τελικά πεθαίνει νέος είναι λογικό να αφήσει ανεξίτηλα σημάδια στη συλλογική συνείδηση και στο φαντασιακό τόσο των συγχρόνων του, όσο και των κατοπινών γενεών. Πράξεις και γεγονότα μεγεθύνθηκαν ή παραμορφώθηκαν, περιστατικά εφευρέθηκαν, ιστορίες και μύθοι γεννήθηκαν με βάση την εικόνα που είχαν για τον Αλέξανδρο λαοί και εποχές κι όχι σύμφωνα με την όποια ιστορική πραγματικότητα. Οι μεταγενέστεροι ιστορικοί είχαν επομένως ν’ αντιμετωπίσουν πρωτίστως τον μύθο του κατακτητή και την επικρατούσα στην εποχή τους εικόνα του.

Β. Προβληματικές ιστορικές πηγές: Έπειτα, εκτός από νομίσματα κι από κάποια έργα τέχνης (δηλαδή αντικείμενα που εγγενώς αδυνατούν να μας “διηγηθούν” ιστορίες), τίποτε άλλο δεν διασώθηκε από την ίδια την εποχή του Μακεδόνα βασιλέα. Τα απομνημονεύματα που συνέγραψαν διάδοχοι του Αλέξανδρου κι άλλοι, στρατιωτικοί και μη, που μετείχαν στην εκστρατεία, όπως ο Πτολεμαίος ή ο Νέαρχος, χάθηκαν, όπως χάθηκαν και τα βασιλικά αρχεία, υπεύθυνος για τα οποία ήταν ο αρχιγραμματέας του Αλέξανδρου, ο Ευμένης ο Καρδιανός, με το πλούσιο υλικό τους, ανάμεσα στο οποίο κι οι περίφημες Εφημερίδες (πραγματικό ημερολόγιο εκστρατείας), κι όλες οι κυβερνητικές και διοικητικές αποφάσεις. Στην πραγματικότητα, τα αρχαία κείμενα που χρησιμοποίησαν ως πηγές οι νεότεροι ιστορικοί ανήκουν κατ’ ουσίαν σε πέντε συγγραφείς, οι οποίοι τα συνέταξαν στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τρεις και περισσότερους αιώνες μετά τα γεγονότα που εξιστορούν: πρόκειται για τρεις Έλληνες, τον Διόδωρο τον Σικελιώτη (περ. 80-20 π.Χ.), τον Πλούταρχο (46-125) και τον Αρριανό (περ. 95-175), και δύο Λατίνους,  τον Κόιντο Κούρτιο Ρούφο (1ος αι.) και τον Ιουστίνο (3ος ή 4ος αι.). Αφεαυτής η χρονική απόσταση από τα γεγονότα είναι επαρκής λόγος για να θεωρηθούν τα έργα αυτά μειωμένης ιστορικής πιστότητας.  Επιπλέον, το υλικό αυτό είναι άνισης αξίας και αντικειμενικότητας. Ο Διόδωρος και ο Αρριανός είναι ό,τι συγγενέστερο έχουμε προς αυτό που θεωρείται Ιστορία με βάσει τις σύγχρονες αντιλήψεις. Και οι δύο πρέπει να είχαν τη δυνατότητα να συμβουλευθούν άμεσες πηγές (ο δεύτερος μελέτησε κατά πάσα πιθανότητα και αντίγραφα των βασιλικών αρχείων) και να τις εκμεταλλευθούν με ικανοποιητικό τρόπο. Από τους υπόλοιπους, ο Πλούταρχος  δεν γράφει Ιστορία, αλλά ηθικοπλασίες, ο Κόιντος Κούρτιος κατατρύχεται από χίλια δυο συμπλέγματα, ενώ ο Ιουστίνος (που απλά ανθολογεί τον Γαλορωμαίο ιστορικό Πομπήιο Τρώγο) είναι έτσι κι αλλιώς μνημείο προχειρότητας. Εκτός αυτού, η αντικειμενικότητα των συγγραφέων αυτών είναι όλως συζητήσιμη: οι Ελληνόφωνοι δίνουν φυσικά μια επαινετική εικόνα του Αλέξανδρου, οι Λατινόφωνοι επιχειρούν να μειώσουν την αξία του για να εξυψώσουν τους ήρωες της ρωμαϊκής Ιστορίας (ειδικά ο Κόιντος Κούρτιος διακρίνεται επιπροσθέτως κι από ένα σχετικό ρατσισμό προς τους οποιουσδήποτε “βαρβάρους”).

Γ. Η Ιστορία στην υπηρεσία των εκάστοτε κυρίαρχων ιδεολογιών: Έχοντας στη διάθεσή τους ένα υλικό από αρκετές απόψεις προβληματικό, οι ιστορικοί των μεταγενέστερων εποχών δεν επιχείρησαν κάποια υπέρβαση. Η ευρωπαϊκή ιστοριογραφία αντιμετώπισε τον Αλέξανδρο με βασικό γνώμονα τις κυρίαρχες σε κάθε εποχή ιδεολογίες. Με το ζήτημα αυτό έχει ασχοληθεί διεξοδικά ο Πιέρ Μπριάν, ο σπουδαιότερος αχαιμενιδολόγος της εποχής μας, κάτοχος από το 1999 της έδρας της “Ιστορίας και του πολιτισμού του κόσμου των Αχαιμενιδών και της αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου” στο Κολλέζ ντε Φρανς. Τα μαθήματά του τα τελευταία χρόνια έχουν ως κύριο θέμα τον Αλέξανδρο στην ευρωπαϊκή ιστοριογραφία των Νεότερων Χρόνων, ενώ έχει δημοσιεύσει πλήθος σχετικών μελετών και άρθρων.  Για να συνοψίσουμε χοντρικά την κατάσταση: στα χρόνια της Αναγέννησης, η εικόνα του Αλέξανδρου είναι εξαιρετικά θετική. Αυτό οφείλεται όχι μόνο στην αρχαιολατρεία της εποχής, αλλά και στο ότι εμφανίζεται ως θετικό πρότυπο για μια Ευρώπη που εξαπλώνει την κυριαρχία της στην οικουμένη.  Στη συνέχεια τα πράγματα αλλάζουν, με τη συγκρότηση ισχυρών μοναρχιών εθνικού χαρακτήρα. Στη Γαλλία του Λουδοβίκου ΙΔ΄ κρίνεται ότι ο Έλληνας κατακτητής είναι ακατάλληλο πρότυπο προς μίμηση. Τονίζονται επομένως  κάποιες αντιφατικές πτυχές της προσωπικότητάς τους (με υλικό που αλιεύεται κυρίως από τον Κόιντο Κούρτιο και δευτερευόντως από τον Πλούταρχο). Το νέο πρότυπο της επίσημης γαλλικής ιδεολογίας είναι ο Λουδοβίκος  Θ΄, Γάλλος, μονάρχης και άγιος της καθολικής εκκλησίας. Νέα μεταστροφή από τα χρόνια του Διαφωτισμού και, κυρίως, από τον 19ο αι. κι έπειτα. Οι μετοχές του Αλέξανδρου ανεβαίνουν θεαματικά για διάφορους λόγους. Οι απανταχού της γης ρομαντικοί συγκινούνται από την εξωπραγματική προσωπικότητα του βασιλέα, τον οποίο βλέπουν σαν ήρωα και καταραμένο ποιητή ταυτόχρονα. Ερμηνεύουν τη στρατιωτική σταδιοδρομία του σαν σειρά από παρορμητικές κινήσεις που τις υπαγορεύουν ο πόθος και τα οράματα. Για τους Γερμανούς ικανοποιεί αφενός το πάθος τους για την ελληνική αρχαιότητα, αφετέρου ενσαρκώνει το πρότυπο του μεγαλοφυούς στρατιωτικού ηγέτη που μπορεί να εμπνεύσει  την ενωμένη πλέον πατρίδα τους. Όσον αφορά τις μεγάλες αποικιοκρατικές δυνάμεις, Αγγλία και Γαλλία, είναι αδύνατο να βρουν ιδανικότερο μοντέλο από τον Αλέξανδρο: κατακτητής, “εκπολιτιστής των βαρβάρων και πεφωτισμένος δεσπότης τους”, ο Μακεδόνας στρατηλάτης καθαγιάζει τη δράση τους με το ιστορικό μεγαλείο του. Προσθέστε οπωσδήποτε και τις αντιλήψεις που επικρατούν στους μορφωμένους κύκλους της Δύσης, βάσει των οποίων ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός συνιστά το απόλυτο σημείο αναφοράς σε όλους τους τομείς, από τη φιλοσοφία και την τέχνη ως τη διπλωματία και την πολιτική γενικότερα.

Η τάση αυτή συνεχίζεται μέχρι τα πρώτα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ως συμβολική κορύφωσή της θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε το έργο του μεγάλου Άγγλου ιστορικού Γουίλλιαμ Γούντθορπ Ταρν (1869-1957), για τον οποίο “ο Αλέξανδρος υπήρξε ο πρωτεργάτης της μεγαλύτερης επανάστασης της παγκόσμιας Ιστορίας… της αδελφοποίησης των λαών και της ενότητας της ανθρωπότητας” (“Alexander the Great and the Unity of Mankind” Humphrey Milford, Λονδίνο, 1933/”Alexander the Great” τ. II, “Sources and Studies“, Cambridge University Press, Καίμπριτζ, 1948 και επανέκδ. 2002). Τις τελευταίες δεκαετίες, όμως, η μεταστροφή είναι ριζική: οι ενοχές της Δύσης για το αποικιοκρατικό παρελθόν της, η συμπάθεια για τους καταπιεσμένους και πάντα υπό εκμετάλλευση λαούς του Τρίτου Κόσμου, το πνεύμα διεθνισμού, η τάση απομάκρυνσης από την ιστορία των μεγάλων – και δη στρατιωτικών – ηγετών, ακόμη κι η γοητεία της ανακάλυψης “εξωτικών πολιτισμών” οδηγούν στην υποτίμηση της σημασίας της αρχαιοελληνικής αρχαιότητας και ειδικά της προσωπικότητας του Αλέξανδρου Γ΄. Ειδικά στον αγγλοσαξονικό επιστημονικό κόσμο η εικόνα του Αλέξανδρου αποτελεί αντικείμενο σκληρής κριτικής και είναι εν γένει αρνητική. Βίαιος κατακτητής και στυγνός αποικιοκράτης. Για παράδειγμα, η Αγγλίδα ιστορικός Μαρία Μπρόσιους ξεπερνά μάλλον τα όρια της ανεκτής για επιστήμονα υπερβολής, χαρακτηρίζοντας ευθέως τον Αλέξανδρο ως “σφαγέα“, “χούλιγκαν” και “τρομοκράτη“! Τίποτε λιγότερο.

Πόσο επιστημονικές είναι οι απόψεις αυτού του είδους; Ελάχιστα έως καθόλου, θα απαντούσαμε. Δεν παύουν όμως να εκφράζουν μια τάση που είναι μάλλον κυρίαρχη στην εποχή μας. Υπάρχουν όμως (ευτυχώς) και άλλοι ιστορικοί, που εξετάζουν κριτικά τις πηγές, προσπαθούν να απαλλαγούν από τα στερεότυπα του παρελθόντος, αλλά και του παρόντος, και πασχίζουν να εξετάσουν το θέμα με τη μεγαλύτερη δυνατή αντικειμενικότητα κι επιστημονική ευσυνειδησία.

ΙΙ. Ερωτήματα κι αφορισμοί (;)

Α. Ιππότης με ευγενείς ιδέες και αισθήματα ή στυγνός σφαγέας; Ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Και οι δύο χαρακτηρισμοί αποτελούν μάλλον αναχρονιστικές προβολές αντιλήψεων των νεότερων χρόνων στον 4ο αι. π.Χ. Στην πραγματικότητα το σύνολο σχεδόν των ενεργειών του Αλέξανδρου υπαγορεύεται από πολιτικές σκοπιμότητες. Εάν δεν υπάρχει λόγος, δεν καταφεύγει στη βία και μπορεί να φανεί απαράμιλλα ευγενής, όπως φαίνεται από τον τρόπο με τον οποίο φέρθηκε στις αιχμάλωτες συγγενείς του Δαρείου. Εάν η φιλική αντιμετώπιση είναι ο καλύτερος τρόπος για την επίτευξη του πολιτικού στόχου, τότε προτιμάται: ο βασιλιάς εμφανίζεται ως ελευθερωτής των ελληνικών πόλεων της Ασίας από τον περσικό ζυγό και αρχηγός του πανελλήνιου αγώνα, καθόσον αυτές δέχονται την κυριαρχία του και ενισχύουν οικονομικά την εκστρατεία του. Όσοι ευγενείς του εχθρού δέχονται τη νέα εξουσία ανταμείβονται με προνόμια. Αντιστρόφως, η βία χρησιμοποιείται όποτε κρίνεται αναγκαία. Η Τύρος ισοπεδώνεται γιατί πρόβαλε σκληρή αντίσταση, προκαλώντας μεγάλες απώλειες σε έμψυχο δυναμικό και σοβαρές οικονομικές ζημίες. Ο σκληρός ανταρτοπόλεμος των Ιρανών της Βακτριανής και της Σογδιανής, οδηγεί τον Αλέξανδρο σε ακόμη πιο σκληρές απαντήσεις: πόλεις και χωριά ισοπεδώνονται και άμαχοι εκτελούνται μαζικά σε αντίποινα, προκειμένου να καμφθεί η αντίσταση. Όλα αυτά δεν αποτελούν κάτι το καινούριο, ούτε βέβαια εφαρμόστηκαν για τελευταία φορά από τον Τημενίδη ηγεμόνα (για να υποστηρίξει κανείς κάτι τέτοιο θα πρέπει να αγνοεί παντελώς την Ιστορία του 20ού αι.). Και ,σε κάθε περίπτωση, ο Αλέξανδρος πρέπει να κριθεί με γνώμονα τις πρακτικές και τις αντιλήψεις της εποχής του. Από την άποψη αυτή δεν φαίνεται να είναι ούτε ηπιώτερος, ούτε και βιαιότερος από τον μέσο όρο. Ακόμη και με βάση τα στάνταρ των Αχαιμενιδών στον τομέα αυτό ο Αλέξανδρος ενεργεί λίγο-πολύ με τον αναμενόμενο, συνηθισμένο τρόπο.

Β. Παρορμητικός και παράτολμος ήρωας που βαδίζει στο άγνωστο ή ψυχρός ορθολογιστής; Πολύ περισσότερο το δεύτερο. Ναι, ο Μακεδόνας βασιλιάς είναι παράτολμος και ριψοκίνδυνος, πλην όμως “όλα τα ρίσκα που παίρνει είναι υπολογισμένα” (Μπριάν). Διαλύει τον στόλο του π.χ. γιατί εκτιμά ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τον φοινικικό στόλο που προσφέρει τις υπηρεσίες του στον Αχαιμενίδη και γιατί πιστεύει βάσιμα ότι μπορεί να κερδίσει τον πόλεμο στην ξηρά, κατακτώντας μάλιστα και τη Φοινίκη, οπότε ο εχθρικός στόλος θα γίνει αυτομάτως δικός του. Ο Αλέξανδρος δεν προχωρά αναλόγως των περιστάσεων, έχει εξαρχής σχέδιο για το τι θέλει να πετύχει και σαφή εικόνα όσον αφορά τον τελικό σκοπό της εκστρατείας, που δεν είναι άλλος από την κατάκτηση της περσικής αυτοκρατορίας περιλαμβανομένων όλων των εδαφών που είχε κάποτε στην κατοχή της. Ουσιαστικά πρόκειται για ανασύσταση της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών στη μέγιστη δυνατή εξάπλωσή της, όταν εξουσίαζε και τις τρεις σατραπείες του Ινδού. Ο Αλέξανδρος δεν εισβάλλει στην Ινδία με οδηγούς τον Διόνυσο και τον Ηρακλή. Έχει συλλέξει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες κι έχει λάβει γνώση όλων των στοιχείων που διέθετε η γραμματεία των περσικών ανακτόρων. Η εξονυχιστική προετοιμασία και η μελέτη της γεωγραφίας, της πανίδας και των πληθυσμών των περιοχών, η παρουσία στο στράτευμα μηχανικών και τοπογράφων, δεν αποτελούν τόσο απόδειξη της φιλομάθειας και του πνεύματος του Μακεδόνα, όσο της μεθοδικότητας με την οποία σχεδιάζει τις κατακτήσεις του και τη μετέπειτα διοίκησή τους.

Γ. Μεγαλοφυής στρατιωτικός ή απλώς τυχεράκιας; Μάλλον εύκολο. Στάνταρ άσσος… Κανονικά, τα γεγονότα θα έπρεπε να μιλούν από μόνα τους. Κι όμως, η στρατηγική ικανότητα του Αλέξανδρου αμφισβητήθηκε ποικιλοτρόπως. Ίσως γιατί, για πολλούς λόγους, ο καθένας επιδίωκε να αναδείξει ως ικανότερο στρατηγό την αγαπημένη του προσωπικότητα της στρατιωτικής Ιστορίας. Οπότε ειπώθηκαν πολλά: δεν έδωσε παρά τέσσερις μάχες και η τύχη ήταν πάντα με το μέρος του. Αντιμετώπισε μια αυτοκρατορία υπό κατάρρευση, τα στρατεύματα της οποίας ήταν εντελώς αναξιόπιστα. Ωστόσο: βασιζόμενος σε βελτιώσεις της οπλιτικής φάλαγγας που εν πολλοίς οφείλονταν στον Επαμεινώνδα και στον Φίλιππο, κατορθώνει να εκμεταλλευτεί και να εξελίξει τη φάλαγγα καθιστώντας την “απόλυτο όπλο” της εποχής. Επιτυγχάνει πλήρως τους στόχους του, σε επίπεδο στρατηγικής (κατάκτηση του συνόλου της περσικής αυτοκρατορίας) και τακτικής (το αήττητο στις μάχες που λέγαμε προηγουμένως). Προσαρμόζει την τακτική του σε αντίξοες και απροσδόκητες γι’ αυτόν συνθήκες πολέμου (ανταρτοπόλεμος στις Άνω Σατραπείες). Και φυσικά δεν αντιμετωπίζει τιποτένιους, αλλά τον στρατό της μεγαλύτερης αυτοκρατορίας. Ο Μπριάν κατέδειξε ότι η περσική αυτοκρατορία του 4ου αι. π.Χ. δεν βρίσκεται σε καμία περίπτωση σε φάση ταχείας και αμετάκλητης παρακμής (όπως άλλωστε συνάγεται και από την ανάκτηση της Αιγύπτου από τον Αρταξέρξη Γ΄). Τα στρατεύματα του Δαρείου δεν είναι απλώς χάρτινες τίγρεις, ούτε ο ίδιος ανόητος στρατηγός. Εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται ότι υπήρχαν αδυναμίες και σημειώθηκαν αστοχίες, ότι ο περσικός στρατός ήταν χειρότερα εκπαιδευμένος από τον μακεδονικό και πολύ λιγότερο ομοιογενής κ.λπ. Όλα αυτά όμως δεν αρκούν για να μειώσουν την αξία του Αλέξανδρου.

Δ. Οραματιστής της φιλίας μεταξύ των λαών ή ρεαλιστής; Προφανώς το δεύτερο, παραδοχή που δεν αποκλείει καθόλου τη διορατικότητα, την οξυδέρκεια και την τόλμη του Αλέξανδρου να έρθει σε ρήξη με βαθιά εδραιωμένες αντιλήψεις στο μακεδονικό και εν γένει στο ελληνικό περιβάλλον του. Ας δούμε τα ιστορικά δεδομένα.

Το καλοκαίρι του 334 π.Χ., ο Αλέξανδρος καταλαμβάνει τις Σάρδεις. Ο Πέρσης φρούραρχος Μιθρένης αναγνωρίζει την εξουσία του και του παραδίδει τα κλειδιά του φρουρίου της ακρόπολης και του θησαυροφυλακίου. Σε αντάλλαγμα, ο Μακεδόνας βασιλιάς δέχεται στην ακολουθία του τον Πέρση ευγενή. Πρόκειται για την πρώτη πράξη συνεργασίας της περσικής ελίτ με τον κατακτητή. Τρία χρόνια μετά (Οκτώβριος 331), ύστερα από τη νίκη του Αλέξανδρου στα Γαυγάμηλα, οι ανώτατοι Πέρσες αξιωματούχοι της Βαβυλώνας υποδέχονται τον Αλέξανδρο στην πόλη ως νέο κυρίαρχό τους. Ο ένας από αυτούς, ο Μαζαίος, θα διοριστεί λίγο αργότερα σατράπης της Βαβυλωνίας. Από το σημείο αυτό κι έπειτα οι διορισμοί Ιρανών σε ανώτατες διοικητικές θέσεις της αυτοκρατορίας του Αλέξανδρου πολλαπλασιάζονται: αρκετοί παραμένουν στο σατραπικό αξίωμα που κατείχαν επί Δαρείου Γ΄ (π.χ. ο Σατιβαρζάνης στην Αρία), άλλοι καλούνται λίγο μετά τη μακεδονική κατάκτηση να αναλάβουν εκ νέου τις σατραπείες που διοικούσαν (όπως ο Ατροπάτης, σατράπης της Μηδίας).  Ας προσθέσουμε τον προσεταιρισμό τοπικών ελίτ, όπως του αιγυπτιακού και του βαβυλωνιακού ιερατείου, την προσπάθεια του Μακεδόνα να εμφανιστεί ως συνεχιστής των Αχαιμενιδών, επιλογή που του υποδεικνύει να ακολουθήσει την εθιμοτυπία της περσικής αυλής, τον γάμο του το 327 με τη Ρωξάνη, κόρη του Ιρανού ευγενούς Οξυάρτη, την απόφασή του να οργανώσει σώματα στρατού αποτελούμενα από Ιρανούς και να εκπαιδεύσει χιλιάδες Πέρσες νέους με τον ελληνικό τρόπο, καθώς και, φυσικότατα, τους περίφημους γάμους στα Σούσα (Φεβρουάριος 324), όταν ο ίδιος ο Αλέξανδρος νυμφεύεται δύο Περσίδες πριγκίπισσες, την κόρη του Δαρείου Γ΄ Στάτειρα και την Παρυσάτιδα, κόρη του Αρταξέρξη Γ΄-Ώχου, ενώ όλοι σχεδόν οι Μακεδόνες ευγενείς νυμφεύονται ταυτόχρονα Ιρανές αριστοκράτισσες.

Ωραία όλα αυτά, αλλά δεν αρκούν για τις αγάπες, τις χαρές και τα λουλούδια που αρκετοί διέκριναν. Το βασικό κίνητρο δεν είναι φυσικά κάποια ιδεολογία συναδέλφωσης των λαών (εντελώς άγνωστη κατά την Αρχαιότητα… και όχι μόνο) αλλά ο πολιτικός ρεαλισμός: η αυτοκρατορία δεν μπορεί να διοικηθεί επιτυχώς αποκλειστικά από τους Μακεδόνες και τους υπόλοιπους Έλληνες (οι οποίοι άλλωστε είναι λίγοι σε αριθμό), ούτε χωρίς τη συνεργασία της ελίτ του προηγούμενου καθεστώτος. Στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με τη συμμετοχή στην άσκηση της εξουσίας μίας και μόνον ελίτ, της ιρανικής κι αυτό εντός συγκεκριμένων ορίων (οι Ιρανοί σατράπες εποπτεύονται σχεδόν πάντα από Μακεδόνα  στρατιωτικό διοικητή και γενικά η θέση της περσικής αριστοκρατίας δεν είναι ακριβώς ίδια μ’ αυτή των Μακεδόνων ευγενών). Φυσικά, ακόμη κι έτσι δεν μπορεί παρά να αναγνωρισθεί η διορατικότητα του Αλέξανδρου, πρόκειται όμως για διορατικότητα πολιτικής φύσης και όχι εκπορευόμενη από ιδεολογικές ή ηθικές αρχές (ή… συναισθηματική)! Επιπλέον, η πολιτική της συνεργασίας Μακεδόνων και Περσών αποτελεί αναμφίβολα τολμηρή (όσο και αναγκαία) απόφαση, μια κι έφερε τον Αλέξανδρο σε σύγκρουση με το περιβάλλον του και τις αντιλήψεις που κυριαρχούσαν στον ελληνικό κόσμο. Αρκεί να θυμηθούμε τις προτροπές του Αριστοτέλη προς τον κάποτε μαθητή του (να μεταχειριστεί τους βαρβάρους σαν να είναι ζώα ή φυτά). Από την άλλη, η θεωρία και οι ιδεολογικές διακηρύξεις που εμείς γνωρίζουμε δεν είναι και τόσο βέβαιο ότι απηχούσαν τις πρακτικές των Ελλήνων στις σχέσεις τους με τους Πέρσες. Οπότε, η ελληνοπερσική συνεργασία στο πλαίσιο της αυτοκρατορίας του Αλέξανδρου μπορεί τελικά να μην ήταν και τόσο πρωτότυπη όσο μας φαίνεται σήμερα.

ΙΙΙ. Αποτίμηση

Α. Ας δώσουμε πρώτα τον λόγο στον Πιέρ Μπριάν:

«Ήδη από την Αρχαιότητα, συναντούμε διαρκώς την ίδια εξαιρετικά σχηματική αντίθεση μεταξύ δύο θεωρήσεων του Αλεξάνδρου. Αφενός, υπάρχει η ηθικολογική θεώρηση, η οποία επανεμφανίζεται κατά τον 18ο αι. και η οποία καταδικάζει τον Αλέξανδρο λόγω της υπέρμετρης φιλοδοξίας του, της ροπής του προς τη μέθη, τη βιαιότητά του. Αφετέρου, παρατηρείται μια θετική αξιολόγηση, βάσει της οποίας θαυμάζεται η ικανότητά του να οργανώσει μια τόσο αχανή αυτοκρατορία και να αντιληφθεί αμέσως ότι η συνεννόηση με τους Ιρανούς ήταν αναγκαία. Μεταξύ των πρώτων που εξέφρασαν αυτή τη θέση ήταν ο Μοντεσκιέ με τη περίφημη φράση του από το “Πνεύμα των Νόμων“: “Οι Ρωμαίοι κατέκτησαν για να καταστρέψουν τα πάντα. Ο Αλέξανδρος θέλησε να κατακτήσει για να διατηρήσει τα πάντα“.

Σήμερα κυριαρχεί σαφώς μια αρνητική εικόνα του Αλέξανδρου. Αυτό οφείλεται κυρίως στην επιρροή της, κυρίαρχης σήμερα, αγγλοσαξονικής ιστοριογραφίας η οποία αναμειγνύει την ηθικοπλαστική με την μεταποικιοκρατική εκδοχή της Ιστορίας. Ο Αλέξανδρος κρίνεται με γνώμονα την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία...

Ταυτόχρονα, η περσική αυτοκρατορία εξιδανικεύεται μερικές φορές σαν κόσμος ειρήνης και ομόνοιας. Εντούτοις, ο κόσμος της περσικής αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών δεν ήταν υπόδειγμα αρμονικής συμβίωσης, μολονότι οι Πέρσες προσπάθησαν να καταστήσουν την πολιτική ενότητα συμβατή με την πολιτισμική διαφοροποίηση. Αυτοί που εμφανίζουν τον Αλέξανδρο απλώς σαν βίαιο κατακτητή και καταστροφέα περισσότερο εκφράζουν τις πεποιθήσεις και τις αρχές τους παρά αναλύουν τον ελληνιστικό κόσμο.

Αποτελεί επείγουσα ανάγκη να εγκαταλείψουμε την όποια ηθικολογία και να αφοσιωθούμε στην υπομονετική μελέτη των διαθέσιμων πηγών, διευρύνοντας τις προοπτικές και πολλαπλασιάζοντας τις οπτικές γωνίες»(συνέντευξη στο περιοδικό Les Cahiers de Science & Vie, τεύχος 122, Απρίλιος-Μάιος 2011, σελ. 20-23, ειδ. σελ. 23).

Β. Και πάμε στο κρίσιμο (λέμε τώρα) ερώτημα: δικαιούται ο Αλέξανδρος Γ΄ τον τίτλο του Μεγάλου; Ας επισημάνουμε ευθύς εξαρχής ότι τέτοιοι τίτλοι είναι εν πολλοίς ιστορικές συμβάσεις, μεταφέρουν κάτι που αποδόθηκε για τους α΄ ή β΄ λόγους κατά το παρελθόν, χωρίς να τίθενται σε εκ νέου αξιολογική κρίση ανά εποχή. Άλλωστε, αρκετές ιστορικές προσωπικότητες, πιθανότατα μικρότερης εμβέλειας από αυτήν του Μακεδόνα ηγεμόνα, εξακολουθούν να αποκαλούνται με τον ίδιο τίτλο χωρίς να προκαλούνται αντιδράσεις αντίστοιχες μ’ αυτές της περίπτωσής μας (κανείς δεν εξανίσταται επειδή ο Αντίοχος Γ΄ ή ο Πέτρος της Ρωσίας είναι κι αυτός “Μεγάλος”).

Ουσιαστικά πρέπει να υπερβούμε τις ηθικές και ιδεολογικές αντιρρήσεις μας που στηρίζονται αποκλειστικά σε αντιλήψεις της εποχής, για να κρίνουμε βασιζόμενοι στα ιστορικά γεγονότα. Και, είτε το θέλουμε είτε όχι, εκ του αποτελέσματος ο Αλέξανδρος δικαιούται τον τίτλο του: όχι μόνο άλλαξε ριζικά τον γεωπολιτικό χάρτη της εποχής του, αλλά με τις ενέργειές του έθεσε σε κίνηση διεργασίες και διαδικασίες που άλλαξαν ριζικά τη μορφή της οικουμένης. Οι αντιλήψεις για το κράτος, την άσκηση της εξουσίας, τις διοικητικές δομές μεταβλήθηκαν. Η ελληνιστική μοναρχία (που πράγματι χρωστά πολλά στους Αχαιμενίδες) έγινε το πρότυπο διακυβέρνησης για αιώνες, από πολλές απόψεις ήταν το αίτιο που οδήγησε στη διαμόρφωση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ο ελληνισμός, με τα πρότυπά του πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης, τις ιδέες και τον τρόπο ζωής του, εξαπλώθηκε μέχρι τις παρυφές της ινδικής χερσονήσου. Η επαφή του με τους πολιτισμούς των λαών της Ασίας οδήγησε σε μεταλλάξεις, προσαρμογές, φαινόμενα εκτεταμένης πολιτισμικής διάδρασης. Περισσότερο ή λιγότερο, ο Αλέξανδρος υπήρξε μία από τις γενεσιουργούς αιτίες κι ένας από τους καταλύτες των αλλαγών που σημάδεψαν τους επόμενους αιώνες. Χωρίς αυτόν η ελληνική γλώσσα κι ο ελληνικός τρόπος ζωής δεν θα κυριαρχούσαν στην ευρύτερη Ανατολή, από τα Βαλκάνια έως τουλάχιστον τη Μεσοποταμία, για οχτώ αιώνες, δεν θα είχαμε Αλεξάνδρεια και Αντιόχεια, νεοπλατωνισμό, θρησκευτικό συγκρητισμό, χριστιανισμό όπως τον γνωρίζουμε, ούτε και τις εκπληκτικές αμοιβαίες προσαρμογές που απαίτησε η συνύπαρξη ελληνικού, ιρανικού και ινδικού στοιχείου στην Κεντρική Ασία και τη Βόρεια Ινδία.

Από κει και πέρα, ο καθένας είναι ελεύθερος να έχει την προσωπική άποψή του: να θεωρεί τον Αλέξανδρο ήρωα ή καταραμένο ποιητή και να τον περιγράφει με στίχους του Ρεμπώ (μη γελάτε, το έκαναν σοβαρότατοι ιστορικοί του περασμένου και του προπερασμένου αιώνα), ή, αντίθετα, να τον αντιπαθεί βαθύτατα ως βίαιο κατακτητή. Αρκεί να έχει συνείδηση ότι αυτά αφορούν περισσότερο ηθικές αρχές και ιδεολογίες του σήμερα  (ή έστω  επισφαλείς κι αβέβαιες ψυχολογικές ερμηνείες) κι όχι την ιστορική προσωπικότητα Αλέξανδρος.

[και, μέρες πονηρές που είναι, ίσως πρέπει να υπομνησθεί ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο θλιβερό από το να χρησιμοποιείται μια μορφή της Ιστορίας ως πρόφαση για πράξεις μίσους και ανοησίας. Με αντιλαμβάνεστε, υποθέτω.] 

Ιερουσαλήμ-Μαρίενμπουργκ – μέρος IV: το τέλος (;) και η υστεροφημία του Τάγματος

Φεβρουαρίου 27, 2011

Οστερόντε, Πρωσία, 6 Ιανουαρίου 1453. Παραμονές, σχεδόν, του Δεκατριετούς Πολέμου που θα αποβεί μοιραίος για το κράτος των Τευτόνων. Ο τοπικός Τεύτονας διοικητής συντάσσει επιστολή προς τον Λουδοβίκο του Έρλιχσχάουζεν, μεγάλο μάγιστρο του Τάγματος. Του εκθέτει τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει στη συνεργασία του με τους ντόπιους ευγενείς. Μόλις συναντήθηκε με έναν από αυτούς τους γαιοκτήμονες, τον Πέτρες του Αρβάυντεν, από τον οποίο ζήτησε να παραχωρήσει στο Τάγμα για κάποιες εβδομάδες τους υποτελείς του χωρικούς, προκειμένου να βοηθήσουν σε εργασίες συντήρησης του κάστρου της περιοχής. Ο Πρώσος γαιοκτήμονας αρνείται. Ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος, τον οποίο παραθέτει αυτολεξεί στην επιστολή του ο διοικητής (βλ. Sylvain Gouguennheim “Les Chevaliers Teutoniques”, εκδ. Tallandier, Παρίσι, 2007, σελ. 551-552).

“- Άρχοντα! Κύριε Διοικητά! Κι εγώ είμαι ευγενής, όπως ακριβώς κι εσείς, κι αν παρίσταται ανάγκη μπορώ να το αποδείξω, όπως κάθε ευγενής. Ξέρετε, κύριε, αν δεν είχατε έρθει σ’ αυτήν εδώ τη χώρα δεν θα είχατε γίνει ποτέ άρχοντας…

- Τι είναι όλα αυτά που μου τσαμπουνάς βρε Πέτρες; Άν δεν ήμουν εγώ ο άρχοντάς σου, θα ήταν κάποιος άλλος στη θέση μου. Εσύ, πάντως, Πέτρες θα πρέπει οπωσδήποτε να έχεις έναν άρχοντα πάνω από σένα, γιατί είσαι τόσο ευγενής όσο μπορεί να είναι ευγενής μια αγριόκοτα!”.

Το περιστατικό είναι ενδεικτικό του χάσματος ανάμεσα στο Τάγμα και τους υπηκόους του. Όπως ήταν μοιραίο, μετά από δύο και πλέον αιώνες κυριαρχίας των Τευτόνων έχει διαμορφωθεί αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε πρωσικό έθνος, με τις ελίτ του, γερμανικές ή εκγερμανισμένες, γαιοκτημόνων και πλουσίων εμπόρων, οι οποίες διεκδικούν το μερίδιό τους στην άσκηση εξουσίας. Το Τάγμα, όμως, δεν είναι διατεθειμένο να κάνει παραχωρήσεις. Αυτό που οπουδήποτε αλλού θα αποτελούσε φυσική εξέλιξη, δηλαδή η σταδιακή δημιουργία ενός έθνους σύμφωνα με τα πρότυπα των νεότερων χρόνων, έρχεται σε αντίθεση με την ίδια τη φιλοσοφία του κράτους ενός στρατιωτικού θρησκευτικού τάγματος το οποίο αποκλείει από την εξουσία οποιοδήποτε εξωτερικό προς αυτό στοιχείο. Ως εκ της φύσεως του τρόπου επάνδρωσης και λειτουργίας του Τάγματος, τα πρόσωπα που ασκούν εξουσία στην Πρωσία δεν έχουν ρίζες στον τόπο αυτό. Όσο για τους Πρώσους αριστοκράτες, ο μόνος τρόπος να διοικήσουν στην πατρίδα τους είναι να καταταγούν στο Τάγμα, δηλαδή να απεκδυθούν την ταυτότητά τους, χωρίς να είναι βέβαιο ότι το όνειρό τους θα εκπληρωθεί. Όλα αυτά έχουν ως συνέπεια την αποξένωση των Τευτόνων από τις τοπικές ελίτ, η οποία αποτυπώνεται στο παραπάνω περιστατικό μέσω μιας αμοιβαίας αμφισβήτησης της ιδιότητας του ευγενούς. Για τον γαιοκτήμονα, ο διοικητής είναι φορέας μιας δοτής εξουσίας που εκπορεύεται από έναν απρόσωπο οργανισμό. Για αυτό και ο υπαινιγμός (“αν δεν είχατε έρθει σ’ αυτήν εδώ τη χώρα δεν θα είχατε γίνει ποτέ άρχοντας“): οι περισσότεροι από τους ιππότες κατάγονταν από οικογένειες μινιστράλιων, κατώτερων ευγενών, συχνά ταπεινής καταγωγής, που προήχθηκαν λόγω προσωπικής αξίας από τον αυτοκράτορα, δεν διέθεταν συνήθως φέουδα και αρκούνταν στην άσκηση καθηκόντων συμβούλου στην αυτοκρατορική ή σε κάποια φεουδαλική αυλή. Όσο για την οργισμένη απάντηση του διοικητή (σε ενικό, ενώ ο γαιοκτήμονας κρατά έστω τα προσχήματα χρησιμοποιώντας πληθυντικό), αποδεικνύει ότι για έναν Τεύτονα Ιππότη ο Πρώσος αριστοκράτης δεν είναι παρά ένας υποτελής που χρωστά την ανέλιξή του αποκλειστικά στο Τάγμα. Η σύγκρουση θα πληρωθεί ακριβά: τρεις μήνες αργότερα, η πρωσική Δίαιτα θα δηλώσει υποτέλεια στον Πολωνό μονάρχη και θα τον καλέσει να καταλάβει τη χώρα. Τη συνέχεια την είδαμε στο τρίτο μέρος της σειράς.

Με άλλα λόγια, η παρακμή και το ουσιαστικό τέλος του Ordensstaat δεν οφείλεται απλά στο ότι το Τάγμα έχασε, παρά την όποια ηρωϊκή αντίσταση, έναν κρίσιμο πόλεμο, αλλά στη διττή αδυναμία προσαρμογής στις εξελίξεις: αφενός, μετά τον προσηλυτισμό και των Λιθουανών στον χριστιανισμό, η Πρωσία είναι ένα κράτος σαν όλα τ’ άλλα. Οι Τεύτονες δεν μπορούν πλέον να καλούν σε σταυροφορίες ή να εμφανίζονται ως προστάτες της πίστης, κατά μείζονα λόγο όταν το ιδανικό των σταυροφοριών έχει ξεθυμάνει. Υποχρεωμένοι να αναζητήσουν συμμαχίες στη διεθνή διπλωματική σκηνή, χωρίς εγγενή επικοινωνιακά πλεονεκτήματα, δεν θα αποδειχθούν αρκετά επιδέξιοι ή τυχεροί. Αφετέρου, η ίδια η φύση ενός Ordensstaat αποδεικνύεται ασύμβατη με το υπό διαμόρφωση εθνικό κράτος. Το κράτος των ιπποτών ήταν καταδικασμένο να χαθεί γιατί η ίδια η εξέλιξη της Ιστορίας το είχε ξεπεράσει. Από την άποψη αυτή, το τέλος της Πρωσίας των Τευτόνων σηματοδοτεί την αλλαγή εποχής, τη μετάβαση από τον Μεσαίωνα (τις δομές και τις αντιλήψεις του οποίου εξέφραζε με απόλυτη επιτυχία) στους νεότερους χρόνους. Ας δούμε πώς ακριβώς γράφτηκε ο επίλογος πρώτα του κράτους κι έπειτα του ίδιου του Τάγματος (Ι), για να εξετάσουμε στη συνέχεια τον τρόπο με τον οποίο εκτιμήθηκε η κληρονομιά των Τευτόνων Ιπποτών στον χώρο δράσης τους (ΙΙ).

Ι. Το τέλος (;)

Όπως είδαμε στο προηγούμενο επεισόδιο, μετά την ταπεινωτική δεύτερη συνθήκη ειρήνης του Τορν το 1466, οι Τεύτονες έχασαν το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών τους, εκτός από την Ανατολική Πρωσία και την Πομεσανία. Διατηρούνται, βέβαια, οι εκτεταμένες κτήσεις του Τάγματος στη Λιβονία, όπου όμως οι Τεύτονες αποτελούν απλώς μία μεταξύ πλειόνων δυνάμεων εξουσίας, καθώς και αυτές στα εδάφη της Γερμανικής Αυτοκρατορίας κι αλλού στην Ευρώπη. Η κατάσταση είναι δυσχερέστατη, συγκρινόμενη με το άμεσο παρελθόν, αλλά όχι απαραίτητα καταδικαστική. Οι ίδιοι θα αναζητήσουν τρόπους επιβίωσης και, ει δυνατόν, ανάκτησης των χαμένων εδαφών. Ιστορικές εξελίξεις και συγκυρίες μάλλον απρόβλεπτες για τον άνθρωπο του τέλους του 15ου αιώνα θα φέρουν το οριστικό τέλος του Ordensstaat (Α). Όχι πάντως και του ίδιου του Τάγματος, το οποίο θα προσπαθήσει να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Σε σχέση με τα περασμένα μεγαλεία, θα μπορούσε να γίνει λόγος για παρακμή, ακόμη και για εκφυλισμό. Μια τέτοια εκτίμηση θα παρέβλεπε τη διαρκή προσπάθεια ενός τάγματος το οποίο, παρά τις τόσες αντιξοότητες, εξακολουθεί να υφίσταται, τυπικά τουλάχιστον, ακόμη και σήμερα (Β).

Α. Το τέλος του Ordensstaat

α. Ο αγώνας για την επιβίωση: Σε ό,τι έχει απομείνει από την Πρωσία το έργο της ανασυγκρότησης είναι δύσκολο. Ο πόλεμος προκάλεσε ανυπολόγιστες καταστροφές. Το 80 % των χωριών έχουν καταστραφεί ή εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους τους (Alain Demurger “Chevaliers du Christ – Les ordres religieux-militaires au Moyen Âge, XIe-XVIe siècle, εκδ. Seuil, Παρίσι, 2002, σελ. 271). Στη Λιβονία, το Τάγμα βρίσκεται σε διαρκή διαμάχη με τους άλλους δύο πόλους εξουσίας, δηλαδή την Εκκλησία και τους αστούς της Ρίγας και των μεγαλύτερων πόλεων. Ωστόσο, οι Τεύτονες αποτελούν σημαντική στρατιωτική δύναμη, ιδίως στη Λιβονία. Σ’ αυτό ακριβώς το στοιχείο στηρίζεται η ουσιαστικότερη ίσως από τις τελευταίες ελπίδες του Τάγματος για επιβίωση.

1. Σε αναζήτηση νέας νομιμοποίησης: Το Τάγμα χρειάζεται νέους αντιπάλους οι οποίοι θα νομιμοποιούν τη δράση του στα μάτια της χριστιανικής Ευρώπης. Πρέπει επομένως να πρόκειται για αλλόθρησκους ή έστω αλλόδοξους εχθρούς. Στη Λιβονία ο προφανής αντίπαλος είναι η όλο και ισχυρότερη ορθόδοξη Ρωσία: ήδη από το 1450 οι Τεύτονες Ιππότες κινητοποιούν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν τη ρωσική απειλή. Προκειμένου να αντιμετωπίσει καλύτερα τον κίνδυνο (αλλά και για να απομακρυνθεί από την πίεση που ασκούν ο αρχιεπίσκοπος και οι αστοί της Ρίγας), ο μάγιστρος της Λιβονίας Ιωάννης Βαλντχάους του Χέερζε μεταφέρει, γύρω στα 1470, την έδρα του στο Φέλλιν (σημερινό Βιλιάντι στην Εσθονία). Ο ηγεμόνας της Μόσχας και του Βλαντίμιρ, ο φιλόδοξος Ιβάν Γ΄ (σύζυγος της Ζωής – Σοφίας για τους Ρώσους – Παλαιολογίνας, η οποία θα φέρει σαν προίκα της τον βυζαντινό δικέφαλο αετό που πρόκειται να γίνει σύμβολο της ρωσικής μοναρχίας) θα απειλήσει σοβαρά τους καθολικούς της Λιβονίας: αφού κατακτήσει το Νόβγκοροντ και τις υπόλοιπες ρωσικές ηγεμονίες, ο Ιβάν στρέφεται προς δυσμάς. Το 1480 πολιορκεί το Φέλλιν, το 1492 κατασκευάζει το οχυρό του Ιβάνγκοροντ, ακριβώς απέναντι από το κάστρο των Τευτόνων στη Νάρβα, δυο χρόνια μετά συλλαμβάνει και φυλακίζει όλους τους Γερμανούς εμπόρους που βρίσκονται στο Νόβγκοροντ. Το καλοκαίρι του 1502, ο Βόλτερ του Πλέττενμπεργκ, μάγιστρος της Λιβονίας, ενισχυμένος με μισθοφορικά στρατεύματα που στρατολόγησε στη Γερμανία και βοηθούμενος από τους Λιθουανούς, κινείται εναντίον του Ρώσου ηγεμόνα. Στην αποφασιστική μάχη που θα δοθεί κοντά στη λίμνη Σμόλινα (13 Σεπτεμβρίου) ο ρωσικός στρατός θα συντριβεί.

Ο ιδανικός, όμως, αντίπαλος από άποψη νομιμοποίησης είναι οι Τούρκοι, που έχοντας κυριαρχήσει σε ολόκληρη τη βαλκανική χερσόνησο επιχειρούν να επεκταθούν προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Το Τάγμα αποφασίζει να συνδράμει τους Πολωνούς και τους Ούγγρους που βρίσκονται πια στην πρώτη γραμμή της σύγκρουσης με τους Οθωμανούς. Έτσι, το 1497 ο μέγας μάγιστρος Ιωάννης του Τίφεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμα του επικυρίαρχού του Πολωνού μονάρχη και προστρέχει να τον βοηθήσει με 4.000 άνδρες στον πόλεμο κατά των Τούρκων. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας και ενώ η στρατιά προχωρούσε κατά μήκος του Δνείστερου θα προσβληθεί από δυσεντερία και θα πεθάνει λίγες εβδομάδες αργότερα.

2. Σε αναζήτηση προστάτη: Το 1498, η συνέλευση του Τάγματος λαμβάνει μια απόφαση που σηματοδοτεί ουσιώδη πολιτική μεταστροφή: για πρώτη φορά εκλέγει για μεγάλο μάγιστρο πρόσωπο εκτός του Τάγματος. Ο εκλεκτός της συνέλευσης είναι ο Φρειδερίκος της Σαξονίας. Θέτοντας επικεφαλής του ένα Γερμανό ηγεμόνα, το Τάγμα αποκτά έναν ήδη ισχυρό αρχηγό με έτοιμες συμμαχίες και εκ των πραγμάτων μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ. Πράγματι, η πρώτη κίνηση του Φρειδερίκου είναι να αρνηθεί να ορκισθεί υποτέλεια στον βασιλέα της Πολωνίας. Ο Φρειδερίκος θέλει να διακηρύξει ότι το Τάγμα είναι ανεξάρτητο και έτσι σκοπεύει να πορευτεί στο μέλλον. Η Πολωνία σε πρώτο χρόνο δεν αντιδρά. Δώδεκα χρόνια αργότερα, το Τάγμα ακολουθεί την ίδια οδό, επιλέγοντας ξανά ένα Γερμανό ηγεμόνα ως μεγάλο μάγιστρο: τον Αλβέρτο του Βρανδεβούργου από τον οίκο των Χοεντσόλλερν. Ούτε ο Αλβέρτος δέχεται να δώσει όρκο υποτέλειας στον Πολωνό μονάρχη, αυτή τη φορά, όμως, οι Πολωνοί αντιδρούν. Η διαμεσολάβηση του αυτοκράτορα Κάρολου Κουίντου αποτυγχάνει, ο Αλβέρτος αρνείται να υποχωρήσει. Πρωσία και Πολωνία ετοιμάζονται για πόλεμο. Μια από τις σημαντικότερες καθολικές μοναρχίες κι ένα καθολικό τάγμα πρόκειται ν’ αλληλοσπαραχθούν την ώρα που η Γερμανία διχάζεται από το κήρυγμα του Λούθηρου. Ο αυτοκράτορας επιβάλλει ανακωχή στους δύο αντιπάλους. Και τότε θα συμβεί το φαινομενικά απροσδόκητο που θα σφραγίσει την ιστορία των Τευτόνων και της Πρωσίας.

β. Η στροφή στον Προτεσταντισμό – 1. Στην Ανατολική Πρωσία: Ο Αλβέρτος αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα: ταξίδεψε στη Βιττεμβέργη και συνάντησε τον Λούθηρο! Επιστρέφοντας στο Κένιγκσμπεργκ δήλωσε την απόφασή του να διαρρήξει τις σχέσεις του με την Αγία Έδρα, ασπαζόμενος το λουθηρανικό κήρυγμα, και να ελευθερωθεί από τους θρησκευτικούς όρκους του. Ειλικρινής πίστη στη διδασκαλία του Λούθηρου ή υπολογισμένη πολιτική απόφαση; Πιθανότατα και τα δύο (ο Αλβέρτος αλληλογραφούσε με τον Λούθηρο από το 1523 τουλάχιστον). Στην πλειονότητά τους, πάντως, οι ιππότες του Τάγματος στην Πρωσία τον ακολούθησαν: το 1523, το Ordensstaat μεταλλασσόταν σε κοσμικό δουκάτο πιστό στη Μεταρρύθμιση (Demurger, όπ.π., σελ. 272) !  Έπειτα, ο Αλβέρτος στράφηκε στην Πολωνία ζητώντας διαπραγματεύσεις: τον Απρίλιο του 1525 υπογράφηκε στην Κρακοβία συνθήκη ειρήνης. Ο Πολωνός βασιλέας Σιγισμούνδος Α΄, αναγνώρισε το δουκάτο της Ανατολικής Πρωσίας. Ο Αλβέρτος ορκίσθηκε υποτέλεια στον θρόνο της Πολωνίας και έλαβε το δουκάτο του ως κληρονομικό φέουδο πλέον. Οι αδελφοί του Τάγματος στη Γερμανία και στη Λιβονία αντέδρασαν στην, κατ’ αυτούς, προδοσία του Αλβέρτου του Βρανδεβούργου, που δεν δίστασε να δηλώσει υποτέλεια στους Πολωνούς με όρους πολύ πιο επαχθείς από αυτούς της δεύτερης συνθήκης του Τορν. Το 1526 εξέλεξαν ως μεγάλο μάγιστρο τον Βάλτερ του Κρόνμπεργκ, έως τότε μάγιστρο της Γερμανίας, και διεκδίκησαν την επιστροφή του Κένιγκσμπεργκ και της υπόλοιπης Ανατολικής Πρωσίας, προσφεύγοντας στο Δικαστήριο της Αυτοκρατορίας (Reichskammergericht). Μολονότι αυτό τους δικαίωσε με την απόφαση που εξέδωσε το 1532, ο Αλβέρτος πρόλαβε να συνάψει συμμαχίες με τους υπόλοιπους προτεστάντες ηγεμόνες και δεν κινδύνεψε ουσιαστικά ποτέ να χάσει το δουκάτο του.

2. Στη Λιβονία: Ο μάγιστρος Πλέττενμπεργκ δεν ακολούθησε το παράδειγμα του Αλβέρτου και παρέμεινε πιστός στη Ρώμη. Καθώς, όμως, η Μεταρρύθμιση κέρδιζε όλο και περισσότερους πιστούς, ακόμη και μεταξύ των ίδιων των ιπποτών, αναγκάστηκε να εκδώσει διάταγμα ανοχής προς τους προτεστάντες. Παρά τις όλο και αυξανόμενες αντιξοότητες, το Τάγμα κατόρθωσε να επιβιώσει στη Λιβονία για άλλα 40 περίπου χρόνια. Το μέλλον, όμως, διαγραφόταν όλο και πιο αβέβαιο μεταξύ της ρωσικής σφύρας και του πολωνικού άκμονος, ιδίως μετά την άνοδο του Ιβάν Δ΄ του Τρομερού στον ρωσικό θρόνο.  Το 1551 ο Ρώσος μονάρχης επέβαλε φόρο υποτέλειας στους Τεύτονες, το 1558 κατέκτησε τη Νάρβα και το Ντόρπατ, το 1561 το Φέλλιν. Ενδιαμέσως, οι Τεύτονες είχαν υποστεί συντριπτική ήττα από τους Ρώσους στο Έργκεμε (2 Αυγούστου 1560). Ταυτόχρονα Δανοί και Σουηδοί αποσπούσαν τμήματα της Εσθονίας. Έτσι, ο μάγιστρος της Λιβονίας Γοττάρδος Κέττλερ αποφάσισε να εφαρμόσει κατά γράμμα τη στρατηγική του Αλβέρτου του Βρανδεβούργου: ασπάσθηκε τον προτεσταντισμό και, στις 28 Νοεμβρίου 1561, σύναψε συνθήκη ειρήνης με την Πολωνία στο Βίλνιους. Ο Κέττλερ παρέδωσε τη Λιβονία στους Πολωνούς, απαρνήθηκε το Τάγμα, δήλωσε υποτέλεια στον Πολωνό μονάρχη και σε αντάλλαγμα έλαβε ως κληρονομικό φέουδο το δουκάτο της Κουρλάνδης. Όπως σημειώνει ο Ντεμυρζέ (όπ.π., σελ. 273) “η καθολικότατη Πολωνία, ορκισμένη εχθρός του καθολικού τάγματος των Τευτόνων κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων του Μεσαίωνα, είχε πλέον υποτελείς δύο προτεστάντες, κληρονόμους και ολετήρες ταυτόχρονα του Τάγματος στη Βαλτική!

Β. Ζωή χωρίς κράτος – Το Τάγμα στην υπηρεσία της Γερμανικής αυτοκρατορίας

Η απώλεια του κράτους της Ανατολικής Πρωσίας και των κτήσεων της Λιβονίας δεν σήμαινε και το τέλος του Τάγματος των Τευτόνων, το οποίο επέλεξε τη πλέον φυσική λύση για τα συμφέροντά του. Επικέντρωσε το ενδιαφέρον του και συνέδεσε τη μοίρα του με τη Γερμανική Αυτοκρατορία, ιδίως δε με τoν οίκο των Αψβούργων, οι εκπρόσωποι του οποίου σχεδόν μονοπωλούν τον αυτοκρατορικό θώκο ήδη από τα τέλη του 13ου αιώνα.

Η εξέλιξη αυτή έχει προετοιμαστεί σταδιακά, κυρίως από τους μάγιστρους της Γερμανίας. Άλλωστε, από το 1494 ο αυτοκράτορας Μαξιμιλιανός Α΄ ανακηρύσει τον μάγιστρο της Γερμανίας Ανδρέα του Γκρούμπαχ “ηγεμόνα της Αυτοκρατορίας” με εκλεκτορικά δικαιώματα (Reichsfürst), δηλαδή ανώτατο ευγενή με δικαίωμα ψήφου στην αυτοκρατορική Δίαιτα. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Γκούγκενάιμ (όπ.π., σελ. 590), ο μεγάλος μάγιστρος θα λάβει τον ίδιο τίτλο μόλις το 1524. Λαμβανομένης υπόψη της μεταστροφής στον προτεσταντισμό του Αλβέρτου του Βρανδεβούργου την επόμενη χρονιά, το Τάγμα είχε στις τάξεις του δύο εκλέκτορες μόλις για ένα χρόνο, μια και μετά την ανάδειξη του Βάλτερ του Κρόνμπεργκ στο ύπατο αξίωμα ο μεγάλος μάγιστρος είναι ταυτόχρονα και μάγιστρος της Γερμανίας. Βεβαίως, το Τάγμα έπρεπε να επιλέξει και νέα έδρα: ο Κρόνμπεργκ προτίμησε το Μέργκεντχάιμ στη Βυρττεμβέργη, πιο κοντά στους κύριους συγκοινωνιακούς άξονες από τη μέχρι τότε έδρα του μαγίστρου της Γερμανίας, το Μπουργκ Χόρνεκ (στην ίδια περιοχή, αλλά λίγο δυτικότερα).

α. Η περίοδος των στοχαστικών προσαρμογών – Το Τάγμα απέναντι στον προτεσταντισμό: Το πρόβλημα για τους Τεύτονες είναι ότι η μεταφορά της έδρας στη Γερμανία συμπίπτει με μια περίοδο κρίσεων, αναβρασμού και ταραχών. Η θρησκευτική διαμάχη μεταξύ Καθολικής Εκκλησίας και Μεταρρύθμισης ανοίγει τον ασκό του Αιόλου δίνοντας την ευκαιρία δυναμικής διεκδίκησης κοινωνικών και πολιτικών αιτημάτων. Είναι η εποχή της εξέγερσης που έμεινε στην Ιστορία ως ο Πόλεμος των Χωρικών (Bauernkrieg). Η εξέγερση προκαλεί μεγάλες καταστροφές στις κτήσεις των Τευτόνων: μεταξύ άλλων, τον Μάΐο του 1525 λεηλατείται και πυρπολείται το κάστρο του Χόρνεκ. Τα αρχεία του μαγίστρου της Γερμανίας καταστρέφονται. Αν, όμως, οι ταραχές ήταν ένα παροδικό πρόβλημα, το ζήτημα της θρησκευτικής διαμάχης έθετε σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη του καθολικού Τάγματος. Η Μεταρρύθμιση εξαπλωνόταν με ραγδαίους ρυθμούς στη Γερμανία: οι περισσότεροι από τους ιερείς του Τάγματος ασπάστηκαν γρήγορα τον προτεσταντισμό. Αν και η πλειονότητα των ιπποτών παρέμεινε πιστή στη Ρώμη, ωστόσο οι απώλειες ήταν σημαντικές, τόσο σε επίπεδο έμψυχου δυναμικού όσο και από οικονομική άποψη. Όταν σε μια περιφέρεια οι προτεστάντες ξεπερνούσαν τους καθολικούς, το Τάγμα κινδύνευε να τη χάσει. Έπρεπε, επομένως, να βρεθούν ευέλικτες λύσεις που θα επέτρεπαν τη συνύπαρξη διαφορετικών δογμάτων προς το συμφέρον του Τάγματος.

Στα μέσα του 16ου αιώνα, τρεις διοικητικές περιφέρειες των Τευτόνων είχαν περάσει στο στρατόπεδο της Μεταρρρύθμισης (Θουριγγία, Σαξονία, Ουτρέχτη). Η Έσση παρουσίαζε την απίστευτη ιδιατερότητα να είναι τρι-δογματική! Στο αξίωμα του βαΐλου της περιφέρειας εναλλάσσονταν καθολικοί, λουθηρανοί και καλβινιστές ιππότες (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 592). Οι υπόλοιπες περιφέρειες και ο μεγάλος μάγιστρος παρέμεναν στις τάξεις του καθολικισμού. Η ανάγκη να αποτραπεί ο διχασμός ή έστω να μειωθούν οι απώλειες οδήγησε τη γενική συνέλευση των Τευτόνων να αποφασίσει στο Μέργκεντχάιμ το 1557 ότι οι αδελφοί ήταν ελεύθεροι να επιλέξουν δόγμα, δίνοντας όμως όρκο ότι θα σέβονταν την κυριότητα των περιουσιακών στοιχείων του Τάγματος. Το 1575, στην Ερφούρτη, το Τάγμα αποφάσιζε ότι μπορούσε να δέχεται στις τάξεις του προτεστάντες και ως νέους ιππότες. Καταστατικό και κανονισμοί αναθεωρήθηκαν προκειμένου να διασφαλισθεί η μεγαλύτερη δυνατή θρησκευτική ελευθερία των μελών. Ο συνεκτικός κρίκος δεν ήταν πια ο καθολικισμός, αλλά η ένωση των αδελφών του Τάγματος στην τήρηση των τριών όρκων (πενίας, αγνότητας και υπακοής).

Οι Τεύτονες και η Αγία Έδρα: Η ρεαλιστική στάση του Τάγματος στο ζήτημα του προτεσταντισμού το απομάκρυνε μοιραία από την Αγία Έδρα, η οποία έτσι κι αλλιώς δεν έδειχνε εδώ και καιρό το ίδιο ενδιαφέρον για τη διασφάλιση των προνομίων των Τευτόνων (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 596). Το 1494, ο πάπας Ιννοκέντιος Η΄ δεν δίστασε να μεταβιβάσει, χωρίς τη συγκατάθεση του Τάγματος, στον διαβόητο καρδινάλιο (και μετέπειτα πάπα Αλέξανδρο Στ΄) Ροδρίγο Βοργία όλα τα περιουσιακά στοιχεία που είχαν οι Τεύτονες στη Σικελία. Ο Βοργίας, όταν έγινε πάπας, πούλησε την περιουσία αυτή στον αρχιεπίσκοπο της Σαραγόσας. Βεβαίως, το ίδιο το Τάγμα με την αδιαφορία που είχε επιδείξει για τις σικελικές κτήσεις του είχε εμμέσως βοηθήσει την όποια παπική αυθαιρεσία. Κάποτε στρατηγικής σημασίας, ως βάση ανεφοδιασμού των Αγίων Τόπων, η περιφέρεια της Σικελίας είχε από καιρό πέσει σε αφάνεια, όταν το Τάγμα είχε στρέψει το ενδιαφέρον του στη Βαλτική. Τώρα που το κράτος και οι κτήσεις της Βαλτικής χάνονταν και οι ιταλικές κτήσεις αποκτούσαν και πάλι οικονομικό και στρατηγικό ενδιαφέρον για τον αγώνα κατά των Τούρκων ήταν πολύ αργά! Όσες προσπάθειες κι αν έκαναν οι Τεύτονες για την ανάκτηση των περιουσιακών στοιχείων τους στη Νότια Ιταλία (μεσολάβηση των Αψβούργων ή διαφόρων καρδιναλίων) όλες έπεσαν στο κενό.

Χαρακτηριστικό της κατάστασης που επικρατούσε κατά τα τελευταία χρόνια της τευτονικής διοίκησης Σικελίας είναι και το ακόλουθο περιστατικό (Kristjan Toomaspoeg “Histoire des Chevaliers Teutoniques” εκδ. Flammarion, Παρίσι, 2001, σελ. 59): όταν το 1491 επισκέπτονται το διοικητήριο του Παλέρμου οι επιθεωρητές του Τάγματος διαπιστώνουν ότι η πραγματικότητα ξεπερνά τους χειρότερους φόβους τους. Ο Τεύτονας διοικητής στο Παλέρμο είναι ύποπτος για σειρά οικονομικών σκανδάλων, έχει πέντε τουλάχιστον ερωμένες κι αμέτρητα παιδιά, ενώ σπαταλά τα χρήματα του Τάγματος για να ικανοποιήσει το πάθος του για τα ακριβά ενδύματα και για τη χαρτοπαιξία. Ταυτόχρονα, όπως κι ένας ακόμη αδελφός του Τάγματος, κατηγορείται ότι διατηρεί ομοφυλοφυλικές σχέσεις με υπηρέτες. Ο ιερέας που υπηρετεί στην περιφερειακή διοίκηση Σικελίας συζεί με μια γυναίκα. Δύο άλλοι αδελφοί είναι κλεισμένοι στη φυλακή για κλοπή. Κι ο μοναδικός “καλός” Τεύτονας ιππότης της υπηρεσίας δεν μπορεί να αντιδράσει σ’ αυτό το κλίμα σήψης και διαφθοράς, για τον απλό λόγο ότι τον έχει ρημάξει το πιοτό!

Το Τάγμα στάθηκε πιο τυχερό όσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία του στα παπικά κράτη. Επέδειξε άλλωστε πολύ μεγαλύτερο κι έγκαιρο ενδιαφέρον γι’ αυτά, μια και ήταν απαραίτητα (από οικονομική άποψη) προκειμένου να συνεχίσει να έχει διπλωματική εκπροσώπηση στην παπική αυλή. Η μόνιμη αντιπροσωπεία των Τευτόνων στην Αγία Έδρα καθιστά δυνατή την καλύτερη υποστήριξη και διεκδίκηση των αιτημάτων του Τάγματος: διατήρηση των προνομίων που αποκτήθηκαν κατά τον Μεσαίωνα, τυπική και ουσιαστική ισότητα με το άλλο στρατιωτικό θρησκευτικό τάγμα (τους Ιωαννίτες) κ.ο.κ.

β. Οι Τεύτονες και η Αυτοκρατορία: Καθ’ όλη τη διάρκεια του 16ου αιώνα οι σχέσεις του Τάγματος με τον οίκο των Αψβούργων γίνονται όλο και στενότερες. Οι Τεύτονες διευρύνουν τους ορίζοντες της πολιτικής δράσης τους, αλλά χάνουν μέρος της αυτονομίας τους (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 593 επ.). Το 1590 εκλέγεται ως μεγάλος μάγιστρος ο αρχιδούξ Μαξιμιλιανός των Αψβούργων, ο οποίος τροποποιεί τους κανονισμούς του Τάγματος, επιβάλλοντας την υποχρέωση κάθε ιππότη να μετέχει σε πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Τούρκων για τουλάχιστον τρία χρόνια. Μετά τον Μαξιμιλιανό, στο αξίωμα του μεγάλου μαγίστρου ανέρχονται πλέον μόνο μέλη της οικογένειας των Αψβούργων ή των πιστότερων σ’ αυτούς οικογενειών ευγενών (όπως οι Βίττελσμπαχ). Συνήθως, ο μεγάλος μάγιστρος είχε και πλήθος άλλων τίτλων και αξιωμάτων (κοσμικών και εκκκλησιαστικών): ο Λεοπόλδος Γουλιέλμος της Αυστρίας (μεγάλος μάγιστρος από το 1641 έως το 1662) ήταν ταυτόχρονα και αρχιδούξ της Αυστρίας, επίσκοπος-ηγεμόνας του Πασσάου και του Στρασβούργου, αρχιεπίσκοπος Βρέμης και Μαγδεβούργου, ηγούμενος της ιστορικής μονής του Μούρμπαχ, αυτοκρατορικός αρχιστράτηγος και πολλά ακόμη.

Η πολεμική δράση του Τάγματος: Η ουσιαστική νομιμοποίηση της ύπαρξης του Τάγματος δεν έπαψε να είναι ο αγώνας κατά των απίστων. Οι Τεύτονες συμμετέχουν με τις περισσότερες στρατιωτικές δυνάμεις τους στις προσπάθειες των Αψβούργων να συγκρατήσουν την επεκτατική ορμή των Οθωμανών. Αργότερα θα συσταθεί ένα ειδικό σύνταγμα για τα μέλη του Τάγματος, το οποίο θα ονομασθεί Hoch- und Deutschmeister Regiment. Το σύνταγμα αυτό θα πολεμήσει μεταξύ άλλων για την υπεράσπιση της Ουγγαρίας από την τουρκική εισβολή (1696-98) και στην Ολλανδία εναντίον των δυνάμεων του Λουδοβίκου ΙΔ΄.

Το 1809, ο Ναπολέων διαλύει το Τάγμα των Τευτόνων σε όλα τα εδάφη της λεγόμενης “Συνομοσπονδίας του Ρήνου” και διανέμει την περιουσία τους στους διάφορους Γερμανούς ηγεμόνες. Το Τάγμα επιβιώνει μόνο στα εδάφη που εξακολουθούν να ελέγχουν οι Αψβούργοι. Μεταφέρει την έδρα του στη Βιέννη και, βάσει καταστατικού πλέον, επιλέγει τον εκάστοτε μεγάλο μάγιστρο αποκλειστικά μεταξύ των μελών της αυτοκρατορικής οικογένειας.  Το σύνταγμα των Τευτόνων θα παραμείνει στην υπηρεσία των Αψβούργων και της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας μέχρι την κατάλυση της μοναρχίας το 1918. Την επόμενη χρονιά, ο νόμος περί καταργήσεως των τίτλων ευγενείας [Gesetz vom 3. April 1919 über die Aufhebung des Adels, der weltlichen Ritter- und Damenorden und gewisser Titel und Würden (Adelsaufhebungsgesetz)] θα δώσει τυπικό τέλος στην ύπαρξη του Τάγματος. Ωστόσο, θα συνεχίσει να υφίσταται σύνταγμα πεζικού με το όνομα Hoch- und Deutschmeister Regiment. Μάλιστα, οι συνωμότες που ανέτρεψαν και δολοφόνησαν τον καγκελάριο Ντόλλφους φορούσαν τη στολή του συντάγματος αυτού! Μετά την προσάρτηση της Αυστρίας από τη ναζιστική Γερμανία (Anschluß), το σύνταγμα μοιράστηκε σε δύο που ανήκαν στην 44η Μεραρχία Πεζικού της Βέρμαχτ και πολέμησε κυρίως στο ρωσικό μέτωπο. Το ουσιαστικό τέλος του γράφτηκε στο Σταλινγκράντ.

Το ίδιο το Τάγμα των Τευτόνων, μετονομασμένο από το 1929 σε “Γερμανικό Τάγμα”, αποκτά τη μορφή αμιγώς εκκλησιαστικής οργάνωσης. Για πρώτη φορά οι μεγάλοι μάγιστροι είναι ιερωμένοι. Μετά το Άνσλους, το ναζιστικό καθεστώς απαγορεύει το Τάγμα και φυλακίζει ή εκτοπίζει τους αξιωματούχους του. Παρ’ όλα αυτά, το πάλαι ποτέ Τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών θα ανασυσταθεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Με έδρα πάντα τη Βιέννη συνεχίζει να υπάρχει ακόμη και σήμερα με αποστολή αποκλειστικά φιλανθρωπική (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 598/ Toomaspoeg, όπ.π., σελ. 161-162).

Κάπως έτσι το Τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών κατόρθωσε να διαβεί τους αιώνες για να φτάσει μέχρι τις μέρες μας. Λιγότερο εντυπωσιακή απ’ ότι στα χρόνια του Μεσαίωνα, η δράση του δεν υπήρξε αμελητέα. Σίγουρα, όμως, δεν έχει καμία σχέση με τον μύθο ή μάλλον τους μύθους του Τάγματος, όπως καλλιεργήθηκαν από δυνάμεις εξουσίας κι ιστορικούς.

ΙΙ. Υστεροφημία: η εικόνα και ο μύθος του Τάγματος μέσα από την ιστοριογραφία

Ποια ακριβώς ανάμνηση άφησε το Τάγμα στις περιοχές δράσης του; Ποια εικόνα του προτίμησαν να δώσουν οι εκάστοτε πολιτικές εξουσίες και η επίσημη ιστοριογραφία; Το εντυπωσιακό είναι ότι σχεδόν πάντα έχουμε να κάνουμε περισσότερο με ένα μύθο που μεταλλάσσεται αναλόγως των εποχών και των συγκυριών, παρά με μια ιστορικά πιστή εικόνα. Η στρατευμένη ιστοριογραφία και η προπαγάνδα κάνουν θαύματα! Ακολουθώντας την εμπεριστατωμένη ανάλυση στην οποία προβαίνει ο Γκούγκενάιμ στη μονογραφία του (όπ.π., σελ. 598-620), διαπιστώνουμε ότι ύστερα από μια εποχή απόρριψης της τευτονικής κληρονομιάς (Α), η ιστορία του Τάγματος χρησιμοποιήθηκε κατά το δοκούν από τον γερμανικό και τον πολωνικό εθνικισμό (Β).

Α. Η απόρριψη

Στην Πρωσία του 17ου αιώνα οι ιστοριογράφοι έρχονταν αντιμέτωποι με αγεφύρωτες αντιφάσεις: η οικειοποίηση της ένδοξης κληρονομιάς των Τευτόνων ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με την ανάγκη να αποκρουσθούν οι εδαφικές διεκδικήσεις του Τάγματος και με το κοινό αίσθημα που θεωρούσε τους Τεύτονες κατακτητές και καταπιεστές από τους οποίους αποκτήθηκε η ελευθερία χάρη στην εξέγερση του 1454. Για κάποιους η λύση συνίστατο σε μια εντελώς  αυθαίρετη διάκριση μεταξύ ενός Τάγματος που αναλαμβάνει τον ρόλο του εκπολιτιστή των ειδωλολατρών και του προστάτη των χριστιανών κατά τον 13ο-14ο αιώνα και ενός δεσποτικού κυρίαρχου του 15ου αιώνα. Άλλοι, πάλι, απέρριπταν συνολικά τους Τεύτονες ως βίαιους και άπληστους εισβολείς.

Η εχθρότητα προς το Τάγμα ήταν εντονότερη στην πολωνοκρατούμενη Δυτική και Κεντρική Πρωσία, παρά στο δουκάτο των Χοεντσόλλερν. Στο Κένιγκσμπεργκ κυβέρνησαν οι απόγονοι του Αλβέρτου μέχρι το 1618, όταν, μέσω γάμου, το δουκάτο πέρασε στα χέρια του μείζονος κλάδου των Χοεντσόλλερν, αυτού των εκλεκτόρων του Βρανδεβούργου. Από εδαφική άποψη το κράτος της Πρωσίας όπως το γνωρίζουμε στη νεότερη Ιστορία είχε ήδη συσταθεί. Το 1701, ο Φρειδερίκος της Πρωσίας απέκτησε τον τίτλο του βασιλέα, χάρη στην υποστήριξη που παρείχε στον αυτοκράτορα Λεοπόλδο Α΄ κατά τον Πόλεμο της Ισπανικής Διαδοχής. Η εξέλιξη αυτή θα επηρεάσει ριζικά τις κρατούσες αντιλήψεις σχετικά με το Τάγμα των Τευτόνων. Η εικόνα του Τάγματος επρόκειτο να σπιλωθεί από μια ιστοριογραφία (α) προτεσταντική, που απέρριπτε χωρίς συζήτηση ένα καθολικό τάγμα το οποίο υπηρετούσε τα παπικά συμφέροντα, (β) επηρεασμένη από τις ιδέες του Διαφωτισμού, εξ ορισμού εχθρικές προς οτιδήποτε μεσαιωνικό, συνδεδεμένο με την Εκκλησία και βεβαρυμένο με μια απροκάλυπτα επεκτατική πολιτική, και (γ) υποχρεωμένη να αγωνιστεί για τη νομιμοποίηση της μοναρχίας των Χοεντσόλλερν. Προτιμήθηκε έτσι να προβληθεί μια εντελώς αντίθετη προς την ιστορική πραγματικότητα ιδέα αδιάρρηκτης συνέχειας του πρωσικού έθνους: οι μεν υπήκοοι των Χοεντσόλλερν παρουσιάζονταν συλλήβδην ως απόγονοι των ιθαγενών Πρώσων, οι δε βασιλείς της Πρωσίας ως απόγονοι ενός μυθικού Πρώσου μονάρχη, ονόματι Βάιντεβουτ! Οι Τεύτονες βρέθηκαν εντελώς αποκλεισμένοι από τον ιδρυτικό μύθο της νεότερης Πρωσίας: κατακτητές χωρίς δικαιώματα (η δωρεά του Φρειδερίκου Β΄ των Χοχενστάουφεν ήταν άκυρη, μια κι ο αυτοκράτορας δεν μπορούσε να δανείσει κάτι που δεν του ανήκε), βίαιοι, ένοχοι σχεδόν γενοκτονίας (οι Πρώσοι συγγραφείς του 18ου αιώνα τους παρομοίαζαν με τους Ισπανούς κονκισταδόρες).

Β. Ο μύθος του Τάγματος στην υπηρεσία των εθνικισμών

α. Η εικόνα των Τευτόνων σύμφωνα με τον γερμανικό εθνικισμό: Τα πράγματα αλλάζουν σταδιακά, καθώς αρχίζουν να επικρατούν εθνικιστικές ιδέες. Ο παγγερμανισμός, οι φιλοδοξίες των Χοεντσόλλερν να διεκδικήσουν ηγεμονικό ρόλο στον ευρύτερο γερμανικό χώρο, η ανάγκη να αποκρουσθούν οι όποιες πολωνικές διεκδικήσεις, οδηγούν σε αποκατάσταση της εικόνας του Τάγματος (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 601 επ.). Ο πρωσικός, καταρχήν, εθνικισμός είχε κάθε λόγο να οικειοποιηθεί την ιστορική κληρονομιά των Τευτόνων, ένδοξων υπερασπιστών της Πρωσίας έναντι των Πολωνών. Η κίνηση βοηθούσε στην προώθηση αλυτρωτικών διεκδικήσεων σε βάρος του εξασθενημένου βασιλείου της Πολωνίας, ιδίως όσον αφορά τη Δυτική Πρωσία όπου οι εθνοτικές/ θρησκευτικές ταραχές μεταξύ προτεσταντών Γερμανών και καθολικών Πολωνών ήταν αρκετά συχνές. Η εκμετάλλευση του τευτονικού μύθου έγινε ακόμη εντονότερη με την εμφάνιση ενός γερμανικού πλέον εθνικισμού: τρία στοιχεία χαρακτήριζαν αυτή τη νέα γερμανική ερμηνεία της Ιστορίας: “βίαιη εχθρότητα έναντι της Πολωνίας, εκγερμανισμός της κληρονομιάς του Τάγματος [η οποία τίθεται στην υπηρεσία των φιλοδοξιών του γερμανικού έθνους κι όχι μόνον της Πρωσίας] και, τέλος, η ανάδειξη του Τάγματος σε πρότυπο, ιδρυτικό μύθο και παράδειγμα για το μέλλον” (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 603). Οι ιδέες αυτές θα χρησιμοποιηθούν ακόμη και ως ιστορικοφανής δικαιολόγηση των διαμελισμών της Πολωνίας (1772, 1793, 1795), χάρη στους οποίους το βασίλειο της Πρωσίας δεν θα ικανοποιήσει απλώς όλες τις εδαφικές διεκδικήσεις του όσον αφορά περιοχές που κάποτε ανήκαν στο Ordensstaat των Τευτόνων, αλλά θα αποκτήσει και εδάφη κατοικούμενα αποκλειστικά από πολωνικούς πληθυσμούς. Ο βασιλιάς της Πρωσίας Φρειδερίκος-Γουλιέλμος Δ΄ (1840-1862) επιχειρεί να επισκευάσει το κάστρο του Μαρίενμπουργκ, ενώ επισκέπτεται το πεδίο της μάχης του Τάννενμπεργκ αποτίοντας φόρο τιμής στους Τεύτονες. Προπαγάνδα και επίσημη ιστορία εκθειάζουν τους Τεύτονες ως “ανάχωμα” κατά των “βάρβαρων” Σλάβων και ως εκπολιτιστές των βαλτικών και σλαβικών λαών. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της τάσης, ο καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και “επίσημος” ιστορικός της πρωσικής μοναρχίας Χάινριχ φον Τράιτσκε (1834-1896): πρόχειρη και όλως επιλεκτική χρήση των πηγών, απροκάλυπτος εθνικισμός και ωμός “δαρβινισμός” (που εμφανίζει την εξολόθρευση των ιθαγενών Προυθηνών σαν ιστορική αναγκαιότητα), διακρίνουν το έργο ενός ιστορικού που διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τις αντιλήψεις των Γερμανών του τέλους του 19ου αιώνα σχετικά με το Τάγμα.

Οι ιδέες αυτές που εμφανίζουν τους Τεύτονες Ιππότες ως αρχέτυπο του Γερμανού πολεμιστή κυριαρχούν όλο και περισσότερο μετά την ένωση της Γερμανίας και το Β΄ Ράιχ. Στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, μετά την ταπεινωτική συνθήκη των Βερσαλλιών, συνδυάζονται με αλυτρωτικές τάσεις και τη δίψα για εκδίκηση: το Τάγμα υμνείται ως “Νέα Σπάρτη” και “πρότυπο της ιδανικής Γερμανίας”. Μαζί με άλλα σύμβολα όπως ο Αρμίνιος, η Αγία Γερμανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η Χάνζα, ο Φρειδερίκος Β΄ της Πρωσίας, το κράτος του Μαρίενμπουργκ παρουσιάστηκε ως “η μήτρα μιας νέας Γερμανίας, της οποίας το πεπρωμένο ήταν ν’ αναστηθεί μετά την ταπείνωση του 1919” (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 608). “Ο μύθος που δημιουργήθηκε γύρω από το Ordensstaat κατέστη ένα από τα συστατικά στοιχεία ενός ευρύτερου συνόλου, του μεγάλου γερμανικού μεσιανικού μύθου της δεκαετίας του 1920 και του Γ΄ Ράιχ” (Jean F. Neurohr “Der Mythos vom Dritten Reich. Zur Geschichte des National-Sozialismus” εκδ. Cotta, Στουτγάρδη 1957).

Παραδόξως (;), το ίδιο το Γ΄ Ράιχ δεν έδωσε στον τευτονικό μύθο παρά μια εντελώς επιφανειακή θέση (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 609). Στο “Mein Kampf”, ο Χίτλερ περιορίσθηκε σε μερικές αόριστες αναφορές στα ιπποτικά τάγματα, χωρίς να κατονομάζει τους Τεύτονες. Δύο μόνο στελέχη του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος έδειξαν ενδιαφέρον για τον μύθο του Τάγματος. Ο εκ των θεωρητικών του κόμματος Άλφρεντ Ρόσενμπεργκ διακατεχόταν από αληθινό πάθος για την ιστορία των Τευτόνων (πιθανότατα λόγω της καταγωγής του, μια και προερχόταν από τη γερμανική μειονότητα της Εσθονίας), αλλά δεν είχε ποτέ ιδιαίτερη επιρροή στα πολιτικά πράγματα (ο ίδιος ο Χίτλερ χαρακτήριζε τις θεωρίες του Ρόζενμπεργκ ως ασυναρτησίες). Πολύ σημαντικότερος ήταν βέβαια ο ρόλος του Χάινριχ Χίμμλερ ο οποίος χρησιμοποίησε το Τάγμα ως πηγή έμπνευσης και πρότυπο για την εκπαίδευση και οργάνωση των Ες Ες, διοργανώνοντας μεσαιωνικοφανείς τελετές σε κάστρα.

β. Η δαιμονοποίηση των Τευτόνων σύμφωνα με τον πολωνικό εθνικισμό: Όπως είναι λογικό, η εντελώς αντίθετη εικόνα επικράτησε στις πολωνικές αντιλήψεις. Για τους Πολωνούς οι Τεύτονες ήταν ο μισητός προαιώνιος εχθρός, αυτός που με πανουργία, κυνισμό και βία απείλησε την ύπαρξη του έθνους, σύμβολο και προάγγελος των μετέπειτα κατακτητών και καταπιεστών της Πολωνίας. Ο μύθος του απόλυτου δαίμονα πρωτοεμφανίζεται στο έργο του Γιαν Ντλούγκος (1415-1480) και επιστρέφει με μεγαλύτερη ένταση στα κείμενα του Ματθαίου Πραιτώριου (1635-1707), βασιλικού ιστοριογράφου στα χρόνια της ακμής της πολωνικής μοναρχίας (“Orbis gothicus“).  Μετά τους διαμελισμούς της Πολωνίας, ο “μαύρος” μύθος του Τάγματος συνδυάζεται με τον αλυτρωτισμό των κατακτημένων Πολωνών: οι Τεύτονες ενσαρκώνουν όλα τα εθνικιστικά στερεότυπα του εχθρού. Δεν είναι τυχαίο ότι δύο από τους μεγαλύτερους λογοτέχνες της Πολωνίας υιοθετούν άνευ όρων την αντίληψη αυτή, σε εποχές βεβαίως που ο πολωνικός εθνικισμός έχει χαρακτήρα απελευθερωτικού πατριωτισμού: πρόκειται για τον Άνταμ Μιτσκιέβιτς με το ποίημά του Κόνραντ Βάλλενροντ (1828) και τον Χένρυκ Σενκιέβιτς, ο οποίος συγγράφει μεταξύ 1897 και 1900 το επικό μυθιστόρημά του για τους Τεύτονες Ιππότες και τη μάχη του Τάννενμπεργκ. Αξίζει να σημειωθεί (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 613) ότι στα πολωνικά υπάρχουν δύο λέξεις με τη σημασία “σταυροφόροι”: Krzyzovy και Krzyżacy. Η πρώτη χρησιμοποιείται συνήθως για τους πολεμιστές στους Αγίους Τόπους. Η δεύτερη έχει αρνητικό σημασιολογικό περιεχόμενο και χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τους Τεύτονες Ιππότες. Αυτήν ακριβώς διάλεξε για τίτλο του μυθιστορήματός του ο Σενκιέβιτς.  Όσο για τους Πολωνούς ιστορικούς του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, κι αυτοί ακολούθησαν τη γραμμή του εθνικισμού.

Ωστόσο, η σύγκρουση των αντιμαχόμενων εθνικισμών είχε κάποιες παράπλευρες θετικές συνέπειες. Στην προσπάθειά τους να αποδείξουν τις θέσεις που θα δικαίωναν την πλευρά που υποστήριζαν, Γερμανοί και Πολωνοί ιστορικοί αναλώθηκαν σ’ έναν αδυσώπητο αγώνα ελέγχου της γνησιότητας των εγγράφων στα οποία στήριζαν δικαιώματα, τίτλους ιδιοκτησίας και προνόμια οι Τεύτονες ή η πολωνική μοναρχία. Σπάνια υπήρξε τόσο κριτική εξέταση των πηγών για ένα θέμα της Ιστορίας του Μεσαίωνα. Έπειτα, ποτέ δεν έλειψαν οι φωνές που αγωνίστηκαν για μια πιο επιστημονική και, ως εκ τούτου, αντικειμενική θεώρηση της Ιστορίας (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 613-617), όπως ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Κένιγκσμπεργκ Γιοχάννες Φόιγκτ (1786-1863) ή οι ιστορικοί του Μεσοπολέμου που δεν έκαναν εκπτώσεις στην αντικειμενικότητα του έργου τους προς όφελος των εθνικισμών.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ιστορία των Τευτόνων υπέφερε και πάλι εξαιτίας των κυρίαρχων πολιτικών αντιλήψεων, κυρίως στη Γερμανία. Στη μεν ΛΔΓ, οι Τεύτονες καταδικάζονταν ως ιμπεριαλιστές, καταπιεστές λαών και… πρώιμοι καπιταλιστές, ενώ στην ΟΔΓ οι ενοχές για το ναζιστικό παρελθόν σε συνδυασμό με το ότι ο μύθος του Τάγματος συνδέθηκε με την εθνικοσοσιαλιστική προπαγάνδα είχε ως αποτέλεσμα την αδιαφορία για το θέμα κι επομένως τη μείωση του σχετικού ερευνητικού έργου. Τις τελευταίες δύο τουλάχιστον δεκαετίες η κατάσταση έχει αλλάξει και στη Γερμανία και στην Πολωνία προς την κατεύθυνση της αντικειμενικής παρουσίασης της Ιστορίας, πλην όμως η διάδοση του επιστημονικού έργου δεν φαίνεται να ξεπερνά τα όρια των κύκλων των ειδικών και ένα περιορισμένο κοινό που ενδιαφέρεται για το θέμα. Η μεγαλύτερη αποτυχία των ιστορικών έγκειται στο ότι δεν έχουν ακόμη πετύχει να διαλύσουν τα στερεότυπα με τα οποία συνδέει το Τάγμα η κοινή γνώμη (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 620). Γιατί τελικά, η εικόνα που έχει για τους Τεύτονες ο σύγχρονος άνθρωπος δεν είναι άλλη από αυτήν της κατά Ειζενστέιν  δαιμονοποίησης…

Θύματα των μύθων και των στερεοτύπων που καλλιέργησαν οι διάφοροι εθνικισμοί και οι ψευδοϊστορικές υπεραπλουστεύσεις, οι Τεύτονες Ιππότες υπήρξαν πρωταγωνιστές μιας από τις πιο συναρπαστικές περιπέτειας της μεσαιωνικής και όχι μόνον Ιστορίας. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστέψουμε ότι τους οδήγησε κάποιο μυστηριώδες πεπρωμένο ή η αίσθηση μιας γερμανικής εθνικής ταυτότητας, ανύπαρκτης εξάλλου κατά τον Μεσαίωνα. Οι Τεύτονες ξεκίνησαν την πορεία τους σαν ένα στρατιωτικό θρησκευτικό τάγμα όπως όλα τ’ άλλα, ταγμένα στην υπεράσπιση των χριστιανικών εδαφών της Ανατολής. Οι συγκυρίες ήταν αυτές που τους έκαναν να στρέψουν βαθμιαία το ενδιαφέρον τους στις ακτές της Βαλτικής. Στην πρόκληση αυτή ανταποκρίθηκαν με απόλυτη επιτυχία. Βεβαίως, ως πολεμιστές και κατακτητές δεν υπήρξαν άγγελοι. Ούτε και δαίμονες, όμως, ή τουλάχιστον όχι πολύ περισσότερο απ’ ό,τι οι αντίπαλοί τους. Το πιο θαυμαστό επίτευγμά τους υπήρξε αναμφίβολα η ίδρυση και η οργάνωση του Ordensstaat της Πρωσίας, του πρώτου και σημαντικότερου κρατικού μορφώματος στο οποίο η εξουσία ταυτίστηκε μ’ ένα θρησκευτικό τάγμα. Το αξιοσημείωτο ήταν ότι παρά την ιδιομορφία του (τη μοναδικότητά του θα λέγαμε καλύτερα) το Ordensstaat πληρούσε απολύτως τις απαιτήσεις της εποχής του και μπορούσε να εμφανιστεί ως ιδανική πραγμάτωση των αντιλήψεων της χριστιανικής Ευρώπης του Μεσαίωνα. Η απώλεια της νομιμοποίησης που του παρείχε το σταυροφορικό έργο του και η τάση προς τη διαμόρφωση εθνικών κρατών επέσπευσαν το τέλος του. Κι άφησαν το πεδίο ελεύθερο για να αναπτυχθεί ο μύθος του Τάγματος.

Η ιστορία του Ρομάνο Μαϊράνο

Ιανουαρίου 4, 2011

Η υποδοχή της οποίας έτυχε το τελευταίο άρθρο μού έδωσε ιδιαίτερη χαρά. Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους τους φίλους σχολιαστές και αναγνώστες του ιστολογίου! Το μόνο πρόβλημα (ευχάριστο βέβαια) έγκειται στο ότι ένα άρθρο που επιτυγχάνει τους στόχους του δεν είναι ποτέ εύκολο να ακολουθηθεί από κάποιο ισάξιό του. Το “Γιατί ΔΕΝ επιστρέφουμε στον Μεσαίωνα”, που είχε χαρακτήρα… μανιφέστου για το ιστολόγιο αυτό, εξέφραζε ιδέες που έχουν αποκρυσταλλωθεί εδώ και χρόνια. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να βρεθεί η κατάλληλη στιγμή για να οργανωθεί με λογικό τρόπο η παρουσίασή τους και η σχετική επιχειρηματολογία. Κατ’ ανάγκη, η συνέχεια θα δοθεί με κάτι πολύ πιο απλό και ταπεινό ως προς τους στόχους του. Ίσως, άλλωστε, να ταιριάζει περισσότερο με το εορταστικό κλίμα των ημερών αυτών. Ο ήρωάς μας δεν είναι πολιτικός ή στρατιωτικός ηγέτης, ούτε μεγάλος καλλιτέχνης ή άνθρωπος του πνεύματος. Είναι ένας επιχειρηματίας, ένας έμπορος. Αυτό φαντάζομαι ότι θ’ αρέσει σε όσους φίλους του ιστολογίου θα επιθυμούσαν να διαβάσουν και κάποιον έπαινο για την ιδιωτική πρωτοβουλία και τον καπιταλισμό. Η περίπτωσή του, που μοιάζει εκ πρώτης όψεως ασυνήθιστη, δεν είναι μοναδική για την πατρίδα και την εποχή του. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ταραχώδης επιχειρηματική σταδιοδρομία του συμβολίζει με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τα έργα και τις ημέρες ενός από τα ισχυρότερα και πιο ιδιόμορφα κράτη του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα (αν όχι κι ολόκληρης της ανθρώπινης Ιστορίας): της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου.

Στους Ενετούς θα μπορούσε κανείς να προσάψει πολλά: άπληστοι έμποροι και αδίστακτοι αποικιοκράτες είναι δύο από τις συνηθέστερες κατηγορίες. Ωστόσο, πρέπει ταυτόχρονα να τους αναγνωριστούν πολλές αρετές. Μεθοδικοί, πειθαρχημένοι και οργανωτικοί (τα περισσότερα κάστρα και οχυρώσεις που βλέπουμε και σήμερα στη χώρα μας είναι δικά τους έργα), πρωτίστως δε άνθρωποι με λαμπρό επιχειρηματικό πνεύμα. Όταν διέκριναν σοβαρή πιθανότητα εμπορικού κέρδους, τίποτε δεν μπορούσε να τους αποθαρρύνει να αναλάβουν την πιο παράτολμη επιχειρηματική δράση. Ο Ενετός έμπορος δεν δειλιάζει ούτε μπροστά στους συνήθεις κινδύνους που ενέχει κάθε εμπορική δραστηριότητα, ούτε μπροστά σ’ αυτούς του θαλάσσιου ταξιδιού (στοιχεία της φύσης και πειρατές). Δεν τον φοβίζουν ούτε οι, εξίσου ικανοί κι αδίστακτοι, εμπορικοί ανταγωνιστές από την Γένοβα και την Πίζα, ούτε το ενδεχόμενο ξαφνικής επιδείνωσης των διπλωματικών σχέσεων της πατρίδας του με κάποιο από τα κράτη εντός του οποίου αναπτύσσει τις δραστηριότητές του (όπως η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, το Σουλτανάτο του Καΐρου ή τα φραγκικά κράτη της Συρίας και Παλαιστίνης).

Μολονότι το όνομά του είναι ίσως άγνωστο στον μέσο άνθρωπο της εποχής μας, ο Ρομάνο Μαϊράνο είναι αληθινός σταρ για όσους μελετούν την Ιστορία του Μεσαίωνα. Για λόγους εν μέρει συγκυριακούς, η σταδιοδρομία του είναι η πληρέστερα καταγεγραμμένη που διαθέτουμε. Η, ευτυχής για τους ιστορικούς, συγκυρία ήταν η εξής: η τελευταία απόγονος της οικογένειας Μαϊράνο αποφάσισε προς το τέλος της ζωής της να μονάσει. Αποσύρθηκε στο κοινόβιο του Αγίου Ζαχαρία όπου και μετέφερε τα οικογενειακά αρχεία, σώζοντάς τα από την καταστροφή (βλ. Jean-Claude Hocquet “Venise au Moyen Âge“, coll. Guides de Civilisations, εκδ. Belles Lettres, Παρίσι 2003, σελ. 271/ “La vie mouvementée du marchand Mairano”, περιοδικό Historia Thématique, αριθ. 88, τεύχος 3-2004, Μάρτιος-Απρίλιος 2004, σελ. 12-17). Χάρη σ’ αυτό το τυχαίο γεγονός, έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας κάπου διακόσια εμπορικά έγγραφα, στην πλειονότητά τους συμβάσεις, τα οποία μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε πλήρη εικόνα για την επιχειρηματική σταδιοδρομία του Ρομάνο Μαϊράνο, ενός ικανότατου και γενναίου Ενετού εμπόρου του 12ου αι. Η επιμονή, το θάρρος του, η αποφασιστικότητα και η αυτοπεποίθηση με την οποία αντιμετώπισε τις απογοητεύσεις της ζωής, η ικανότητά του να ορθοποδήσει μολονότι καταστράφηκε οικονομικά, αποτελούν ένα παράδειγμα προς μίμηση που δεν είναι διόλου άχρηστο σε μια εποχή κρίσης και δυσκολιών όπως η σημερινή.

Ι. Η σταδιοδρομία του Ρομάνο Μαϊράνο

Ας δούμε πώς συνοψίζουν την περιπετειώδη σταδιοδρομία του Μαϊράνο ο Ζαν-Κλωντ Οκέ (όπ.π.) και άλλοι ιστορικοί (Yves Renouard “Les hommes d’affaires italiens au Moyen Âge“, εκδ. Armand Colin, Παρίσι 1949, σελ. 56-59/Frederic Chapin Lane “Venice – A Maritime Republic“, The John Hopkins University Press, Βαλτιμόρη 1973, σελ. 52-53/ Christian Bec “Histoire de Venise“, coll. Que sais-je?, αριθ. 522, εκδ. PUF, Παρίσι 1993, σελ. 24-25/ Pierre Racine “Venise et son arrière-pays au temps de la Quatrième Croisade” σε Thomas F. Madden – επιμ. – “The Fourth Crusade: Event, Aftermath and Perceptions – Papers from the Sixth Conference  for the Study of the Crusades and the Latin East, Istanbul, Turkey, 25-29 August 2004“, εκδ. Ashgate 2004, σελ. 15 επ., ειδ. σελ. 23). Πρόκειται πιθανώς για γόνο οικογένειας ευγενών, πρόσφατα όμως εγκατεστημένων στο Ριάλτο. Τα ίχνη των πρώτων εμπορικών κινήσεων του ήρωά μας ανάγονται στα 1150: ο νεότατος τότε Μαϊράνο δανείζεται για την πρώτη εμπορική αποστολή του. Προφανώς η επιχείρηση αποδείχθηκε επικερδής, μια και εξοφλεί χωρίς προβλήματα το ποσό του δανείου. Δύο χρόνια αργότερα παντρεύεται. Η όχι υψηλή προίκα της γυναίκας του αποτελεί ένδειξη για το ότι ο Μαϊράνο ξεκίνησε την επιχειρηματική σταδιοδρομία του με μάλλον ταπεινά οικονομικά μέσα. Σχεδόν αμέσως μετά το γάμο μεταφέρει τις δραστηριότητές του στην Κωνσταντινούπολη (στα πρώτα ταξίδια του μεταφέρει συνήθως στη Βασιλεύουσα φορτία ξυλείας). Συνεργάζεται με τον αδελφό του, τον Σαμουήλ, και μαζί προβαίνουν στη σύσταση μιας οικογενειακής εταιρίας (fraterna societas). Έχουν τακτικές εμπορικές συναλλαγές με την ηπειρωτική Ελλάδα και τα παράλια της Μικράς Ασίας. Παράλληλα, ο Ρομάνο αγοράζει ακίνητα στη Βασιλεύουσα, η εκμετάλλευση των οποίων του αποφέρει ικανά κέρδη για να αναλάβει εμπορικές αποστολές μεγαλύτερης εμβέλειας: πλέον ταξιδεύει προς την Άκρα, την Τύρο, την Αντιόχεια και τα άλλα λιμάνια της φραγκικής Ανατολής, αλλά και προς τη μουσουλμανική Αλεξάνδρεια. Τα συμφέροντα του Μαϊράνο βρίσκονται κυρίως στην Ανατολή κι όχι στην πατρίδα του. Όταν το 1158 εξεγείρεται η κροατική Ζάρα κατά των Ενετών, η Γαληνοτάτη κηρύσσει γενική επιστράτευση των πολιτών της. Ο Μαϊράνο αδιαφορεί για την κλήση: προτιμά να πληρώσει το τεράστιο πρόστιμο που του επιβάλλεται, παρά να υπηρετήσει. Οι δουλειές του, άλλωστε, πηγαίνουν εξαιρετικά. Την ίδια περίοδο καταγράφονται τακτικές εμπορικές και τραπεζικές συναλλαγές του με το Τάγμα των Ναϊτών.

Το 1163, μετά από δεκαετή απουσία από τη μητρόπολη, ο Ρομάνο Μαϊράνο επιστρέφει στη Βενετία. Όχι για πολύ. Σκοπός του είναι η αγορά του πρώτου εμπορικού πλοίου του. Το 1165 τον βρίσκουμε στο χριστιανικό βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Χρηματοδοτεί ένα συμπατριώτη του έμπορο, τον Μάρκο Έντσιο: οι δύο άνδρες αποφασίζουν να ταξιδέψουν με το πλοίο του Μαϊράνο για να πουλήσουν τα εμπορεύματά τους. Από την Άκρα θα βρεθούν στον Χάνδακα της Κρήτης κι από εκεί είτε θα επιστρέψουν κατευθείας στην Άκρα ή στο επίνειο της Αντιόχειας, είτε θα συνεχίσουν ως την Αλεξάνδρεια για να επιστρέψουν από το αιγυπτιακό λιμάνι στη βάση τους. Πιθανότερο φαίνεται να προτιμήθηκε η δεύτερη εναλλακτική λύση. Άλλωστε το 1167 βρίσκουμε τον Μαϊράνο να κινείται μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Αλεξάνδρειας. Προς το τέλος, όμως, της ίδιας χρονιάς επιστρέφει στη Βενετία για να αγοράσει το δεύτερο πλοίο του, αγορά αναγκαία λόγω της ανάπτυξης του κύκλου των δραστηριοτήτων του. Δανείζεται από οχτώ πλούσιους συμπολίτες του συνολικό ποσό 796 υπέρπυρων. Το δάνειο θα επιστραφεί εντόκως την άνοιξη του 1168 (με επιτόκιο 44%!).

Τον Οκτώβριο του 1169 ο Μαϊράνο βρίσκεται πίσω στην Κωνσταντινούπολη, μολονότι οι ενετικές αρχές έχουν προειδοποιήσει τους πολίτες τους για τη ραγδαία επιδείνωση των διπλωματικών σχέσων μεταξύ της Γαληνοτάτης και του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού. Αρχικά, ο φίλος μας φαίνεται να δικαιώνεται για τη ριψοκίνδυνη απόφασή του. Οι δουλειές του στην Πόλη πηγαίνουν όλο και καλύτερα. Εκτός των άλλων, αναλαμβάνει τη διαχείριση της μεγάλης περιουσίας που διαθέτει στη Βασιλεύουσα ο λατίνος πατριάρχης του Γκράντο. Αποκτά επίσης το ιδιαιτέρως επικερδές μονοπώλιο της είσπραξης των δικαιωμάτων για τη ζύγιση των εμπορευμάτων των Ενετών της πόλης. Ωστόσο, το 1171 ξεσπά η καταιγίδα που πολλοί φοβούνταν: ο Μανουήλ διατάσσει τη σύλληψη και απέλαση όλων των Ενετών υπηκόων και τη δήμευση των περιουσιακών στοιχείων τους. Ο Μαϊράνο κατορθώνει να ξεφύγει με το πλοίο του που ήταν ελλιμενισμένο στην Κωνσταντινούπολη, σώζοντας κι αρκετούς συμπατριώτες του, χάνει όμως την περιουσία του. Κατεστραμμένος οικονομικά αδυνατεί να εξοφλήσει τους πιστωτές του. Δίχως να απογοητευτεί, ξαναρίχνεται στον αγώνα, στο δρομολόγιο Βενετία-Αλεξάνδρεια. Το καλοκαίρι του 1173 συμμετέχει με το πλοίο του στον ενετικό στόλο που πολιορκεί (ανεπιτυχώς) την Ανκόνα. Οι πολεμικές επιχειρήσεις αποτελούν πάντως την εξαίρεση στη σταδιοδρομία του Μαϊράνο. Τα χρόνια αυτά τον συναντούμε συνήθως να εμπορεύεται μεταξύ Βενετίας, Αλεξάνδρειας και Αγίων Τόπων. Κύριος χρηματοδότης του είναι η πάμπλουτη και ισχυρή οικογένεια Τζιάνι: ο δόγης (από το 1172 έως το 1178) Σεμπαστιάνο και ο γιος του (και μετέπειτα δόγης κι αυτός, 1205-1229) Πιέτρο, στους οποίους ο Μαϊράνο προμηθεύει φορτία πιπεριού και στυπτηρίας.

Πάντα τολμηρός κι έτοιμος να εκμεταλλευθεί νέους εμπορικούς δρόμους, ο Μαϊράνο διαβλέπει νέες ευκαιρίες στη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ της πατρίδας του και της παραδοσιακής αντιπάλου, της νορμανδικής Σικελίας του Γουλιέλμου Β΄ του Καλού, εξέλιξη που καθιστά ασφαλέστερη για τους Βενετούς τη ναυσιπλοΐα στα νότια και νοτιοδυτικά της Μεσογείου. Παραγγέλλει τη ναυπήγηση ενός ακόμη εμπορικού πλοίου και,ταξιδεύει στο Μαγκρέμπ (Μπουζί και Θέουτα), όπου προμηθεύεται μάλλινα και δέρματα, προϊόντα απαραίτητα για την ενετική βιοτεχνία ένδυσης. Το 1183 έχει πλέον καταφέρει να εξοφλήσει όλα τα χρέη του, και τα προ του 1171 και τα κατοπινά. Η Αλεξάνδρεια και η Άκρα παραμένουν οι βασικοί εμπορικοί προορισμοί του. Μετά το 1184, όταν αποκαθίστανται οι σχέσεις Βενετίας και Βυζαντίου, καθώς ο Ανδρόνικος Α΄ Κομνηνός δέχεται να καταβάλει και κάποιες αποζημιώσεις για τα δημευθέντα περιουσιακά στοιχεία των Ενετών της Πόλης, ο Μαϊράνο επιστρέφει στο δρομολόγιο προς Κωνσταντινούπολη. Φαίνεται μάλιστα ότι το 1190 μεταφέρει ξανά στη Βασιλεύουσα το κέντρο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του: είναι πιθανό ο θρίαμβος του Σαλαδίνου επί των σταυροφορικών κρατών της Ανατολής να έπεισε τον ήρωά μας ότι η Αλεξάνδρεια δεν ήταν πια το ίδιο ασφαλής ως εμπορική βάση. Έχοντας φτάσει σε μάλλον προχωρημένη ηλικία σταματά να ταξιδεύει, αναθέτοντας τις εμπορικές αποστολές στους γιους του. “Περιορίζεται” στον ρόλο του χρηματοδότη και στη διαχείριση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας του. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή χρονολογία ή τον τόπο θανάτου του (Βενετία, Κωνσταντινούπολη ή μήπως Αλεξάνδρεια;), είμαστε όμως βέβαιοι ότι άφησε τον εμπορικό του οίκο σε ανθηρή κατάσταση, καθιστώντας τον μια από τις σπουδαιότερες επιχειρήσεις της Μεσογείου.

ΙΙ. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ενετικού εμπορίου κατά τον Μεσαίωνα

1. Ένα οικουμενικό εμπόριο χωρίς διακρίσεις και φραγμούς: Οι Ενετοί, όπως και γενικά οι έμποροι από τις άλλες ναυτικές δημοκρατίες της Ιταλίας (αρχικά, έως και τον 11ο αι., το Αμάλφι, και μετέπειτα τη Γένοβα και την Πίζα) συνδέουν εμπορικά την καθολική Δύση, το ορθόδοξο Βυζάντιο και τον μουσουλμανικό κόσμο. Μεταφέρουν στην Ανατολή κυρίως πρώτες ύλες (ξυλεία και μέταλλα) και γυρίζουν στη Δύση με προϊόντα πολυτελείας για τις εύπορες τάξεις (μπαχαρικά, μεταξωτά από το Βυζάντιο, κοσμήματα και χειροτεχνήματα), χωρίς να περιφρονούν και την εμπορία φθηνότερων ειδών πρώτης ανάγκης (μάλλινα και δερμάτινα) (βλ. Jean-Claude Hocquet, La vie mouvementée du marchand Mairano, όπ.π.). Η βασική τους επιδίωξη είναι το κέρδος και, όπως είναι φυσικό, δεν υπόκειται σε φραγμούς: όταν εμπορεύονται όπλα (ασπίδες, δόρατα, ξίφη) ή πρώτες ύλες για στρατιωτικό εξοπλισμό (ξυλεία και μέταλλα) εφαρμόζουν, χωρίς αναστολές, τη διαχρονική πολιτική των εμπόρων όπλων, πωλώντας και στις δύο εμπόλεμες πλευρές, δηλ. τους μουσουλμάνους της Αιγύπτου και τους χριστιανούς της Ιερουσαλήμ, της Τρίπολης και της Αντιόχειας. Οι παπικές απαγορεύσεις κι αφορισμοί, ή οι αποφάσεις των χριστιανών ηγεμόνων δεν πτοούν τους Ενετούς, οι οποίοι συνεχίζουν τις εμπορικές δραστηριότητες με τους “απίστους”.

Οι δραστηριότητες αυτές εξαρτώνται άμεσα από την ασταθή διπλωματική ισορροπία μεταξύ των διαφόρων δυνάμεων της Μεσογείου. Για ιστορικούς λόγους το Βυζάντιο αποτελεί τον κατεξοχήν εμπορικό εταίρο των Ενετών (ήδη από τον 11ο αι. και επί Αλέξιου Κομνηνού οι Ενετοί έμποροι τυγχάνουν πλήρους απαλλαγής από το κομμέρκιο, δηλαδή τον φόρο ύψους 10% επί της αξίας των εμπορευμάτων), εντούτοις, όπως αποδεικνύει και η ζωή του Μαϊράνο, οι σχέσεις Βενετίας και Βυζαντίου είναι ταραχώδεις. Επομένως, συμφέρον της Βενετίας είναι να διατηρεί πάντα εναλλακτικές εμπορικές οδούς. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορικής περιόδου που εξετάζουμε, βασικό μέλημα των ενετικών αρχών είναι να κρατούν ανοιχτή μία τουλάχιστον από τις τρεις βασικές οδούς (Βενετία-Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια λιμάνια της Μικράς Ασίας ή της Μαύρης Θάλασσας, Βενετία-Αλεξάνδρεια, Βενετία-χριστιανικά λιμάνια της Συρίας και Παλαιστίνης). Φυσικά κάθε νέα προοπτική εμπορικού δρόμου είναι ευπρόσδεκτη για τη Γαληνοτάτη. Το διαπιστώσαμε, άλλωστε, με το παράδειγμα των λιμανιών της βορειοδυτικής Αφρικής.

Εξαιρουμένων των μάλλον σύντομων περιόδων εχθρότητας, τα ξένα κράτη βλέπουν θετικά τις δραστηριότητες των Ενετών εμπόρων. Στα περισσότερα λιμάνια (Αλεξάνδρεια, Άκρα, Τύρος, Κωνσταντινούπολη κ.λπ.) τους παραχωρείται εμπορικός σταθμός (fondaco, από το αραβικό funduk, με αμφιλεγόμενο ελληνικό έτυμο τη λέξη “πανδοχείο”, βλ. René Fédou e.a. “Lexique historique du Moyen Âge“, coll. cursus, εκδ. Armand Colin, Παρίσι 1995, λήμμα fondaco, σελ. 74), όπου οι έμποροι συναλλάσσονται με μεγαλύτερη ευκολία, ενώ το κράτος υποδοχής μπορεί να εισπράξει άμεσα φόρους και δασμούς επί των εμπορευμάτων. Παράλληλα, οι Ενετοί (κι οι υπόλοιποι Ιταλοί) έμποροι έχουν στα λιμάνια αυτά τις συνοικίες τους (με την εκκλησία, αφιερωμένη συνήθως στον Άγιο Μάρκο, τον φούρνο. τον μύλο και τα λουτρά τους), όπου ζουν όπως και στην πατρίδα τους, ενώ τα συμφέροντά τους τα εκπροσωπεί ένας ομοεθνής τους πρόξενος.

2. Καινοτόμες μορφές συμβάσεων και εταιριών: Η εφευρετικότητα των Ενετών εμπόρων εκφράζεται με νέες μορφές εμπορικών συμβάσεων και εταιριών. Συχνή είναι η περίπτωση της ρογκαντία: η κεφαλαιουχική εταιρία που έχει την κυριότητα των εμπορευμάτων αναθέτει την πώλησή τους σ’ έναν έμπορο έναντι αμοιβής (Christian Bec, όπ.π., σελ. 17). Η επιχείρηση αποδεικνύεται συνήθως ιδιαίτερα επωφελής και για τον ταξιδιώτη έμπορο. Μπορεί να μη συμμετέχει στα εταιρικά κέρδη, αλλά εκτός της προκαθορισμένης αμοιβής έχει τη δυνατότητα να προβεί κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και σε δικές του συναλλαγές. Για παράδειγμα, το 1156, στο πλαίσιο μιας ρογκαντία, ο Μαϊράνο είναι υπεύθυνος για τη μεταφορά και πώληση εμπορευμάτων στη γραμμή Κωνσταντινούπολη-Σμύρνη-Αλεξάνδρεια. Παρότι δεν έχει συμμετοχή στα κέρδη της εταιρίας, αποκτά σημαντικά ποσά παίρνοντας την πρωτοβουλία να προσθέσει και να πωλήσει και δικά του εμπορεύματα στη διαδρομή.

Ακόμη συχνότερη, όμως, είναι η περίπτωση των εταιρικών μορφών στις οποίες ο έμπορος δεν παρέχει απλώς εργασία, αλλά συμμετέχει και στα κέρδη, συνήθως δε και στο εταιρικό κεφάλαιο. Η σύμβαση έχει  περιορισμένη χρονική ισχύ (μπορεί να αφορά μία μόνον εμπορική αποστολή) και συνάπτεται μεταξύ ενός ή πλειόνων κεφαλαιούχων-χρηματοδοτών και ενός εμπόρου, ο οποίος καθίσταται υπεύθυνος για την πώληση των εμπορευμάτων.  Στη μορφή της κομμέντα (την οποία χρησιμοποιούν συνήθως στη Γένοβα), ο έμπορος δεν μετέχει στο κεφάλαιο, κρατά όμως το 1/4 των κερδών, αποδίδοντας τα υπόλοιπα στους κεφαλαιούχους. Σύμφωνα, όμως, με τη βενετσιάνικη εκδοχή της κομμέντα, δηλ. την κολλεγκάντσα, ο χρηματοδότης παρέχει το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου (συνήθως τα 2/3), ενώ ο έμπορος συνεισφέρει με το υπόλοιπο κεφάλαιο.  Τα κέρδη της επιχείρησης μοιράζονται μεταξύ βασικού κεφαλαιούχου και εμπόρου στο μισό, ενώ τυχόν ζημίες κατανέμονται αναλόγως της εισφοράς του κάθε εταίρου (René Fédou e.a., όπ.π., λήμματα colleganza και commenda, σελ. 42-43/ Christian Bec, όπ.π.). Ως εκ της φύσεώς της, η κολλεγκάντσα είναι ιδιαιτέρως συμφέρουσα για τον έμπορο που μετέχει σ’ αυτήν.

Το αρχείο του Μαϊράνο μας προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κολλεγκάντσας. Το 1167, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου όπου ήταν τότε εγκατεστημένος, ο Μαϊράνο συνάπτει εμπορική σύμβαση με έναν άλλο Βενετό έμπορο, τον Ντομένικο Γιάκομπ. Για τους σκοπούς της εταιρίας, ο Μαϊράνο παρέχει το πλοίο του οποίου είναι ιδιοκτήτης και συμμετέχει με τα 2/3 του κεφαλαίου (κι επομένως των εμπορευμάτων), ενώ ο συνεταίρος του συμμετέχει με το 1/3 του κεφαλαίου και αναλαμβάνει το επιχειρησιακό σκέλος: ο Γιάκομπ θα συνοδέψει τα εμπορεύματα στο ταξίδι από την Αλεξάνδρεια στον Αλμυρό της Μαγνησίας. Στη συνέχεια, θα ενωθεί με την πρώτη ενετική μούδα (βλ. κατωτέρω) που κατευθύνεται στην Κωνσταντινούπολη. Στη Βασιλεύουσα θα λάβει χώρα κι η απόδοση λογαριασμών: ο Γιάκομπ θα επιστρέψει στον Μαϊράνο το κεφάλαιό του (τα 2/3 του εταιρικού), καθώς και το ήμισι των κερδών που απέφερε η επιχείρηση, ενώ ο ίδιος θα κρατήσει το δικό του μερίδιο από το κεφάλαιο (1/3) και τα άλλα μισά κέρδη. Η κολλεγκάντσα, με τις διάφορες παραλλαγές της, συντελεί ευεργετικά στη συσσώρευση κεφαλαίων και γενικά στην ανάπτυξη της εμπορικής κίνησης: ο έμπορος που έχει την ευθύνη της επιχείρησης, συνοδεύοντας το εμπόρευμα, έχει την άδεια να προβεί σε οποιεσδήποτε αγοραπωλησίες κρίνει επικερδείς. Εκμεταλλευόμενος τις διαφορές τιμών των εμπορευμάτων μεταξύ των διαφόρων σταθμών του, πολλαπλασιάζει τα κέρδη της εταιρίας, αλλά και τα προσωπικά του κέρδη.

Παράλληλα, στο πλαίσιο του ενετικού εμπορίου παρατηρείται ευρεία χρήση νέων μέσων που διευκολύνουν τις συναλλαγές και την εμπορική δραστηριότητα εν γένει: αξιόγραφα (κυρίως η συναλλαγματική), διπλή λογιστική (κατά πάσα πιθανότητα ενετική εφεύρεση), αλληλόχρεοι λογαριασμοί κ.λπ.

3. Ο τυπικός  Ενετός έμπορος: Η εκπαίδευση και η κατάρτιση του Ενετού εμπόρου αρχίζει από πολύ νωρίς. Έφηβος ακόμη θα μπαρκάρει και θα του ανατεθούν ορισμένα εμπορεύματα τα οποία θα αναλάβει να πωλήσει. Η μαθητεία του θα συνεχιστεί σε κάποιο λιμάνι του εξωτερικού, δίπλα σε συγγενή ή τον τοπικό συνεργάτη της οικογενειακής εταιρίας. Ολοκληρώνοντας τη μαθητεία του, θα αναλάβει ο ίδιος τον ρόλο συνεργάτη και θα αρχίσει τα εμπορικά ταξίδια.

“Με τα χρόνια κι όταν φτάσει η κατάλληλη στιγμή, αφού κάνει περιουσία, θα επιστρέψει στη Βενετία και θα γίνει επιτέλους οικογενειάρχης. Θα συνεχίσει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες. θ’ αναμιχθεί στην πολιτική, θα κάνει επενδύσεις… Σε αντίθεση προς τους Φλωρεντινούς ομολόγους του με τις φιλολογικές ανησυχίες τους, ο Ενετός έμπορος έχει πρακτικό πνεύμα και γνώσεις κυρίως τεχνικές” ((Christian Bec, όπ.π., σελ. 40). Τα εφόδιά του είναι η εμπειρία, οι γερές βάσεις λογιστικής και γεωγραφίας, η καλή γνώση των ξένων γλωσσών που μιλούν οι αλλοδαποί πελάτες του.

Χαρακτηριστικό του Ενετού επιχειρηματία, όπως είδαμε στην περίπτωση του Ρομάνο Μαϊράνο, είναι ακριβώς η συμμετοχή του σε πολλές εταιρίες διαφορετικών τύπων και εμβέλειας. Εναλλάσσεται στους ρόλους του κεφαλαιούχου και του εμπόρου. Με τον τρόπο αυτό ελαχιστοποιεί τους εμπορικούς κινδύνους, σε τέτοιο σημεία που δεν καταφεύγει σχεδόν ποτέ στην ασφάλιση των εμπορευμάτων του (όπως κάνουν συστηματικά οι Φλωρεντινοί).

4. Μια κρατικώς ελεγχόμενη οικονομία: Το ενετικό οικονομικό θαύμα, πάντως, δεν θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα αποκλειστικά χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Η οικονομία της Βενετίας κατευθύνεται κι ελέγχεται από το Δημόσιο. Η Γαληνοτάτη καθορίζει τα δρομολόγια, τον χρόνο απόπλου και τα εκάστοτε φορτία εμπορευμάτων για τις μούδες (mude), τις οργανωμένες ναυτικές αποστολές που αναχωρούν τακτικά για τους βασικούς εμπορικούς προορισμούς : στα… κονβόϊ αυτά συμμετέχουν εμπορικά πλοία ιδιωτών που συνοδεύονται από γαλέρες, συνήθως ιδιοκτησίας του Δημοσίου. Οι γαλέρες, η καθεμία με 200 κωπηλάτες και 20 βαλλιστριδοφόρους, μεταφέρουν τα μεγάλης αξίας εμπορεύματα και αποτελούν εγγύηση για την ασφάλεια των εμπορικών πλοίων των ιδιωτών. Οι προδιαγραφές ασφάλειας των πλοίων των ιδιωτών, ο εξοπλισμός, το πλήρωμα και οι συνθήκες ασφάλειας και υγιεινής στα πλοία καθορίζονται με νόμους και διοικητικές πράξεις του ενετικού κράτους, ενώ η τήρησή τους ελέγχεται από τους δημοσίους υπαλλήλους. Επιπλέον, η Γαληνοτάτη ρυθμίζει λεπτομερώς τις εμπορικές δραστηριότητες αλλοδαπών σε ενετικό έδαφος, έχει το μονοπώλιο άλατος, ελέγχει αυστηρά το εμπόριο των βασικών καταναλωτικών αγαθών. Τέλος, απαγορεύει στις ενετικές τράπεζες τη δανειοδότηση αλλοδαπών προκειμένου το χρήμα τους να είναι διαθέσιμο αποκλειστικά στους Ενετούς υπηκόους και, φυσικά, στο ίδιο το κράτος (Christian Bec, όπ.π., σελ. 38-39).

Με όλες τις ιδιαιτερότητές της ή τα χαρακτηριστικά που μοιάζουν ασύμβατα με την εποχή μας, η ενετική οικονομία και οι πρωταγωνιστές της διακρίνονται από πολλά στοιχεία ικανά να αποτελέσουν χρήσιμα διδάγματα για τις δύσκολες εποχές που διανύουμε. Θάρρος, επιμονή, ευρύτητα πνεύματος και αξία της προσωπικής προσπάθειας (όπως σημείωνε κι ο Υβ Ρενουάρ “οι μεγάλες περιουσίες οφείλονταν στις πολλές μικρομεσαίες εταιρίες και στη συσσώρευση μικρών κερδών”). Κι όλα αυτά σε πλαίσιο αγαστής συνεργασίας ανάμεσα στην ιδιωτική πρωτοβουλία και το ενετικό Δημόσιο. Διαχρονικά ωφέλιμα μου μοιάζουν όλα αυτά.

Καλή χρονιά, με υγεία, ευτυχία και δημιουργικότητα στις φίλες και στους φίλους του ιστολογίου!

Γιατί ΔΕΝ επιστρέφουμε στον Μεσαίωνα!

Δεκεμβρίου 18, 2010

Σύντομο απολογητικό σημείωμα, πριν περάσουμε στο κυρίως θέμα: λόγω αυξημένων οικογενειακών υποχρεώσεων έχουν περάσει σχεδόν δύο μήνες από την τελευταία ανανέωση του ιστολογίου. Επιπλέον, καθώς το τελευταίο διάστημα βρίσκομαι μακριά από τη βάση μου (και συνακόλουθα μακριά από τη βασική βιβλιοθήκη μου), αδυνατώ να παρουσιάσω, όπως θα έπρεπε, ό,τι έχω υποσχεθεί, δηλαδή το τελευταίο μέρος της ιστορίας των Τευτόνων ιπποτών. Με το νέο έτος θα ρυθμισθεί και το ζήτημα αυτό. Προς το παρόν, επειδή δεν μου πάει ν’ αφήσω κι άλλο το ιστολόγιο σε λήθαργο, λέω ν’ ασχοληθούμε με ένα θέμα γενικότερου ενδιαφέροντος, σχεδόν επικαιρότητας θα τολμούσα πω.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε στον δυτικό κόσμο μια ραγδαία επιδείνωση της κατάστασης όσον αφορά τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα και, ως εκ τούτου, τις ίδιες τις συνθήκες ζωής μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Η δυσμενέστατη αυτή εξέλιξη οφείλεται κυρίως στη συνδυασμένη πίεση που ασκούν δύο παράγοντες: αφενός, η σχεδόν ολοκληρωτική επικράτηση νεοφιλελεύθερων ιδεών (που εκπορεύονται από επιχειρηματικούς κύκλους, ΜΜΕ και διάφορους στοχαστές – εντός ή εκτός εισαγωγικών – και πολιτικούς), τις οποίες (μάλλον παραδόξως) ασμένως έχουν αποδεχτεί οι πολιτικές ηγεσίες των περισσοτέρων κρατών, καθώς και διάφοροι υπερεθνικοί οργανισμοί, αφετέρου, η πανθομολογούμενη οικονομική κρίση (που οφείλεται σε εγγενείς παθογένειες του καπιταλιστικού συστήματος οργάνωσης των σύγχρονων κοινωνιών, τις οποίες εν πολλοίς έχουν οξύνει οι προαναφερθείσες νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες και οι πρακτικές των οικονομικών παραγόντων). Ειδικά στη χώρα μας η επιδείνωση αυτή είναι κάτι παραπάνω από σαφής, συντελείται δε με ρυθμούς όλο και πιο ραγδαίους και με τρόπους βίαιους και κυνικούς. Την υπόθεση τη γνωρίζουμε όλοι: επιδίωξη απότομης συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα, ο οποίος κρίνεται ως εξ ορισμού “κακός, άχρηστος κι επιζήμιος” (χωρίς να γίνεται ποτέ συζήτηση για την ορθολογική αναδιοργάνωσή του και την καταπολέμηση των παθογενειών του προκειμένου να καταστεί λειτουργικότερος και αποδοτικότερος),  ενώ οι εργαζόμενοι σ’ αυτόν στοχοποιούνται συλλήβδην ως αδικαιολόγητα προνομιούχοι και προτείνεται η καταδίκη τους στην πυρά ή τη γκιλλοτίνα. Κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων σε βαθμό αδιανόητο, ψαλίδισμα των κοινωνικοασφαλιστικών δικαιωμάτων, εξαφάνιση κάθε στοιχείου κοινωνικής πρόνοιας με “λογικές” ψευδοεξοικονόμησης πόρων. Συνολικά διαπιστώνεται μια τάση που θέτει τελικά εν αμφιβόλω την ύπαρξη της ίδιας της ουσίας του δημοκρατικού κράτους δικαίου και πρόνοιας που γνωρίζουμε. Αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε ότι ίσως η κατάσταση που ζήσαμε ως τώρα δεν ήταν παρά ένα απλό διάλειμμα ευημερίας και δικαιοσύνης που αφορούσε ένα μικρό χρονικό διάστημα μέσα στην απεραντοσύνη του ιστορικού χρόνου (δηλ. μερικές δεκαετίες, κυρίως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) κι ένα περιορισμένο κομμάτι της ανθρωπότητας (τον δυτικό κόσμο που λέγαμε και πιο πάνω). Επιστρέφουμε πλέον σε εποχές του παρελθόντος, πολύ πιο σκληρές απ’ ό,τι γνωρίσαμε στο σύντομο διάστημα μιας ανθρώπινης ζωής.

Επιστροφή στο παρελθόν λοιπόν, αλλά σε ποιό ακριβώς; Εδώ φαίνεται να υπάρχει ομοφωνία. Επιστρέφουμε στον Μεσαίωνα! Το λένε τόσοι άνθρωποι που δικαιολογημένα αγανακτούν και αντιδρούν στις διαφαινόμενες εξελίξεις. Ανάμεσά τους και πολλοί φίλοι (της πραγματικής ζωής και διαδικτυακοί), αλλά και άνθρωποι τους οποίους, χωρίς να γνωρίζω προσωπικά, θαυμάζω για τις πάντα εναργείς και εύστοχες πολιτικές και κοινωνικές τους αναλύσεις. Χαρά ο φίλος σας που θα έχει την τύχη να ζήσει την αναβίωση της αγαπημένης του ιστορικής περιόδου; Όχι ακριβώς. Γιατί αν νομίσατε προς στιγμήν ότι ο Ρογήρος ετοιμαζόταν να σας σερβίρει ένα (μάλλον κοινότοπο) ποστ πολιτικού περιεχομένου, πασπαλισμένο έστω με λίγη νοσταλγία κάνατε λάθος. Ο Ρογήρος θα συνεχίσει το βιολί του που είναι η υπεράσπιση της πιο συκοφαντημένης εποχής της Ιστορίας. Γιατί η φράση περί επιστροφής στον Μεσαίωνα δεν είναι παρά ένα ακόμη στερεότυπο που συνήθως εκφέρεται με όρους συμβατικού λόγου (είναι κάτι που το κοινό αναμένει και κατανοεί με σαφώς συγκεκριμένους όρους), χωρίς να προϋποθέτει διαδικασία επιβεβαίωσης ως προς την ιστορική αλήθεια. Συνήθως, αλλά όχι πάντα. Ορισμένοι από τους υποστηρικτές της ανάλυσης αυτής επιχειρούν να τεκμηριώσουν την άποψή τους, αναζητώντας σε θεωρητικό επίπεδο αναλογίες μεταξύ της σημερινής ζοφερής κατάστασης και του Μεσαίωνα. Τα επιχειρήματα είναι κατά κανόνα τα εξής: πρώτον, τέτοιες δυσμενείς συνθήκες εργασίας και ζωής μόνο στον Μεσαίωνα πρέπει να υπήρχαν. Δεύτερον, κι εδώ το επιχείρημα είναι πιο ενδιαφέρον γιατί ξεφεύγει εντελώς από τη συναισθηματική/ θυμική θεώρηση των πραγμάτων, η βασική αντιστοιχία των δύο περιόδων έγκειται στην ουσιώδη αποδυνάμωση της ισχύος των κρατικών οντοτήτων και στην ενίσχυση των ιδιωτικών κέντρων εξουσίας: στον Μεσαίωνα ήταν οι φεουδάρχες, σήμερα είναι οι μεγάλες επιχειρήσεις και τα οικονομικά συμφέροντα.

Είτε είναι συμβατικού ή θυμικού χαρακτήρα, είτε εκλογικευμένες και κατά τα φαινόμενα τεκμηριωμένες, οι απόψεις περί επιστροφής στον Μεσαίωνα γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία. Άλλωστε, δεν έχετε παρά να γκουγκλίσετε τη λέξη “Μεσαίωνας” για να διαπιστώσετε τη διάδοσή τους: στα πρώτα εκατό αποτελέσματα θα συναντήσετε γύρω στις 60 αναφορές στον “εργασιακό Μεσαίωνα” κι άλλες εικοσιπέντε στη σύγκριση μεταξύ δυστυχιών του σήμερα και του τότε. Ωστόσο, με ή χωρίς περίβλημα επιχειρηματολογίας, οι απόψεις αυτές απλώς απηχούν (ενσυνείδητα ή όχι) ένα κλισέ που δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα. Ας δούμε εν συντομία το γιατί.

Ι. Η πλάνη ως προς τη μεθοδολογία

1. Η επί της αρχής πλάνη: Καταρχήν και καταρχάς η σύγκριση μεταξύ δύο χρονικά απομακρυσμένων περιόδων της Ιστορίας είναι ως εκ της φύσεώς της παρακινδυνευμένη και, μάλλον εντελώς, αλυσιτελής, κατά μείζονα λόγο όταν δεδηλωμένος σκοπός της είναι η επιβεβαίωση ομοιοτήτων την ύπαρξη των οποίων έχουμε εκ των προτέρων αποδεχτεί. Πώς μπορούμε να συγκρίνουμε δύο εποχές των οποίων διαφέρουν ριζικά οι θεσμοί, η πολιτική και κοινωνική οργάνωση, οι τρόποι άσκησης εξουσίας και πολιτικής και οικονομικής εκμετάλλευσης, οι αντιλήψεις και οι νοοτροπίες των ανθρώπων κάθε περιόδου, ο τρόπος με τον οποίο εκλαμβάνουν τις κοινωνικές σχέσεις ή το μεταφυσικό; Η ύπαρξη ή όχι καπιταλιστικής οργάνωσης της οικονομίας και οι συνέπειές της σε επίπεδο θεσμών, δομών και ιεράρχησης της κοινωνίας, θα έπρεπε να αρκεί για να διαφοροποιήσει ριζικά τις δύο εποχές και να καταστήσει ατελέσφορη τη μεταξύ τους σύγκριση. Στην πραγματικότητα, η “επιτυχής” διεκπεραίωση του εγχειρήματος προϋποθέτει την προκρούστεια προβολή των ιδεών και των αντιλήψεων του σήμερα σε μια εποχή του παρελθόντος.

2. Ποιός Μεσαίωνας; Πότε και πού; Ακόμη, όμως, κι αν υποτεθεί ότι η σύγκριση είναι δυνατή, απαιτείται να καθορισθούν επακριβώς και οι προς σύγκριση περίοδοι. Ένας τέτοιος προσδιορισμός αφορά τόσο τον χρόνο όσο και τον τόπο. Είναι παράλογο να αντιμετωπίζουμε ως όλως ομοιόμορφη και στατική μια εποχή χιλίων περίπου χρόνων, της οποίας δυσκολευόμαστε αφάνταστα να ορίσουμε την αρχή και το τέλος ακόμη και εντελώς συμβατικά (πότε τελειώνει η Ύστερη Αρχαιότητα; πότε αρχίζει η Αναγέννηση;), όπως επίσης είναι παράλογο, αν επιτέλους κατορθώσουμε να οριοθετήσουμε τη χρονική περίοδο αναφοράς, να πιστέψουμε ότι η κοινωνική και πολιτική οργάνωση ήταν παντού η ίδια. Καθώς οι υποστηρικτές της άποψης ότι η παρούσα συγκυρία σηματοδοτεί επιστροφή στον Μεσαίωνα δεν κατονομάζουν, ούτε οριοθετούν χρονικά και τοπικά τί ονομάζουν Μεσαίωνα, πρέπει να συναγάγουμε από τα γραφόμενά τους την περίοδο και τον τόπο στον οποίο αναφέρονται. Όλες οι αναφορές και τα παραδείγματά τους φαίνεται να παραπέμπουν στην εποχή κατά την οποία και στους τόπους όπου επικράτησε το φεουδαλικό σύστημα οργάνωσης. Σύμφωνα με το προτεινόμενο μοντέλο σύγκρισης, τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα ταυτίζονται με τους φεουδάρχες, ενώ οι εργαζόμενοι της σύγχρονης εποχής με τους δουλοπάροικους. Ανταποκρίνεται αυτό το σχήμα στην ιστορική πραγματικότητα, έστω και σε ένα περιορισμένο πεδίο σύγκρισης;

ΙΙ. Η πλάνη ως προς τα ιστορικά δεδομένα

1.  Η επικράτηση της φεουδαρχίας δεν είναι ούτε καθολική, ούτε διαχρονική: Παρότι για τον σύγχρονο άνθρωπο η φεουδαρχία παρουσιάζεται ως το σήμα κατατεθέν του Μεσαίωνα, στην πραγματικότητα δεν αφορά ούτε ολόκληρη την ιστορική περίοδο, ούτε φυσικά όλες τις περιοχές της Ευρώπης (έστω της Δυτικής). Στην ολοκληρωμένη μορφή του, το φεουδαλικό σύστημα επικρατεί κατά τη διάρκεια μιας περιόδου περίπου τριών αιώνων (από το δεύτερο μισό του 11ου έως τα μέσα του 14ου αι.) και απαντά κυρίως στη Βόρεια Γαλλία (όπου και το αρχέτυπο του συστήματος), σε σημαντικό βαθμό στην Αγγλία των Νορμανδών και λιγότερο σε αγροτικές περιοχές της Γερμανίας και της υπόλοιπης Ευρώπης. Σημαντικό μέρος της Ευρώπης δεν γνωρίζει ουσιαστικά ποτέ τη φεουδαρχία. Οι εμπορικές “δημοκρατίες” της Ιταλίας διοικούνται συλλογικά από μια αριστοκρατία εμπόρων και επιχειρηματιών εν γένει: ήδη από το δεύτερο μισό του 10ου αι., το Αμάλφι εμφανίζει τα χαρακτηριστικά αυτά και προαναγγέλει τη δράση των πιο ολοκληρωμένων και σαφώς μακροβιότερων περιπτώσεων της Βενετίας, της Γένοβας ή της Πίζας. Στην πραγματικότητα, όλες σχεδόν οι ιταλικές πόλεις λειτουργούν με τον τρόπο αυτό (που είναι σαφέστατα περισσότερο συγκρίσιμος με τον καπιταλισμό των νεότερων χρόνων απ’ ό,τι η φεουδαρχία). Τα ίδια ισχύουν για τις πολυάριθμες ελεύθερες πόλεις της γερμανικής αυτοκρατορίας, αλλά και για άλλους τόπους με αντίστοιχη κοινωνική και οικονομική εξέλιξη.

2. Η εξομοίωση των σύγχρονων εργαζομένων με τους δουλοπάροικους του Μεσαίωνα είναι προβληματική: ας περιοριστούμε στον χώρο κυριαρχίας του φεουδαλικού συστήματος. Είναι δυνατό και θεμιτό να θεωρηθούν οι δουλοπάροικοι διαχρονικό συνώνυμο της ανθρώπινης εξαθλίωσης, όπως τουλάχιστον φαίνεται να πιστεύει ο μέσος σύγχρονος άνθρωπος; Η απάντηση είναι αρνητική, τούτο δε για πλείονες λόγους.

Πρώτον, μολονότι και για τους δουλοπάροικους τα μεσαιωνικά κείμενα χρησιμοποιούν τον όρο servus, δηλαδή αυτόν ακριβώς που για τους Ρωμαίους σήμαινε τον δούλο, το νομικό καθεστώς και η θέση των δουλοπάροικων του Μεσαίωνα απέχει παρασάγγες από αυτήν των δούλων της Αρχαιότητας, τουλάχιστον της ρωμαϊκής. Τόσο πολύ που αν ψάχνουμε να βρούμε μια τέτοια ρωμαϊκή αντιστοιχία, η σχέση κυρίου και δουλοπάροικου κατά τον Μεσαίωνα βρίσκεται πολύ πιο κοντά στη σχέση κυρίου και πελάτη στα χρόνια της Ρώμης. Ο δουλοπάροικος, καταρχάς, έχει νομική προσωπικότητα, αντιθέτως προς τον δούλο. Ως υποκείμενο δικαίου διαθέτει δικαιοπρακτική ικανότητα, έχει τη δική του περιουσία και φυσικά συνάπτει συμβάσεις για τη διαχείρισή της. Επιπλέον, η μεσαιωνική κοινωνία, ακόμη και στη φεουδαλική εκδοχή της, δεν χαρακτηρίζεται από τα στεγανά που εμείς τις αποδίδουμε. Όπως μαρτυρούν τα έγγραφα της εποχής, ένας δουλοπάροικος δεν είναι απαραίτητο καν να είναι αγρότης, μπορεί να είναι τεχνίτης που κατοικεί σε μια πόλη, ενώ επίσης μπορεί να συνάψει γάμο με άτομο που τυπικά έχει την ιδιότητα του ελεύθερου. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που αναφέρει ο Ζωρζ Ντυμπύ , σχολιάζοντας το έγγραφο μιας δικαιοπραξίας που βρισκόταν στα αρχεία της μονής του Κλυνύ: ο δουλοπάροικος Αλώμ, κάτοικος της κωμόπολης του Μπλανό, νυμφεύεται στο γειτονικό Οζάν τη Μαρχίλδη, γυναίκα που νομικά χαρακτηρίζεται ως ελεύθερη. Μαζί αποκτούν περιουσιακά στοιχεία τα οποία και διαθέτουν ελεύθερα, ενώ τα παιδιά τους υπάγονται στο νομικά ευνοϊκότερο καθεστώς, εν προκειμένω αυτό του ελεύθερου (Georges Duby “L’histoire continue“, coll. Points, εκδ. Seul, Παρίσι 1991, σελ. 63 επ.). Αν υπάρχει ένας σαφής περιορισμός για τον δουλοπάροικο, αυτός έγκειται στο ότι δεν μπορεί να εγκαταλείψει άνευ άλλου τινός τη γη που καλλιεργεί. Και πάλι, ο περιορισμός είναι σχετικός: αν το θέλει οπωσδήποτε, ο δουλοπάροικος μπορεί, με λίγο θάρρος, να εγκαταλείψει τον τόπο του και να αναζητήσει τη τύχη του αλλού. Αν ταξιδέψει κάπως μακριά (ας πούμε 500 χιλιόμετρα), δηλώσει ψευδώς ότι είναι ελεύθερος και δώσει όρκο υποταγής στον τοπικό άρχοντα (που δεν είναι απαραίτητα φυσικό πρόσωπο, μπορεί να πρόκειται για μια μονή ή έναν καθεδρικό ναό) θα καταφέρει να εγκατασταθεί και να προκόψει χωρίς πολλές σκοτούρες ή προβλήματα. Τα εργατικά χέρια είναι πάντα και παντού ευπρόσδεκτα στον Μεσαίωνα κι οι ντόπιοι δεν έχουν κανένα συμφέρον να ψάξουν διεξοδικά μήπως ο νεοφερμένος έχει κάποιον αφέντη που βρίσκεται πέντε μέρες μακριά (πρβλ. το παράδειγμα του πατέρα της Μαρχίλδης στο έγγραφο που παραθέτει ο Ντυμπύ, ibid., σελ. 59-60).

Δεύτερον, όπως ήδη διαπιστώσαμε, οι δουλοπάροικοι αποτελούν απλώς ένα τμήμα της φεουδαλικής κοινωνίας. Τα περισσότερα άτομα έχουν την ιδιότητα του ελεύθερου και φυσικά διαθέτουν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στην καθημερινότητά τους. Βεβαίως, ο άρχοντας ασκεί εξουσία, επιβάλλει και εισπράττει φόρους, δικάζει και τιμωρεί, άρα εκ των πραγμάτων καταπιέζει τους υποτελείς του. Ωστόσο, ουδόλως προκύπτει ότι αυτή η καταπίεση παρεκκλίνει σημαντικά από τον μέσο όρο της Ιστορίας. Σε κάθε περίπτωση δεν έχει τον χαρακτήρα της αμεσότητας που μας κάνουν να πιστεύουμε οι διάφορες ανιστόρητες μυθοπλασίες των νεότερων χρόνων, του στυλ jus primae noctis. Ακόμη και σε περιοχές όπου επικρατεί η φεουδαρχία, ο περισσότερος κόσμος δεν πρόκειται να δει σχεδόν ποτέ αυτόν που τυπικά είναι κυρίαρχός του. Ας θυμηθούμε το παράδειγμα του Μονταγιού (βλ. Emmanuel Le Roy Ladurie “Montaillou, village occitan, de 1294 à 1324“, Gallimard, Παρίσι 1975): το μικρό χωριό των Πυρηναίων υπάγεται στη δικαιοδοσία του κόμητος της Φουά. Αυτός ασκεί την εξουσία του μέσω δύο προσώπων: του καστελλάνου, όσον αφορά τα ζητήματα ασφάλειας, και του βαΐλου, για τις αστικές υποθέσεις (ο δεύτερος είναι σχεδόν πάντα κάποιος από τους προύχοντες του χωριού). Ο κόμης δεν πρέπει να έχει εμφανιστεί ποτέ στο χωριό. Η – απομακρυσμένη – εξουσία του δεν εκλαμβάνεται ως καταπίεση από τους κατοίκους. Αντιθέτως, ο κόμης είναι ιδιαίτερα αγαπητός, κυρίως γιατί αποτελεί τη μόνη ελπίδα προστασίας των χωρικών, πολλοί από τους οποίους έχουν ασπασθεί την “αίρεση” των Καθαρών, έναντι της Εκκλησίας και ειδικά της Ιεράς Εξέτασης.

Συμπερασματικά, αν κάποιος θέλει να βρει παραδείγματα εξαθλίωσης για να τα συγκρίνει με τις ζοφερές προοπτικές των σύγχρονων εργαζομένων, δεν έχει λόγο να τα αναζητήσει ειδικά στο Μεσαίωνα. Για να δούμε όμως αν μπορεί να σταθεί λογικά το δεύτερο σκέλος του μοντέλου σύγκρισης, δηλαδή η ταύτιση των φεουδαρχών του Μεσαίωνα με τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα της εποχής μας.

3. Η εξομοίωση των σύγχρονων οικονομικού χαρακτήρα κέντρων εξουσίας με τους φεουδάρχες είναι προβληματική: Ως κοινός παρονομαστής μεταξύ του Μεσαίωνα και των εξελίξεων της εποχής μας προβάλλεται η απίσχνανση της κεντρικής εξουσίας του κράτους και η αντίστοιχη ενδυνάμωση ιδιωτικών κέντρων εξουσίας. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι εσχάτως οι κρατικές οντότητες εμφανίζονται να παραιτούνται από σημαντικό μέρος των εξουσιών τους, τις οποίες μεταθέτουν ή αποδέχονται τον σφετερισμό τους από πόλους εξουσίας οικονομικού/ επιχειρηματικού χαρακτήρα. Η τάση αυτή επιδεινώνεται εξαιτίας της αδυναμίας (και της έλλειψης βουλήσεως) που επιδεικνύει η κρατική εξουσία όσον αφορά τον έλεγχο των οικονομικών παραγόντων, έλεγχος που έχει καταστεί εκ των πραγμάτων δύσκολος εξαιτίας του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου οικονομικού περιβάλλοντος. “Παρομοίως”, στον Μεσαίωνα η κεντρική εξουσία εμφανίζεται εξαιρετικά αδύναμη έναντι των τοπικών φεουδαρχών, οι οποίοι ασκούν σχεδόν απόλυτη εξουσία στην περιοχή δικαιοδοσίας τους.

Εντούτοις, και στην περίπτωση αυτή οι ομοιότητες είναι μάλλον επιφανειακές. Η σύγκριση πάσχει για τους λόγους που θα παραθέσουμε συνοπτικά κατωτέρω.

α. Η διαφορά ως προς τον τρόπο κατανομής και άσκησης της εξουσίας: με αρκετή ελευθερία, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η κατανομή της εξουσίας στον Μεσαίωνα (βασιλιάς-φεουδάρχες) είναι μάλλον κάθετη, ενώ στην εποχή μας (κρατικές οντότητες-οικονομικά συμφέροντα) οριζόντια. Στον Μεσαίωνα υπάρχει κατά τόπον κατάτμηση ομοειδούς εξουσίας. Η εξουσία που ασκεί ο βασιλιάς δεν διαφοροποιείται ποιοτικά από αυτήν που ασκούν οι φεουδάρχες, παρά μόνον ως προς τα όρια της κατά τόπον δικαιοδοσίας. Κατά τα λοιπά, τόσο στην περίπτωση του βασιλιά όσο και αυτή των φεουδαρχών πρόκειται για την κλασσική μορφή εξουσίας που  συναντούμε, σε πιο εξελιγμένη μορφή, και στα σύγχρονα κράτη (εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική, στρατιωτική και αστυνομική, επιβολής φόρων κ.ο.κ.). Το μόνο που ξεχωρίζει την κεντρική εξουσία από τις κατά τόπους, είναι τελικά η θέση του βασιλιά ως επικυρίαρχου των φεουδαρχών, η οποία ισοδυναμεί με μια μάλλον χαλαρή εποπτεία. Σήμερα, αντιθέτως, οι οικονομικοί παράγοντες δεν ασκούν εξουσία με τον ίδο τρόπο που το πράττουν τα κράτη: καθορίζουν τις συνθήκες των αγορών, ασκούν οικονομικές και άλλες πιέσεις στην εκτελεστική εξουσία, χειραγωγούν την κοινή γνώμη μέσω φίλα προσκείμενων ΜΜΕ κ.ο.κ. Επιπλέον, το ίδιο οικονομικό κέντρο εξουσίας δεν δρα στην επικράτεια ενός μόνον κρατικού μορφώματος, αλλά περισσοτέρων, ενδεχομένως και σε παγκόσμιο επίπεδο. Συνεπώς, ο ένας πόλος διαφοροποιείται από τον άλλο ως προς την άσκηση εξουσίας και τοπικά και ποιοτικά, στοιχείο που δεν υπάρχει στη φεουδαρχία του Μεσαίωνα.

β. Η διαφορά ως προς τον χαρακτήρα της εξουσίας: Είναι προφανές ότι σήμερα η εξουσία που ασκείται από οικονομικά συμφέροντα είναι απρόσωπη. Φορείς της είναι επιχειρηματικά σχήματα με μορφή συνήθως εταιρική που είναι δύσκολο έως αδύνατο να προσωποποιηθούν. Άλλωστε και αφεαυτής η άσκηση τέτοιας εξουσίας έχει ακαθόριστο χαρακτήρα, από την άποψη ότι δεν μπορεί να προσδιορισθεί σε ποιό ποσοστό καθόρισε την μία ή την άλλη εξέλιξη καθένας από τους οικονομικούς παράγοντες ξεχωριστά. Σε κάθε περίπτωση, η εξουσία των οικονομικών συμφερόντων εκλαμβάνεται ως απρόσωπη από τους ίδιους τους εξουσιαζόμενους (οι οποίοι συχνά αδυνατούν να κατανοήσουν ποιός ακριβώς είναι ο υπεύθυνος για κάποιο δυσμενές γι’ αυτούς αποτέλεσμα, για αυτό και κατηγορούν συλλήβδην τα κέντρα οικονομικής εξουσίας, συνήθως μαζί με τους εκάστοτε φορείς της εκτελεστικής εξουσίας, ή καταφεύγουν σε θεωρίες συνωμοσίας). Στο σημείο αυτό, η διαφορά με την κατάσταση στα χρόνια του Μεσαίωνα είναι χαοτική.

Η σχέση εξουσιαστή και εξουσιαζομένου κατά τον Μεσαίωνα είναι σαφώς προσωπική. Η σύναψή της προϋποθέτει την αποδοχή και των δύο μερών. Δεν υπάρχει τίποτε χαρακτηριστικότερο ή πιο συμβολικό για τη φεουδαλική κοινωνία του Μεσαίωνα από  το hommage (λατ. hommagium, hominium hominagium, βλ. René Fédou e.a. “Lexique historique du Moyen Âge“, coll. cursus, εκδ. Armand Colin, Παρίσι 1995, λήμμα hommage, σελ. 85-86). Στα ελληνικά το αποδίδουμε συνήθως ως “όρκο υποτελείας”, αλλά η μετάφραση αυτή αδυνατεί να περιγράψει πλήρως την έννοια του θεσμού. Το hommage περιλαμβάνει βεβαίως μια τελετή, κατά την οποία ο υποτελής-βασσάλος γονατίζει μπροστά στον επικυρίαρχό του, του δίνει τα χέρια του και στη συνέχεια προφέρει τον όρκο υποτελείας σ’ αυτόν. Πρωτίστως, όμως, είναι μια αμφοτεροβαρής σύμβαση μεταξύ του βασσάλου και του επικυρίαρχου. Ο βασσάλος αναλαμβάνει στρατιωτική υποχρέωση, δεσμευόμενος να συνδράμει στην άμυνα και ασφάλεια των εδαφών του επικυρίαρχου (ost, υποχρέωση χρονικής διάρκειας 40 ημερών ετησίως) και να συμμετέχει σε στρατιωτικές επιχειρήσεις του δεύτερου εκτός των εδαφών του (chevauchée), να τον συμβουλεύει σε θέματα διοίκησης, άμυνας και απονομής δικαιοσύνης και, τέλος, να του παράσχει τη βοήθειά του στις λεγόμενες τέσσερις περιπτώσεις (συνεισφορά στα λύτρα για την απελευθέρωση του κυρίου σε περίπτωση αιχμαλωσίας του, στα έξοδα για την εκπαίδευση του πρωτότοκου γιου του κυρίου ως ιππότη, στα έξοδα του γάμου της μεγαλύτερης κόρης του και στις δαπάνες που θα υποβληθεί ο κύριος αν εκστρατεύσει σε σταυροφορία). Από την πλευρά του, ο επικυρίαρχος εγγυάται για την ασφάλεια του βασσάλου, της οικογένειας και των ανθρώπων του και του παραχωρεί ένα φέουδο, μεταβιβάσιμο κληρονομικά στους απογόνους του βασσάλου (βλ. Didier Cariou “La Méditerranée au XIIe siècle“, coll. Que sais-je?, αριθ. 3299, εκδ. PUF, Παρίσι.1997, σελ. 9). Βέβαια, οι δομές και οι σχέσεις της μεσαιωνικής κοινωνίας αποδεικνύονται πάντα πιο σύνθετες απ’ ό,τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως: τίποτε δεν εμποδίζει έναν κατώτερο άρχοντα να δώσει όρκο υποτελείας σε περισσότερους του ενός επικυρίαρχους. Η πλειονότητα κυρίων μπορεί να προκαλέσει σύγκρουση καθηκόντων στον βασσάλο, στην όχι και τόσο απίθανη περίπτωση που θα έρθουν αντιμέτωποι δύο από τους επικυρίαρχούς του. Προκειμένου να επιλυθούν τέτοιες συγκρούσεις, ο Μεσαίωνας εφευρίσκει τον θεσμό του hommage lige, την κατά προτεραιότητα υποτέλεια δηλαδή: στρατιωτική υποχρέωση οφείλεται πρωτίστως στον άρχοντα του οποίου κατέστη λίζιος ο βασσάλος.

Το hommage δεν περιορίζεται στις σχέσεις μεταξύ αρχόντων. Έστω και χωρίς το ίδιο λαμπρές τελετές, επικυρώνει την ιεραρχική υποταγή και του απλού λαού, περιλαμβανομένων και των δουλοπάροικων. Κατά κανόνα, άλλωστε, κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν θέτει σε αμφισβήτηση τη σχέση υποτέλειας. Όχι μόνο γιατί αυτό επιτάσσει η κυρίαρχη αντίληψη της εποχής, αλλά και γιατί πρακτικά η σχέση είναι ακριβώς αυτή της αμφοτεροβαρούς συμβάσεως. Ο άρχοντας υποχρεούται να εγγυηθεί την προστασία όλων των υποτελών του. Στο κάτω-κάτω, αυτή την έννοια δεν έχει κι η γνωστή γαλλική φράση “noblesse oblige”; Το να είσαι άρχοντας συνεπάγεται υποχρώσεις. Αυτό δηλαδή που δεν συμβαίνει με τους “φεουδάρχες” της εποχής μας, που διεκδικούν τα πάντα, ζητούν οτιδήποτε, επιβάλλουν όσα επιθυμούν, ενώ οι υποτελείς τους (που δεν έδωσαν κανένα όρκο υποτελείας) καταλήγουν να έχουν μόνο υποχρεώσεις.

Συνεπώς, η όποια ομοιότητα Μεσαίωνα και σύγχρονων δεινών είναι απλώς φαινομενική. Κι αν επιθυμούμε οπωσδήποτε να μιλήσουμε για επιστροφή στο παρελθόν, δεν υπάρχει λόγος να αναζητήσουμε το πρότυπο σε μακρινές εποχές. Αυτό που μας απειλεί δεν είναι άλλο από μια επιστροφή στην εποχή του πρωτόγονου, άγριου και χωρίς κανόνες καπιταλισμού του τέλους του 18ου και του 19ου αι., εποχή κατά την οποία (παρά τον Διαφωτισμό, θα συμπλήρωνα με κάποια δόση χαιρεκακίας) οι εργαζόμενοι δεν έχουν κανένα άλλο δικαίωμα πέραν του πενιχρού μισθού τους, ενώ οι έννοιες της ασφάλισης, της σύνταξης και των άλλων εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων είναι εντελώς άγνωστες. Όπως, όμως, έχουμε ξαναπεί, συμφέρει καλύτερα ο αποπροσανατολισμός μέσω της παραπομπής σε μια εποχή πιο μακρινή, ουσιαστικά άγνωστη εκτός από τη μυθοποιημένη εικόνα της. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγονται οι επικίνδυνοι συνειρμοί και η σύνδεση με πιο κοντινές ιστορικές περιόδους, ευχερέστερα συγκρίσιμες με το παρόν. Η καμπούρα της φεουδαρχίας μπορεί να εισπράξει περισσότερες ξυλιές απ’ ό,τι ο πρώιμος καπιταλισμός.

Ιερουσαλήμ-Μαρίενμπουργκ – μέρος III: η μάχη με τα τρία ονόματα και η παρακμή του Τάγματος

Οκτωβρίου 26, 2010

Στα τέλη του 14ου αιώνα οι Τεύτονες Ιππότες βρίσκονται στο απόγειο της δύναμής τους: η επικράτειά τους φτάνει στα όρια της μέγιστης εδαφικής εξάπλωσής της, το κράτος τους στην Πρωσία γνωρίζει τη σημαντικότερη ως τότε οικονομική ανάπτυξη. Ωστόσο οι συνθήκες έχουν αρχίσει να μεταβάλλονται σε βάρος τους. Πολωνοί και Λιθουανοί, δηλαδή οι δύο σημαντικότεροι αντίπαλοι του Τάγματος, ενώνουν τις δυνάμεις τους. Η συμμαχία συνεπάγεται και τον προσηλυτισμό των Λιθουανών στον χριστιανισμό, γεγονός το οποίο στερεί από τους Τεύτονες τη νομιμοποίηση της επεκτατικής δράσης τους. Η μοιραία σύγκρουση δεν θα αργήσει. Η βαριά ήττα που θα υποστούν οι Τεύτονες, χωρίς να είναι αφεαυτής καταδικαστική, θα οδηγήσει το Τάγμα στην παρακμή: ο συνδυασμός εξωτερικής πίεσης και σοβαρών εσωτερικών προβλημάτων θα φέρει νέες ήττες στα πεδία των μαχών και θα καταλήξει στη συρρίκνωση του πρωσικού κράτους. Θα αναζητηθούν απεγνωσμένα λύσεις για την επιβίωση, οι οποίες θα φέρουν, κατ’ ανάγκη, τη μετάλλαξη του Τάγματος.

Ι.   Η μάχη με τα τρία ονόματα: η ήττα των Τευτόνων από τη συμμαχία Πολωνών και Λιθουανών

Α.   Από την ένωση Πολωνίας-Λιθουανίας έως την έναρξη της πολεμικής σύρραξης (1381-1409)

Το 1381 πεθαίνει ο μεγάλος μάγιστρος Βίνριχ του Κνιπρόντε, ο οποίος συνέδεσε το όνομά του με το απόγειο της ισχύος του Τάγματος. Την επόμενη χρονιά, ο νόμιμος διάδοχος του λιθουανικού θρόνου, ο  Γιογκάιλα (Γιαγκέουγο για τους Πολωνούς), εξοντώνει τον σφετεριστή θείο του, τον Κεστούτις, και αποκτά την ουσιαστική εξουσία στη χώρα, εγκαταλείποντας ταυτόχρονα τη μέχρι τότε συμμαχία του με τους Τεύτονες. Η αυτονόμηση αυτή προϋποθέτει την εξεύρεση νέων συμμάχων: ο Γιογκάιλα θα καταλήξει στην Πολωνία, φτάνοντας μέχρι του σημείου της ένωσης των δύο κρατών (α). Μολονότι η εξέλιξη αυτή είναι η χειρότερη δυνατή για τους Τεύτονες, το Τάγμα θα επιχειρήσει να αντιδράσει (β).  

α. Η ένωση Πολωνίας και Λιθουανίας: Από τα μέσα του 14ου αιώνα, η Λιθουανία έχει εξελιχτεί σε ένα από τα ισχυρότερα κράτη της Ευρώπης, εκμεταλλευόμενη και τα κενά εξουσίας που προκάλεσαν στην ευρύτερη περιοχή οι μογγολικές επιδρομές: αρκετές ηγεμονία στη Ρωσία και στην Ουκρανία, Μολδαβοί και Βλάχοι προτιμούν να αναγνωρίσουν την επικυριαρχία των Λιθουανών ηγεμόνων, τα σύνορα του κράτους των οποίων εκτείνονται πλέον από τη Βαλτική μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα. Αρκετά ρεαλιστές, οι Λιθουανοί μονάρχες ακολουθούν πολιτική ανεξιθρησκείας, μια και στους υπηκόους τους καταλέγονται, εκτός από τους ειδωλολάτρες Λιθουανούς, αρκετοί καθολικοί κι ακόμη περισσότεροι ορθόδοξοι χριστιανοί.

Επομένως, στην αναζήτηση συμμάχων κατά των Τευτόνων, ο Γιογκάιλα έχει δύο επιλογές: πρώτον, μπορεί να στραφεί προς τη Ρωσία (άλλωστε η μητέρα του ήταν κόρη του Ρώσου ηγεμόνα του Τβερ), διαλέγοντας τον γάμο με κάποια από τις κόρες του Μεγάλου Ηγεμόνα της Μόσχας. Η λύση αυτή απορρίπτεται σχετικά γρήγορα, γιατί η Λιθουανία θα οδηγηθεί στη σφαίρα επιρροής του ισχυρού μοσχοβίτη ηγεμόνα, του Ντμίτρι Ντανσκόι, ενώ θα πρέπει να αναγνωρίσει και την πρωτοκαθεδρία της ορθόδοξης Ρωσικής Εκκλησίας (βλ. Sylvain Gouguennheim “Les Chevaliers Teutoniques“, εκδ. Tallandier, Παρίσι, 2007, σελ. 445). Η εγγύτητα της εξουσίας αυτής την καθιστά σαφώς ενοχλητική για ένα φιλόδοξο μονάρχη. Σε κάθε περίπτωση, πολύ πιο ενοχλητική απ’ ό,τι είναι η εξουσία της Αβινιόν ή της Ρώμης (βρισκόμαστε στην περίοδο του Μεγάλου Σχίσματος της Καθολικής Εκκλησίας). Έτσι ο Γιογκάιλα επιλέγει τη δεύτερη λύση, αυτή της συμμαχίας με την Πολωνία. Στη χώρα αυτή, με τον θάνατο του Καζιμίρ Γ΄ (1370) σβήνει η δυναστία του Πιαστ και το στέμμα περνά στον ανηψιό του άκληρου μονάρχη, στον ανδεγαυικής καταγωγής βασιλιά της Ουγγαρίας Λουδοβίκο Α΄ τον Μεγάλο. Η εδραίωση της πολωνολιθουανικής συμμαχίας προϋποθέτει τον γάμο του Λιθουανού μεγάλου δούκα με την κόρη του Λουδοβίκου, την Εδβίγη. Υπάρχει ωστόσο ένα εμπόδιο, διόλου ασήμαντο: ο Λουδοβίκος έχει τη μεγάλη φιλοδοξία ν’ ανέλθει στον γερμανικό αυτοκρατορικό θρόνο. Στο πλαίσιο της αναζήτησης συμμάχων και υποστηριχτών, έχει ήδη υποσχεθεί την Εδβίγη στον δούκα της Αυστρίας. Ο γάμος αυτός δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Πολωνίας, για την οποία η Λιθουανία είναι πλέον ο φυσικός σύμμαχος κατά των μισητών Τευτόνων. Ο θάνατος του Λουδοβίκου, τον Σεπτέμβριο του 1382 στην Τρνάβα της Σλοβακίας, καθιστά εφικτή τη συμμαχία με τη Λιθουανία, μέσω του γάμου Εδβίγης και Γιογκάιλα. Η πραγματοποίηση του σχεδίου εξαρτάται από δύο ακόμη προϋποθέσεις: ο Λιθουανός μονάρχης πρέπει να ασπασθεί τον χριστιανισμό, ενώ ο δούκας της Αυστρίας πρέπει να αποζημιωθεί.

Η ένωση θα υλοποιηθεί σε τρεις φάσεις (βλ. (Alain Demurger “Chevaliers du Christ – Les ordres religieux-militaires au Moyen Âge, XIe-XVIe siècle“, εκδ. Seuil, Παρίσι, 2002, σελ. 260): 1. στις 14 Αυγούστου 1384 συνάπτεται σύμφωνο στην Κρέβα της Λιθουανίας (πολ. Κρέβο ή Κρέβνο), βάσει του οποίου αποκαθίσταται η ειρήνη μεταξύ Πολωνίας και Λιθουανίας, ενώ ο Γιογκάιλα δίνει την υπόσχεση να βαπτισθεί χριστιανός και δεσμεύεται να αποζημιώσει την Αυστρία. 2. Στις 15 Φεβουαρίου του 1386 ο Γιογκάιλα βαφτίζεται στον καθεδρικό της Κρακοβίας. Τρεις μέρες μετά παντρεύεται την Εδβίγη και, στις 4 Μαρτίου, στέφεται βασιλιάς της Πολωνίας με το όνομα Λαδισλάος Β΄ (πολ. Βουαντίσουαφ). 3. Την επόμενη χρονιά, ο Λαδισλάος (πλέον) μεταβαίνει στην πρωτεύουσα της Λιθουανίας, το Βίλνιους, κηρύσσει επίσημα τον προσχώρηση του λιθουανικού έθνους στον χριστιανισμό και ενθρονίζει τον πρώτο επίσκοπο Λιθουανίας (έναν Πολωνό Φραγκισκανό). 

Ο εκχριστιανισμός των Λιθουανών αφαιρεί από τους Τεύτονες τη βασική δικαιολόγηση που νομιμοποιούσε τις επιθέσεις εναντίον ενός κράτους που μέχρι τότε ήταν ειδωλολατρικό. Αντιθέτως, πολλοί, ακόμη και στο παπικό περιβάλλον, θεωρούν ότι η χριστιανική Λιθουανία μπορεί πλέον να αποτελέσει τον πιο αξιόπιστο σύμμαχο για την απόκρουση του μογγολικού κινδύνου. Ωστόσο, το Τάγμα διατηρεί τις ελπίδες του, κυρίως επειδή η ένωση Πολωνίας και Λιθουανίας είναι ατελής. Ο Γιογκάιλα/ Λαδισλάος επιλέγει να μην ασκήσει άμεσα την εξουσία στη Λιθουανία, αρκούμενος σε ρόλο επικυρίαρχου, καθώς αναθέτει τη διακυβέρνηση της πατρίδας του στον εξάδελφό του, τον Βυτάουτας (Βίτολντ για Γερμανούς και Πολωνούς). Μεγάλη μορφή πολιτικού ρεαλισμού, ο Βυτάουτας, δεν δίστασε κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του να βαπτιστεί πέντε φορές χριστιανός (τη μια φορά καθολικός, την άλλη ορθόδοξος κ.ο.κ., αναλόγως των εκάστοτε πολιτικών συμφερόντων του, βλ. Gouguennheim, όπ.π., σελ. 447). Μια τέτοια προσωπικότητα ήταν λογικό ότι αργά ή γρήγορα θα επιχειρούσε να διεκδικήσει την αυτονομία, αν όχι την ανεξαρτησία της Λιθουανίας. Αυτήν ακριβώς την τάση επρόκειτο να εκμεταλλευθούν οι Τεύτονες.

β. Η αντίδραση των Τευτόνων στην ένωση της Κρέβα: Το Τάγμα επιχειρεί να προσεταιρισθεί τον μεγάλο δούκα της Λιθουανίας. Τα συμφέροντα των δύο πλευρών συμπίπτουν κατά κάποιο τρόπο: ο Βυτάουτας θέλει να εξασφαλίσει την ηρεμία στο βόρειο μέτωπο, καθώς οι φιλοδοξίες του αφορούν κυρίως την επέκταση της Λιθουανίας προς τα νοτιοανατολικά (Ρωσία, Ουκρανία, παράλια της Μάυρης Θάλασσας). Το 1398 οι Τεύτονες και ο Βυτάουτας συνάπτουν τη συνθήκη του Σαλλινβέρντερ, με την οποία ο δεύτερος παραχωρεί στο Τάγμα τη Σαμογετία! Οι Τεύτονες επιχειρούν αμέσως να κατακτήσουν την περιοχή: το 1406 οι Σαμογέτες υποτάσσονται στους Γερμανούς ιππότες. Οι Τεύτονες είχαν τη δυνατότητα να δικαιολογήσουν την κατάκτησή αυτή με το σύνηθες πρόσχημα της ιεραποστολικής δράσης: οι Σαμογέτες είχαν παραμείνει ειδωλολάτρες. Παράλληλα, το Τάγμα ακολουθεί πολιτική επέκτασης προς όλες τις κατευθύνσεις: αγοράζει το Ντόμπριν από τον Πολωνό φεουδάρχη της περιοχής και το Νώυμαρκτ του Βρανδεβούργου (1402) από τον βασιλιά της Βοημίας και Ουγγαρίας.

Έχουν περάσει περισσότερα από είκοσι χρόνια από την Ένωση της Κρέβα. Θεωρητικά, το Τάγμα των Τευτόνων έχει ενισχύσει τις θέσεις του. Οπωσδήποτε έχει καθυστερήσει με επιδεξιότητα την πολεμική σύγκρουση με τους αντιπάλους του. Ωστόσο, οι πρόσφατες κατακτήσεις αποδεικνύονται εφήμερες: το 1409 οι Πολωνοί ανακτούν με τα όπλα το Ντόμπριν. Την ίδια χρονιά εξεγείρονται μαζικά οι Σαμογέτες. Ο μεγάλος μάγιστρος Ούλριχ του Γιούνγκινγκεν κατηγορεί (όχι άδικα) τον Βυτάουτας ως υποκινητή της εξέγερσης. Ο μάγιστρος προετοιμάζεται για πόλεμο, πιστεύοντας ότι η συμμαχία Πολωνών και Λιθουανών θα διαλυθεί εύκολα υπό την πίεση των γεγονότων. Είναι βέβαιος ότι ο Βυτάουτας δεν πρόκειται να κινηθεί στρατιωτικά κατά των Τευτόνων. Η εκτίμηση αυτή του Γιούνγκινγκεν πρόκειται να αποδειχθεί εσφαλμένη… και μοιραία για το Τάγμα. Στο παιχνίδι λυκοφιλίας ανάμεσα στους Τεύτονες και στον Λιθουανό μεγάλο δούκα, νικητής αναδεικνύεται ο δεύτερος που την κρίσιμη ώρα συντάσσεται με τον εξάδελφό του.

Β.   Από το Τάννενμπεργκ/ Γκρούνβαλντ/ Ζαλγκίρις έως την πρώτη συνθήκη ειρήνης του Τορν (1409-1411)

Ο μεγάλος μάγιστρος επιστρατεύει το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεων του Τάγματος και στρατολογεί μαζικά μισθοφόρους στη Γερμανία. Από τη μεριά τους ο Λαδισλάος και ο Βυτάουτας συγκεντρώνουν μια εντυπωσιακή στρατιά η οποία περιλαμβάνει στις τάξεις της Πολωνούς, Λιθουανούς και Σαμογέτες, Μογγόλους μισθοφόρους, Ρώσους, Ουκρανούς, Μολδαβούς, Βλάχους και Βοημούς! Στις 6 Αυγούστου 1409 το Τάγμα κηρύσσει τον πόλεμο στην Πολωνία και δέκα μέρες αργότερα επιτίθεται στα διεκδικούμενα εδάφη του Ντόμπριν και της Κουγιαβίας. Τον Ιούνιο του 1410 ο Λαδισλάος εισβάλλει στην Πρωσία, περνά τον Βιστούλα και κινείται προς το Οστερόντε με τελικό στόχο την καρδιά του κράτους των Τευτόνων, το ίδιο το Μαρίενμπουργκ. Ο Ούλριχ του Γιούνγκινγκεν επιλέγει να κινηθεί άμεσα, πριν ενωθούν με το στρατό του οι δυνάμεις των Τευτόνων της Λιβονίας, αλλά και ένα σημαντικό τμήμα των Γερμανών μισθοφόρων που βρίσκονταν ακόμη στην Πομερελία. Εκ των υστέρων είναι εύκολο να γίνει λόγος για τραγικό σφάλμα. Ωστόσο ο μεγάλος μάγιστρος θα πρέπει να είχε τους λόγους του για να λάβει μια τόσο σοβαρή απόφαση: πιθανότατα έκρινε ότι έπρεπε να αποφύγει με κάθε τρόπο μια πολιορκία της πρωτεύουσάς του.

α. Η μεγάλη σύγκρουση: Οι δύο στρατοί θα συναντηθούν στη Νότια Πρωσία, στο εσωτερικό του τριγώνου που σχηματίζουν τα χωριά του Τάννενμπεργκ, του Γκρύνφελντε (την ονομασία του οποίου οι Πολωνοί παρέφθειραν για άγνωστους λόγους σε Γκρούνβαλντ) και του Λούντβιχσντορφ. Έτσι, η μάχη που δόθηκε στις 15 Ιουλίου 1410 πήρε διαφορετική ονομασία για κάθε εμπόλεμη πλευρά: Τάννενμπεργκ για τους Γερμανούς, Γκρούνβαλντ για τους Πολωνούς και Ζαλγκίρις (που δεν είναι παρά η μετάφραση της ονομασίας Γκρούνβαλντ στα λιθουανικά) για τους Λιθουανούς. Παρά τα διάφορα χρονικά και αφηγήσεις, δεν έχουμε στη διάθεσή μας ακριβείς υπολογισμούς των δυνάμεων που αντιπαρατέθηκαν, ενώ και οι πληροφορίες μας για την εξέλιξη της μάχης δεν είναι απολύτως σαφείς (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 475/ Kristjan Toomaspoeg “Histoire des Chevaliers Teutoniques” εκδ. Flammarion, Παρίσι, 2001, σελ. 148-149. - Η καλύτερη ανάλυση της μάχης, βασιζόμενη σε κριτική εξέταση των πηγών ανήκει στον Sven Ekdahl, “Die Schlacht bei Tannenberg 1410. Quellenkritische Untersuchungen”, Duncker & Humblot, Βερολίνο 1982). Πάντως οι Πολωνοί και Λιθουανοί είχαν σαφές αριθμητικό πλεονέκτημα: οι δυνάμεις τους ανέρχονταν σε 25-30.000 άνδρες, ενώ το στράτευμα των Τευτόνων υπολογίζεται σε περίπου 15.000 πολεμιστές.

Οι δυνάμεις του Λαδισλάου είχαν πάρει θέσεις μέσα σε ένα δάσος: στα δεξιά είχαν παραταχθεί οι Λιθουανοί, μαζί με τους Μογγόλους μισθοφόρους, στο κέντρο και αριστερά οι Πολωνικές δυνάμεις. Ο Γιούνγκινγκεν χώρισε τις δυνάμεις του σε δύο σώματα και στα αριστερά τοποθέτησε το πυροβολικό. Ο ίδιος έλαβε θέση πιο πίσω μαζί με τις εφεδρείες του ιππικού. Αρχικά ο Λαδισλάος επιλέγει να παίξει με τα νεύρα του αντιπάλου, συγκρατώντας το πολωνικό ιππικό. Τελικά, επιτίθενται πρώτοι οι Λιθουανοί μαζί με τους Μογγόλους κι αμέσως το ιππικό των Τευτόνων εφορμά για να τους αποκρούσει, καθιστώντας όμως αδύνατη τη χρήση του πυροβολικού. Οι Τεύτονες φαίνεται να νικούν κατά κράτος το λιθουανικό ιππικό το οποίο υποχωρεί, παρασύροντας στην οπισθοχώρησή του και μεγάλο μέρος του γερμανικού ιππικού που χυμά να κυνηγήσει τον εχθρό. Ακόμη και σήμερα οι ιστορικοί δεν είναι σίγουροι αν η υποχώρηση αυτή ήταν πραγματική (όπως υποστηρίζει ο Πολωνός χρονικογράφος Γιαν Ντλούγκος με σκοπό να πάρουν τη δόξα της νίκης αποκλειστικά οι συμπατριώτες του) ή προμελετημένο τέχνασμα με σκοπό να παγιδέψει τον αντίπαλο. Σε κάθε περίπτωση, βλέποντας τις γραμμές των Τευτόνων να έχουν αδυνατίσει, ο Λαδισλάος δίνει διαταγή στους Πολωνούς να επιτεθούν. Η σύγκρουση παίρνει αρνητική για τους Τεύτονες τροπή που επιδεινώνεται ακόμη περισσότερο όταν ρίχνονται στη μάχη οι Βοημοί μισθοφόροι του Λαδισλάου, στις τάξεις των οποίων μάχεται και ο Γιαν Ζίζκα, μετέπειτα στρατηγός των Ουσσιτών (το προσωνύμιό του, Ζίζκα = μονόφθαλμος, οφείλεται στο γεγονός ότι στη μάχη αυτή έχασε το ένα μάτι του). Προσπαθώντας να σώσει την κατάσταση, ο μεγάλος μάγιστρος επιχειρεί κίνηση αντιπερισπασμού με τις εφεδρείες του ιππικού: στην προσπάθεια αυτή σκοτώνεται, όπως κι οι περισσότεροι από τους αξιωματούχους του Τάγματος. Η συμμαχία Πολωνών και Λιθουανών έχει καταγάγει θριαμβευτική νίκη. Οι απώλειες των Τευτόνων είναι τεράστιες (ίσως 8.000 στρατιώτες κι αξιωματικοί τους έπεσαν στη μάχη). Πανικός επικρατεί στην Πρωσία, καθώς αρκετοί ιππότες προσπαθούν να διαφύγουν στη Γερμανία θεωρώντας σίγουρη την ολοκληρωτική επικράτηση του Λαδισλάου. Το πρωσικό κράτος του Τάγματος απειλείται με αφανισμό.

β. Η αντίσταση του Τάγματος και η σύναψη συνθήκης ειρήνης: Ενώ όλοι αναμένουν παθητικά τη μοιραία καταστροφή, επεμβαίνει αποφασιστικά ο μαρισκάλδος του Τάγματος, ο Ερρίκος του Πλάουεν, ο οποίος και εκλέγεται στο αξίωμα του μεγάλου μαγίστρου. Ο Ερρίκος συγκεντρώνει όλες τις δυνάμεις του Τάγματος και οχυρώνει το Μαρίενμπουργκ. Όταν ο Λαδισλάος φτάνει έξω από τα τείχη της πρωσικής πρωτεύουσας (21 Ιουλίου 1410) συναντά μεγάλη αντίσταση. Παράλληλα, τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις τόσο του Βυτάουτας όσο και μερικών Πολωνών ηγεμόνων που δεν επιθυμούν τη συνέχιση του πολέμου. Τελικά, ο Λαδισλάος αντιλαμβάνεται ότι είναι αδύνατο να εκπορθήσει το Μαρίενμπουργκ και λύει την πολιορκία στις 19 Σεπτεμβρίου 1410. Το θάρρος του Ερρίκου του Πλάουεν έχει σώσει το Τάγμα.

Οι Τεύτονες θα επιχειρήσουν τη μεγάλη αντεπίθεση προσπαθώντας να κερδίσουν έναν πόλεμο που έμοιαζε οριστικά χαμένος μετά τη συντριβή του Τάννενμπεργκ. Τον Οκτώβριο του 1410, ο Τεύτονας διοικητής του Νώυμαρκτ, ο Μιχαήλ Κυχμάιστερ, επικεφαλής στρατεύματος αποτελούμενου από 4.000 Γερμανούς συγκρούεται με τους Πολωνούς του Λαδισλάου. Οι Πολωνοί επικρατούν αποκόπτοντας τις τευτονικές ενισχύσεις από το κύριο σώμα στρατού του Τάγματος. Τους επόμενους μήνες η κατάσταση στα μέτωπα του πολέμου παραμένει στάσιμη. Η ισορροπία δυνάμεων καθιστά ελκυστικότερη προοπτική την παύση των εχθροπραξιών.    

Την 1η Φεβρουαρίου του 1411 οι εμπόλεμοι συνάπτουν συνθήκη ειρήνης στο Τορν (βλ. Gouguennheim, όπ.π., σελ. 479-480). Οι όροι της συνθήκης είναι αρκετά ευνοϊκοί για τους Τεύτονες που διατηρούν σχεδόν όλα τα εδάφη τους: η Πομερελία παραμένει δική τους, ενώ τα εδάφη των Σαμογετών παραχωρούνται προσωρινά μόνο στον Βυτάουτας της Λιθουανίας και στον Λαδισλάο. Από την άποψη αυτή ο μονάρχης της Πολωνίας δεν ανταμείφθηκε όσο θα άξιζε για τον θρίαμβο του Τάννενμπεργκ. Πάντως, οι Τεύτονες υποχρεώνονται να καταβάλουν στον Λαδισλάο μεγάλο χρηματικό ποσό ως πολεμική αποζημίωση (260.000 φιορίνια). Όσο επαχθής κι αν είναι, η αποζημίωση αυτή δεν ισοδυναμεί με οικονομική καταστροφή του Τάγματος (το οποίο, ενδεικτικά, είχε ξοδέψει περίπου 150.000 φιορίνια για την απόκτηση του Νώυμαρκτ).

Ο μεγάλος μάγιστρος είναι πεπεισμένος ότι η επιβίωση του Τάγματος επιβάλλει νέα πολεμική σύγκρουση με την Πολωνία και τη Λιθουανία. Η πλειοψηφία των ιπποτών, αντιθέτως, φοβάται μια νέα αναμέτρηση και προτιμά τη διπλωματική λύση. Ο σωτήρας θα πληρωθεί με το νόμισμα της προδοσίας: τον Αύγουστο του 1413, η συνέλευση των αδελφών του Τάγματος καθαιρεί τον Ερρίκο από το αξίωμα του μεγάλου μαγίστρου και τον αντικαθιστά με τον Μιχαήλ Κυχμάιστερ

ΙΙ. Από την πρώτη στη δεύτερη ειρήνη του Τορν – Εσωτερικά προβλήματα, διπλωματικές και στρατιωτικές ήττες

Μετά τη συνθήκη του Τορν η θέση του Τάγματος είναι βέβαια επισφαλής, η κατάσταση όμως είναι ακόμη αναστρέψιμη. Το μεγάλο πρόβλημα παραμένει η απειλή από την ένωση της Πολωνίας-Λιθουανίας. Οπαδός της διπλωματικής λύσης, ο μεγάλος μάγιστρος Μιχαήλ Κυχμάιστερ επιλέγει την παραπομπή του ζητήματος των διαφορών των Τευτόνων με τους γείτονές τους σε εκκλησιαστική σύνοδο (Α). Παρά τις προσπάθειες, η διπλωματική οδός δεν πρόκειται να επιλύσει οριστικά τις διαφορές αυτές. Τελικά, καθοριστικά για το μέλλον του Ordensstaat θα αποδειχθούν τα εσωτερικά του προβλήματα (Β) τα οποία ουσιαστικά θα προκαλέσουν και την επανέναρξη των εχθροπραξιών με την Πολωνία. Ο νέος πόλεμος θα σφραγίσει την παρακμή του Τάγματος (Γ).

Α.   Η προσπάθεια εξεύρεσης διπλωματικής λύσης – Από τη Σύνοδο της Κωνσταντίας στις συνθήκες του Μέουνο και του Μπρεστ (1414-1435)

α. Η Σύνοδος: η Σύνοδος της Κωνσταντίας συγκλήθηκε το 1414 με πρωτοβουλία του Σιγισμούνδου του Λουξεμβούργου, βασιλιά της Βοημίας και της Ουγγαρίας και Γερμανού αυτοκράτορα (από το 1410), με βασικό σκοπό να δώσει τέλος στο σχίσμα που ταλάνιζε την Καθολική Εκκλησία, εκλέγοντας πάπα κοινής αποδοχής. Ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε με την επιλογή του Ρωμαίου Οντόνε Κολόννα, ο οποίος εξελέγη πάπας με το όνομα Μαρτίνος Ε΄. Παρεμπιπτόντως, η Σύνοδος εξέτασε και το ζήτημα των διαφορών μεταξύ του Τάγματος των Τευτόνων και του βασιλείου της Πολωνίας-Λιθουανίας (βλ. Demurger όπ.π., σελ. 262-263). Οι Τεύτονες προβάλλουν τρεις ισχυρισμούς προς στήριξη των αιτημάτων τους: 1. οι Πολωνοί παραβίασαν τη συνθήκη ειρήνης. 2. ο εκχριστιανισμός των Λιθουανών δεν είναι ούτε πλήρης ούτε ειλικρινής, επομένως οι Πολωνοί έγιναν συνεργοί των “Σαρακηνών”. 3. το ιεραποστολικό έργο που έχει ανατεθεί στο Τάγμα επιτάσσει την εξολόθρευση των απίστων που αρνούνται να εκχριστιανιστούν, καθώς και των συνεργών τους.

Οι Πολωνοί θα αναθέσουν την υπεράσπισή τους σ’ έναν εξαίρετο νομικό, τον Παύλο Βλαδίμηρο που δίδασκε στο Πανεπιστήμιο της Κρακοβίας. Ο Παύλος Βλαδίμηρος θα επικαλεσθεί το φυσικό δίκαιο και το δίκαιο των εθνών και των κρατών (σήμερα θα λέγαμε το δημόσιο διεθνές δίκαιο). Τα κράτη, χριστιανικά και μη, είναι δημιουργήματα του Θεού. Ο εκχριστιανισμός ενός λαού απόκειται στη δικαιοδοσία του κυρίαρχου κράτους, εν προκειμένω του Βασιλείου της Πολωνίας και Λιθουανίας. Οι υπόλοιποι χριστιανοί δεν έχουν δικαίωμα να προσηλυτίσουν ένα λαό με τη βία, ούτε μπορούν να επιτεθούν σε ένα κυρίαρχο κράτος. Οι Πολωνοί θα κερδίσουν τις εντυπώσεις χάρη τόσο στην επιδέξια αγόρευση του νομικού τους όσο και στη μαρτυρία της αντιπροσωπείας των Σαμογετών και του πληρεξούσιου του Πολωνού μονάρχη, που θα καταθέσουν για τις βιαιότητες που διέπραξε το Τάγμα κατά τη διάρκεια των επιδρομών του στα εδάφη της Λιθουανίας. Τις όποιες ελπίδες των Τευτόνων θα τις καταστρέψει οριστικά ο νομικός του εκπρόσωπος, ο φανατικός Δομηνικανός Ιωάννης του Φάλκενμπεργκ, ο οποίος θα βαλθεί ν’ αποδείξει ότι οι Πολωνοί είναι αιρετικοί που πρέπει να εξολοθρευτούν μαζί με τους “άπιστους” Λιθουανούς. Ο πάπας θα δικαιώσει φυσικά την Πολωνία.

β. Η διαιτησία του Σιγισμούνδου και οι συνθήκες του Μέουνο και του Μπρεστ: η παπική απόφαση δεν έθεσε τέλος στη διαμάχη. Οι εχθροπραξίες συνεχίζονταν σποραδικά. Έτσι, οι δύο πλευρές στράφηκαν στη διαιτησία του αυτοκράτορα Σιγισμούνδου (για μια ανάλυση των σχέσεων Τευτόνων και Σιγισμούνδου, βλ. Gouguennheim, όπ.π., σελ. 526-528). Ο αυτοκράτορας έκρινε ότι έπρεπε να τηρηθούν οι όροι της συνθήκης ειρήνης του Τορν, με μόνη ουσιαστική τροποποίηση την οριστική παραχώρηση της Σαμογετίας στη Λιθουανία. Ο Λαδισλάος δεν έμεινε ικανοποιημένος με την απόφαση αυτή και επιχείρησε να ανακτήσει την Πομερελία με τα όπλα. Συναντώντας τη σθεναρή αντίσταση των Τευτόνων, αναγκάζεται να συμβιβαστεί. Τον Σεπτέμβριο του 1422 θα υπογράψει με τους Τεύτονες στο Μέουνο (Mełno) συνθήκη “διαρκούς ειρήνης”. Επικυρώνεται η οριστική παραχώρηση της Σαμογετίας στη Λιθουανία, ενώ ο πιο “πονηρός” για το Τάγμα όρος έγκειται στο ότι η πρωσική συνέλευση των τάξεων ορίζεται εγγυήτρια της συνθήκης. Η υπακοή των Πρώσων στον μεγάλο μάγιστρο εξαρτάται από την εκ μέρους του τήρηση της συνθήκης (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 481).

Τα ιστορικά γεγονότα δεν θα επιβεβαιώσουν τον τίτλο της συνθήκης του Μέουνο. Οι εχθροπραξίες θα ξαναρχίσουν το 1431 και θα διαρκέσουν τέσσερα χρόνια: δεν πρόκειται ακριβώς για ανοιχτή σύρραξη, αλλά περισσότερο για επιδρομές της μιας πλευράς στα εδάφη της άλλης που συνδυάζονται με διπλωματικά παιχνίδια και δολοπλοκίες. Μετά την εκεχειρία του Δεκεμβρίου του 1433 και τον θάνατο του Λαδισλάου το 1434, οι εμπόλεμοι συνάπτουν συνθήκη στο Μπρεστ της Κουγιαβίας (31 Δεκεμβρίου 1435). Η συνθήκη “αιώνιας ειρήνης” επαναλαμβάνει τους όρους της συνθήκης του Μέουνο με μία προσθήκη: δεν αναγνωρίζεται πλέον δικαίωμα παρέμβασης στον πάπα και στον Γερμανό αυτοκράτορα (Gouguennheim, όπ.π.). Θεωρητικά, το Τάγμα χάνει τη δυνατότητα να ζητήσει τη βοήθεια των παραδοσιακών στηριγμάτων του. Στην πράξη, ούτε ο πάπας ούτε ο αυτοκράτορας βοήθησαν με ουσιαστικό τρόπο τους Τεύτονες στις συγκρούσεις τους με την Πολωνία και τη Λιθουανία. 

Β.   Η εσωτερική κρίση

α. Η κρίση εντός του Τάγματος: η καθαίρεση του Ερρίκου του Πλάουεν από το αξίωμα του μεγάλου μαγίστρου έφερε στην επιφάνεια τη μεγάλη αντιπαράθεση που ταλάνιζε το Τάγμα μεταξύ “σκληροπυρηνικών” (που θεωρούσαν τη στρατιωτική επικράτηση μόνη ουσιαστική λύση για την επιβίωση του κράτους της Πρωσίας) και “ειρηνιστών” (που προτιμούσαν την ειρηνική επίλυση των διαφορών με την Πολωνία και είχαν την υποστήριξη μεγάλου μέρους των Πρωσων φεουδαρχών και μεγαλοαστών). Η διαμάχη αυτή επιδεινωνόταν και λόγω των διαφορών που χώριζαν τις κλίκες που είχαν δημιουργηθεί στο Τάγμα αναλόγως της καταγωγής των Ιπποτών και οι οποίες έφερναν, χοντρικά, αντιμέτωπους Βόρειους και Νότιους Γερμανούς!  Επιπλέον, επανεμφανίζεται με μεγαλύτερη οξύτητα και η χρόνια αντιπαράθεση μεταξύ απολυταρχίας του μεγάλου μαγίστρου και “δημοκρατικότερης” διοίκησης του Τάγματος.

Η κρίση θα κορυφωθεί στα χρόνια του μεγάλου μαγίστρου Παύλου του Ρούσντορφ (1422-1441), του οποίου η απολυταρχική διακυβέρνηση θα οδηγήσει σε σύγκρουση με τον μάγιστρο της Γερμανίας Έμπερχαρντ του Ζάουνσχάιμ. Ο δεύτερος κατηγορεί τον μεγάλο μάγιστρο ότι ενεργεί καθ’ υπέρβαση αρμοδιοτήτων, αδιαφορώντας για τις εκτός Πρωσίας κτήσεις των Τευτόνων. Το 1437 τον καλεί δημόσια να τηρήσει τους νόμους και τα έθιμα του Τάγματος. Ο Ρούσντορφ υποχωρεί, καθώς ο Έμπερχαρντ ζητεί τη διαμεσολάβηση του αυτοκράτορα Σιγισμούνδου. Με τον τρόπο αυτό θα διασώσει τις κτήσεις του Τάγματος στη Σικελία (τις οποίες εποφθαλμιούσε ο Αραγονέζος μονάρχης, ενώ ο Ρούσντορφ διαπραγματευόταν με τον Σιγισμούνδο την ανταλλαγή τους με εδάφη κοντά στη Φρανφούρτη επί του Όντερ, βλ. Toomaspoeg όπ.π., σελ. 153-154). Δύο χρόνια αργότερα, ο μεγάλος μάγιστρος προχωρεί σε νέα αυθαίρετη κίνηση: διορίζει μάγιστρο της Λιβονίας τον Ερρίκο του Νοτλέμπεν από τη Ρηνανία, δηλαδή ένα “Νότιο”, ενώ στη συντριπτική τους πλειονότητα οι ιππότες στη Λιβονία κατάγονται από τον γερμανικό Βορρά. Η επιλογή του Ρούσντορφ προκαλεί πραγματικό πραξικόπημα στο εσωτερικό τους Τάγματος: τρεις διοικήσεις στην Ανατολική Πρωσία, μεταξύ των οποίων και αυτή του Κένιγκσμπεργκ, στασιάζουν και ενώνουν τις δυνάμεις τους με τον μάγιστρο της Γερμανίας ζητώντας την αναμόρφωση του τρόπου διοίκησης του Τάγματος (Demurger όπ.π., σελ. 267). Ο μεγάλος μάγιστρος κατορθώνει να διασωθεί διαιρώντας επιδέξια τους αντιπάλους του, προβαίνοντας σε δευτερεύουσας σημασίας παραχωρήσεις και φέρνοντας με το μέρος του τους αστούς των πρωσικών πόλεων (υποσχόμενος φορολογικές ελαφρύνσεις). Η λύση θα αποδειχθεί προσωρινή, μια και η αντιπαράθεση του Τάγματος με τους υπηκόους του είναι τελικά αναπόφευκτη.

β. Η οικονομική κρίση: Μέχρι την ήττα του Τάννενμπεργκ, το Τάγμα δεν είχε επιβάλει φόρο εισοδήματος στην Πρωσία. Τα έσοδα από τις ιδιοκτησίες του και οι εισφορές των διοικήσεών του στην υπόλοιπη Ευρώπη αρκούσαν για να καλυφθούν τα έξοδα για εξοπλισμό και στρατολόγηση μισθοφόρων. Μετά το 1410, όμως, το δημοσιονομικό έλλειμμα του πρωσικού κράτους καθίσταται χρόνιο (Demurger όπ.π., σελ. 266/ Gouguennheim, όπ.π., σελ. 538 επ.). Η υψηλή πολεμική αποζημίωση που έπρεπε να καταβληθεί στους Πολωνούς βάσει της συνθήκης του Τορν δεν αρκεί για να εξηγήσει την εξέλιξη αυτή.

Στην πραγματικότητα οι λόγοι της κρίσης είναι γενικοί και ειδικοί. Αφενός, με διαφορά μισού αιώνα και περισσότερο, η Πρωσία νιώθει τις συνέπειες της μεγάλης πανευρωπαϊκής κρίσης των μέσων του 14ου αι., η οποία οφειλόταν, μεταξύ άλλων, στις κλιματικές μεταβολές (στη “μικρή περίοδο των παγετώνων” που πλήττει την Ευρώπη) και στην επιδημία της βουβωνικής πανώλης. Αφετέρου, ο πόλεμος τους 1410 και οι επαναλαμβανόμενες πολωνικές επιδρομές προκαλούν σοβαρές καταστροφές. Οι κακές σοδειές του 1412, του 1415 και του 1416, καθώς και η επιδημία πανώλης που πλήττει την Πρωσία το 1416 συντελούν στην επιδείνωση της οικονομικής κρίσης.

Η αντιμετώπιση του προβλήματος οδηγεί την Πρωσία σε φαύλο κύκλο. Το Τάγμα χρειάζεται χρήματα για τις πολεμικές δαπάνες από τις οποίες εξαρτάται η επιβίωσή του, αλλά τα χρήματα μπορούν (ίσως) να βρεθούν μόνο αν ληφθούν μέτρα εξαιρετικά επαχθή για τους υπηκόους του. Συγκεκριμένα, η αντίδραση του Τάγματος είναι διττή: επιβολή φορολογίας και μεταβολή του νομικού καθεστώτος. Καταρχάς, το Τάγμα μεταβάλλει το νομικό καθεστώς στο οποίο υπόκεινται οι αγρότες, επιβάλλοντας σε πρώτη φάση διάφορους περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία τους. Στη συνέχεια, η περαιτέρω επιδείνωση του ισχύοντος δικαίου καθιστά τους (μέχρι τότε ελεύθερους) αγρότες ουσιαστικά δουλοπάροικους. Η μεταβολή αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε σύμπτωση συμφερόντων του Τάγματος και των οικονομικά ισχυρών της Πρωσίας (οι οποίοι επωφελούνται από τα μέτρα και ιδίως από τις εξαιρετικά χαμηλές αμοιβές του εργατικού δυναμικού). Ωστόσο το Τάγμα επιδιώκει να επωφεληθεί αποκλειστικά το ίδιο από τα μέτρα του (Demurger όπ.π., σελ. 268): τροποποιεί το κληρονομικό δίκαιο, αποκλείοντας π.χ. τις γυναίκες από την κληρονομική διαδοχή, έτσι ώστε να πολλαπλασιάσει τις περιπτώσεις στις οποίες το Δημόσιο καθίσταται εξ αδιαθέτου κληρονόμος.

Οι συνθήκες αυτές είναι ικανές να μετατρέψουν την οικονομική κρίση σε πολιτική. Εξέλιξη που δεν θα αργήσει να συμβεί.

γ. Η πολιτική κρίση: Το Τάγμα έχει αποκλείσει από κάθε άσκηση εξουσίας όλες τις κοινωνικές τάξεις (γαιοκτήμονες, αστούς, ελεύθερους αγρότες). Με την πολιτική που ακολουθεί στα φορολογικά και νομικά ζητήματα έχει αποξενωθεί εντελώς από το σύνολο των υπηκόων του. Η κρίση του 1437-1440 στο εσωτερικό του Τάγματος δίνει την ευκαιρία στους δυσαρεστημένους να ενώσουν τις δυνάμεις τους. Τον Μάιο του 1440, ευγενείς και εκπρόσωποι 19 πόλεων της Πρωσίας υπογράφουν σύμφωνο πολιτικών διεκδικήσεων και προχωρούν στην ίδρυση ομοσπονδίας (Preußische Bundesvertrag ή Bund). Τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς ο Ρούσντορφ παραιτείται. Ο διάδοχός του στην ηγεσία του Τάγματος, ο Κορράδος του Έρλιχσχάουζεν, προσπαθεί με κάθε μέσο να διαιρέσει τις συνιστώσες της Ομοσπονδίας, Μάταια όμως. Το 1450 συνέρχεται στο Έλμπινγκ η πρωσική Δίαιτα (συνέλευση των τάξεων) και συντάσσει κατάλογο με 61 αιτήματα. Πανικόβλητοι, οι Τεύτονες απευθύνονται στον πάπα ζητώντας τη διάλυση της Ομοσπονδίας. Η κίνηση κάνει το ποτήρι να ξεχειλίσει: το 1454, η Ομοσπονδία περνά στην επαναστατική δράση. Φυλακίζει τον μαρισκάλδο του Τάγματος μαζί με κάμποσους διοικητές. Καταλαμβάνει κάστρα και οχυρά των Τευτόνων. Κυρίως, στις 15 Απριλίου 1454, κατόπιν πρωτοβουλίας της Ομοσπονδίας, η πρωσική Δίαιτα απευθύνεται στον βασιλιά της Πολωνίας, τον Καζιμίρ Δ΄, προσφέροντάς του υποτέλεια με αντάλλαγμα την αναγνώριση πολιτικών προνομίων και ελευθεριών! Η επέμβαση της Πολωνίας δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε νέο πόλεμο με το Τάγμα.

Γ. Από τον Δεκατριετή Πόλεμο στη δεύτερη συνθήκη του Τορν (1454-1466)

α. Ο πόλεμος: Έχοντας κάνει εχθρούς τους ίδιους τους υπηκόους του, αντιμέτωπο με θανάσιμο κίνδυνο, το Τάγμα ξαναβρίσκει την ενότητά του την ύστατη στιγμή. Υπάρχει ίσως σωτηρία, ακόμη και τώρα: οι ιππότες είναι αξιόμαχοι, το δίκτυο των κάστρων και των οχυρών του Τάγματος ισχυρό (Demurger όπ.π., σελ. 270). Το ξεκίνημα του πολέμου δίνει ελπίδες στους Τεύτονες: στις 11 Σεπτεμβρίου 1454 πετυχαίνουν μεγάλη νίκη επί των Πολωνών στο Κόνιτς της Πομερελίας. Λείπουν, όμως, τα χρήματα για να πληρωθούν οι μισθοφόροι, απαραίτητοι όσο ποτέ άλλοτε τώρα που οι υπήκοοι του Τάγματος αρνούνται να εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους στρατιωτικής υπηρεσίας. Ζητώντας την καταβολή των δεδουλευμένων, ο Μοραβός Βερνάρδος του Ζίννενμπεργκ, επικεφαλής των Τσέχων μισθοφόρων που φρουρούν το Μαρίενμπουργκ, συλλαμβάνει και κρατά όμηρο τον μεγάλο μάγιστρο Λουδοβίκο του Έρλιχσχάουζεν. Ο μάγιστρος κατορθώνει να δραπετεύσει και καταφεύγει στο Κένιγκσμπεργκ. Το 1456 ο Καζιμίρ καταλαμβάνει το κάστρο του Μαρίενμπουργκ. Η τευτονική φρουρά της πόλης θα αντισταθεί ηρωικά για τρία ακόμη χρόνια. Έπειτα, οι Τεύτονες υφίστανται αλλεπάλληλες ήττες. Τα κάστρα τους πέφτουν στα χέρια των Πολωνών το ένα μετά το άλλο (Demurger όπ.π., σελ. 271). Ο πόλεμος έχει χαθεί.

β. Η δεύτερη συνθήκη ειρήνης του Τορν: Στις 19 Οκτωβρίου 1466 υπογράφεται στο Τορν νέα συνθήκη ειρήνης μεταξύ Τευτόνων και Πολωνών. Οι όροι της είναι επαχθέστατοι για το Τάγμα. Η Πολωνία αποκτά την Πομερελία με το Ντάντσιχ, την περιοχή του Κουλμ και του Ερμ, το Έλμπινγκ, το Τορν και το Μαρίενμπουργκ, την κοιτίδα δηλαδή του Τάγματος (Demurger όπ.π./ Gouguennheim, όπ.π., σελ. 556-557). Οι Τεύτονες χάνουν τα δύο τρίτα της Πρωσίας (τα πιο πλούσια, εκτός των άλλων), διατηρώντας μόνο το ανατολικό τμήμα της με το Κένιγκσμπεργκ και το Μέμελ, καθώς και την Πομεσανία με το Μαρίενβερντερ, και μάλιστα ως φέουδο που τους παραχωρεί ο Πολωνός μονάρχης, στον οποίο πρέπει να δηλώσει υποτέλεια ο μεγάλος μάγιστρος! 

Αν μετά την πρώτη συνθήκη ειρήνης του Τορν το Τάγμα διατηρούσε ουσιαστικές ελπίδες επιβίωσης, η δεύτερη σηματοδοτεί το τέλος του Ordensstaat. Η ήττα του Τάννενμπεργκ/ Γκρούνβαλντ δεν είχε άμεσα αποτελέσματα, αλλά δημιούργησε τις συνθήκες για την καθοριστική φθορά του Τάγματος. Οι δυνατότητες των Τευτόνων είναι πλέον εξαιρετικά περιορισμένες. Η ανάκτηση των χαμένων εδαφών μοιάζει ανέφικτη. Η Μεγάλη Πολωνία είναι η νέα υπερδύναμη της περιοχής. Βεβαίως το Τάγμα διατηρεί τις εκτεταμένες κτήσεις του στη Λιβονία, καθώς και τις διοικήσεις του στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ίσως πρέπει να επανακαθορίσει τον προορισμό του και να θέσει εαυτόν στην υπηρεσία της χριστιανοσύνης προκειμένου να αποκρουσθεί ο ολοένα και πιο απειλητικός τουρκικός κίνδυνος. Ποιά λύση θα επιλέξει τελικά το Τάγμα; Θα το διαπιστώσουμε στο επόμενο και τελευταίο μέρος της σειράς, όπου και θα επιχειρήσουμε μια συνολική αποτίμηση της δράσης του Τάγματος και του μύθου που κληροδότησε στην Ιστορία.      

Ιερουσαλήμ-Μαρίενμπουργκ – μέρος ΙI (1250-1400)

Οκτωβρίου 16, 2010

Αφήσαμε τους Τεύτονες Ιππότες στα μέσα του 13ου αι., ενώ μάχονται σε δύο εντελώς διαφορετικά μέτωπα. Στη Μέση Ανατολή συμμετέχουν στην υπεράσπιση των φραγκικών κρατών, μαζί με τα άλλα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα. Στη Βαλτική ακολουθούν μια επεκτατική πολιτική σε βάρος των ιθαγενών πληθυσμών και οργανώνουν μεθοδικά το κράτος τους στην Πρωσία και τις κτήσεις τους στη Λιβονία. Η περιπέτεια στην Ανατολική Μεσόγειο θα φτάσει σχετικά γρήγορα στο τέλος της, αναγκάζοντας το Τάγμα να επανακαθορίσει την αποστολή και τους σκοπούς της δράσης του. Τα ίδια τα γεγονότα θα οδηγήσουν τους Τεύτονες να αφοσιωθούν αποκλειστικά στο έργο τους στις εσχατιές της Βορειοανατολικής Ευρώπης, της οποίας την Ιστορία πρόκειται να σημαδέψουν ανεξίτηλα.

Ι. Από το Μονφόρ στο Μαρίενμπουργκ

Α. Οι Τεύτονες κατά τον τελευταίο μισό αιώνα ύπαρξης των χριστιανικών κρατών της Ανατολής

Χωρίς ποτέ να αποκτήσουν τη στρατιωτική και πολιτική επιρροή των “μεγαλύτερων αδελφών” τους, των Ναϊτών και των Ιωαννιτών, οι Τεύτονες συνδράμουν με ενεργό τρόπο στην άμυνα του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ (που βέβαια έχει πλέον ως πρωτεύουσα τον Άγιο Ιωάννη της Άκρας), της Κομητείας της Τριπόλεως, του Πριγκιπάτου της Αντιόχειας και του αρμενικού βασιλείου της Κιλικίας. Η Κύπρος και οι φραγκικές κτήσεις στην Ελλάδα αποτελούν τις προκεχωρημένες βάσεις ανεφοδιασμού του Τάγματος. Οι πρωταγωνιστές των γεγονότων δεν το γνωρίζουν βέβαια, αλλά διανύουμε ήδη τις τελευταίες δεκαετίες ύπαρξης των χριστιανικών κρατών της Ανατολής. Οι συνθήκες έχουν επιδεινωθεί και η ισορροπία δυνάμεων έχει μεταβληθεί δραματικά σε βάρος των Φράγκων.

Αφενός, τα χριστιανικά κράτη και ιδίως το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ σπαράσσονται από έριδες: η μάχη για την εξουσία είναι σκληρή και πρωταγωνιστούν σ’ αυτήν “εξωτερικοί” διεκδικητές (αρχικά οι Στάουφεν, μετέπειτα η Ανδεγαυική δυναστεία της Νεάπολης, οι Λουζινιάν της Κύπρου) και οι ντόπιοι υποστηρικτές τους, τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα, ισχυροί τοπικοί φεουδάρχες που επιθυμούν μια πιο ανεξάρτητη πολιτική και οι ιταλικές “ναυτικές δημοκρατίες” που έχουν κτήσεις και εμπορικά συμφέροντα στην περιοχή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατάστασης αποτελεί ο λεγόμενος Πόλεμος του Αγίου Σάββα (1256-1270): με αφορμή την κυριότητα ενός οικοπέδου (όπου και το ομώνυμο μοναστήρι), το οποίο βρίσκεται στα όρια των αντίστοιχων συνοικιών τους στην Άκρα, Βενετία και Γένοβα ξεκινούν μια σφοδρότατη σύγκρουση που θα χωρίσει σε δύο στρατόπεδα τις δυνάμεις της φραγκικής Ανατολής, με ολέθριες συνέπειες. Οι Τεύτονες θα πάρουν φυσικά το μέρος των Ενετών με τους οποίους διατηρούν στενές πολιτικές και εμπορικές σχέσεις: για τη μεταφορά στρατιωτικών δυνάμεων, εφοδίων και εμπορευμάτων ναυλώνουν κυρίως καράβια της Γαληνοτάτης.  

Αφετέρου, στο Σουλτανάτο του Καΐρου, το 1250, ένα πραξικόπημα ανατρέπει τους Αγιουβίδες, τη δυναστεία που ίδρυσε ο Σαλαδίνος, και φέρνει στην εξουσία τους Μαμελούκους, αξιωματικούς με καταγωγή (συνήθως τουρκική) από τις περιοχές της Μαύρης Θάλασσας, του Καυκάσου και του Τουρκεστάν, οι οποίοι αγοράσθηκαν κατά την παιδική τους ηλικία σαν σκλάβοι για να εκπαιδευθούν και να υπηρετήσουν στον στρατό του σουλτανάτου. Οι Μαμελούκοι εγκαταλείπουν την πολιτική σχετικής ανοχής που ακολουθούσαν οι Αγιουβίδες και θέτουν σε εφαρμογή ένα σχέδιο κατάκτησης του συνόλου των χριστιανικών εδαφών σε Συρία και Παλαιστίνη. Ο σουλτάνος Μπαϋμπάρς κατακτά ολόκληρο το Πριγκιπάτο της Αντιόχειας και πολλά από τα εδάφη του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ. Το 1271 πολιορκεί (για δεύτερη φορά) και τελικά καταλαμβάνει το κάστρο του Μονφόρ, την έδρα του Τάγματος. Οι επιζώντες καταφεύγουν στην Άκρα που γίνεται η νέα έδρα των Τευτόνων. Ο οριστικός αφανισμός των φραγκικών κρατών είναι θέμα χρόνου: το 1289, ο διάδοχος του Μπαϋμπάρς, ο Καλαβούν, κατακτά την Τρίπολη. Ο γιος του τελευταίου, ο Αλ Ασράφ, θα πολιορκήσει την πρωτεύουσα των Χριστιανών, την Άκρα, την άνοιξη του 1291. Οι πολιορκημένου θα αμυνθούν ηρωϊκά, αλλά ο αγώνας τους είναι μάταιος. Στην πολιορκία θα μετέχει το σύνολο σχεδόν των δυνάμεων των Τευτόνων στην Παλαιστίνη, καθώς και ενισχύσεις από τη Σικελία, τις οποίες έστειλε ο μέγας μάγιστρος Κορράδος του Φώυχτβάνγκεν. Στις 28 Μαΐου 1291 σβήνει κι η τελευταία εστία αντίστασης, το οχυρό των Ναϊτών. Το τέλος των χριστιανικών κρατών έχει πλέον γραφτεί.

Β. Από τη Μεσόγειο στην Πρωσία:

Η πτώση της Άκρας και η οριστική απώλεια των φραγκικών κτήσεων στους Άγιους Τόπους υπήρξε τραυματική εμπειρία για το Τάγμα των Τευτόνων, όπως και για τα άλλα δύο στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα. Πρέπει να αναζητηθεί νέα έδρα και να καθοριστεί εκ νέου ο σκοπός του Τάγματος, σε μια εποχή που έχει ατονήσει το ενδιαφέρον για τους Άγιους Τόπους και τα πολιτικά και θρησκευτικά κέντρα εξουσίας στη Δύση αντιμετωπίζουν την ιδέα των σταυροφοριών, γενικά, και τα τάγματα, ειδικότερα, με σκεπτικισμό. Το χρονικό σημείο είναι απολύτως καθοριστικής σημασίας: τα μετέπειτα γεγονότα αποδεικνύουν ότι η επιλογή έδρας και σκοπού έκρινε κυριολεκτικά την επιβίωση των τριών ταγμάτων. Πιο συντηρητικοί, πιο πιστοί (ή προσκολλημένοι) στην ιδέα της ανάκτησης των Αγίων Τόπων, οι Ναΐτες έπεσαν τελικά στα δίχτυα του Φίλιππου του Ωραίου της Γαλλίας και σχεδόν μετά από μια εικοσαετία διαλύθηκαν με τρόπο δραματικό. Πιο προνοητικοί (και πιο τυχεροί), οι Ιωαννίτες μεταφέρθηκαν στα Δωδεκάνησα όπου οργάνωσαν το κράτος τους και συνέχισαν να πολεμούν τους μουσουλμάνους με νέα μέσα και σε νέα μέτωπα. Όσο για τους Τεύτονες…

α. Άκρα-Βενετία: Αντί να επιλέξουν την προσωρινή λύση που προτίμησαν οι άλλοι δύο και να μετεγκασταθούν στην Κύπρο των Λουζινιάν, οι Τεύτονες Ιππότες επέλεξαν να μεταφέρουν την έδρα του τάγματος στη Βενετία. Καταρχάς, η λύση εξηγείται τόσο από την επιθυμία να αποφύγουν τους περιορισμούς που επέβαλαν οι Λουζινιάν στα τάγματα που εγκαταστάθηκαν στο νησί τους όσο και από τις παραδοσιακά εξαίρετες σχέσεις των Τευτόνων με τη Γαληνοτάτη. Επιπλέον, η Βενετία βρισκόταν σχετικά μακριά από την παπική εξουσία, ενώ πλεονεκτούσε έναντι μιας άλλης πιθανής λύσης, της Σικελίας, που την εποχή εκείνη σπαράσσεται από τη σύγκρουση Αραγονέζων και Ανδεγαυών. Κυρίως, όμως, η επιλογή της Βενετίας αποτελεί αποτέλεσμα προσωρινού συμβιβασμού μεταξύ των δύο αντίπαλων τάσεων που έχουν διαμορφωθεί στο εσωτερικό του Τάγματος: η πρώτη τάση προκρίνει τη συνέχιση του αγώνα για την ανάκτηση των εδαφών στην Παλαιστίνη και στη Συρία, ενώ η δεύτερη υποστηρίζει ότι οι Τεύτονες πρέπει να στρέψουν την προσοχή τους αποκλειστικά στη Βαλτική και στο υπό σύσταση κράτος τους. Ταυτόχρονα συγκρούονται και δύο αντικρουόμενες αντιλήψεις σχετικά με την οργάνωση και τη διοίκηση του Τάγματος: ορισμένοι πιστεύουν ότι το Τάγμα πρέπει να διοικείται συλλογικά, άλλοι υποστηρίζουν τη σχεδόν απόλυτη εξουσία του μεγάλου μαγίστρου. Η συνύπαρξη των παρατάξεων δεν είναι ακριβώς ειρηνική: το 1303 οι υποστηρικτές της πρωσικής λύσης θα εξαναγκάσουν σε παραίτηση τον διάδοχο του Κορράδου του Φώυχτβάνγκεν, τον μεγάλο μάγιστρο Γοδεφρείδο του Χοενλόε.

β. Βενετία-Μαρίενμπουργκ: Το Τάγμα θα εκλέξει στη θέση του τελευταίου τον Ζίγκφριντ του Φώυχτβάνγκεν (συγγενή του προναφερθέντος μαγίστρου): πρόκειται για τον μεγάλο μάγιστρο που, το 1309, θα αποφασίσει τη μεταφορά της έδρας του τάγματος στην Πρωσία και συγκεκριμένα στο Μαρίενμπουργκ (σημερινό Μάλμπορκ στην Πολωνία), την πόλη που το 1280 ίδρυσαν οι Τεύτονες στις όχθες του Νόγκατ, ενός παραπόταμου του Βιστούλα. Είναι σαφές ότι ο καταγόμενος από τη Φραγκονία μεγάλος μάγιστρος ανήκε στο “πρωσικό κόμμα”, ακολουθώντας την πολιτική γραμμή που εξέφραζε κι ο συγγενής προκάτοχός του Κορράδος. Η μετεγκατάσταση στην Πρωσία εξηγείται από πολλούς λόγους: η Πρωσία παρέχει ασφάλεια και ελευθερία κινήσεων στο Τάγμα, μια και είναι μακριά και από τον πάπα και από τον αυτοκράτορα. Ανήκει στο Τάγμα, άρα του παρέχει πολιτική και οικονομική ανεξαρτησία. Επιπλέον, προσφέρει στον εκάστοτε μεγάλο μάγιστρο τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους σε προσωπικό επίπεδο (μετά την πτώση του Μονφόρ το 1271 ο μεγάλος μάγιστρος δεν είχε ουσιαστικά καμία προσωπική ιδοκτησία). Η επιλογή του Μαρίενμπουργκ ειδικά δικαιολογείται από τη στρατηγική του θέση, στο σημείο που συναντιέται ο άξονας Βιστούλα-Νόγκατ-Βαλτικής με τη χερσαία οδό Ντάντσιχ-Έλμπινγκ-Κένιγκσμπεργκ.

Η μεταφορά της έδρας, παρότι οι εξελίξεις την καθιστούν επιβεβλημένη υπόθεση, δεν θα αποδειχθεί και τόσο απλή υπόθεση. Ο επόμενος μεγάλος μάγιστρος, ο Κάρολος της Τρίερ θα διοικήσει το Τάγμα από τη γενέτειρά του! Ο Κάρολος είχε πραγματοποιήσει το μεγαλύτερο μέρος της σταδιοδρομίας του στη Γαλλία, πριν υπηρετήσει στη Βενετία ως μέγας διοικητής του Τάγματος. Φαίνεται ότι τον εξέλεξαν οι εχθροί του “πρωσικού κόμματος”, πιθανώς με την ελπίδα να ματαιωθεί η μεταφορά της έδρας στην Πρωσία. Εντούτοις, ο Κάρολος του Τρίερ, επιδέξιος διπλωμάτης και πολιτικός, θα προτιμήσει να συνεργαστεί με επιφανή στελέχη της πρωσικής παράταξης, προσπαθώντας να κατευνάσει τις αντιπαλότητες. Θα κάνει όμως το λάθος να ευνοήσει τους αστούς των πόλεων της Πρωσίας σε οικονομικά ζητήματα, καταργώντας προνόμια του Τάγματος! Η πολιτική αυτή θα στρέψει την πλειονότητα των ιπποτών εναντίον του. Στο διάστημα 1312-1318 ο Κάρολος είναι κατ’ όνομα μόνο μέγας μάγιστρος και περνά τον χρόνο του μεταξύ Τρίερ και παπικής έδρας στην Αβινιόν. Επιτυγχάνοντας να προσεταιριστεί τον μάγιστρο της Γερμανίας και ορισμένους από τους ιππότες στην Πρωσία, αποκαθίσταται στο αξίωμά του κατά τη συνέλευση του Τάγματος στην Ερφούρτη (1318). Μέχρι τον θάνατό του (1324) δεν πρόκειται πάντως να εγκατασταθεί στο Μαρίενμπουργκ (βλ. Sylvain Gouguennheim “Les Chevaliers Teutoniques“, εκδ. Tallandier, Παρίσι, 2007, σελ. 327-328). Η εγκατάσταση στο Μαρίενμπουργκ θα υλοποιηθεί ουσιαστικά μόλις το 1323.

Η μεταφορά της έδρας του Τάγματος στην Πρωσία έχει ως συνέπεια την αναμόρφωση των δομών και της λειτουργίας του. Η Πρωσία είναι πλέον το έδαφος όπου κυριαρχικά δικαιώματα ασκεί ο μεγάλος μάγιστρος. Οι μάγιστροι της Γερμανίας και της Λιβονίας αποκτούν σχετική αυτονομία και ουσιαστική ελευθερία κινήσεων. Οι κτήσεις στη Μεσόγειο περιθωριοποιούνται. Από το 1367 περνούν στη δικαιοδοσία του μαγίστρου της Γερμανίας (Kristjan Toomaspoeg “Histoire des Chevaliers Teutoniques” εκδ. Flammarion, Παρίσι, 2001, σελ. 78 επ.). Το κέντρο βάρους της δράσης του Τάγματος έχει οριστικά και αμετάκλητα μετατοπιστεί στη Βαλτική. 

ΙΙ. Οι Τεύτονες στη Βαλτική από το 1250 έως το 1400

Στο προηγούμενο μέρος είδαμε τον τρόπο με τον οποίο οι Τεύτονες εγκαταστάθηκαν στην Πρωσία και στη Λιβονία. Έχοντας εξασφαλίσει ευθύς εξαρχής από τον πάπα και τον αυτοκράτορα κυριαρχικά δικαιώματα στην Πρωσία, οι Τεύτονες έχουν τη δυνατότητα να οργανώσουν το δικό τους κράτος. Στη Λιβονία, αντιθέτως, μολονότι ελέγχουν το μεγαλύτερο τμήμα της, οι κτήσεις τους είναι διάσπαρτες, ενώ το Τάγμα πρέπει να συνυπάρξει με μια σειρά από ανταγωνιστικά προς αυτό κέντρα εξουσίας (αρχιεπίσκοπος της Ρίγας, επίσκοποι του Ντόρπατ, της Κουρλάνδης και του Έζελ, και, ως το 1346, κτήσεις του δανικού στέμματος στην Εσθονία). Αφού εξετάσουμε πρώτα τη στρατιωτική δράση του Τάγματος σε ολόκληρο τον χώρο της Ανατολικής Βαλτικής (Α), θα εκθέσουμε συνοπτικά μερικά στοιχεία της οργάνωσης του κράτους των Τευτόνων στην Πρωσία (Β).   

Α. Η στρατιωτική δράση των Τευτόνων στη Βαλτική

Σκοπός των πολέμων στην Πρωσία, τη Λιβονία και τη Λιθουανία είναι η κατάκτηση εδαφών και ο προσηλυτισμός των ειδωλολατρών ιθαγενών.

α. Τα ιστορικά γεγονότα: Στα μέσα του 13ου αι. οι Τεύτονες φαίνεται ότι έχουν σταθεροποιήσει τις θέσεις τους σε Πρωσία και Λιβονία. Παράλληλα, οι σχέσεις τους με τη Λιθουανία μοιάζουν ειρηνικές. Το 1251 ο μεγάλος δούκας Μιντάουγκας ασπάζεται τον χριστιανισμό και παραχωρεί προνόμια στο Τάγμα. Αυτή η αίσθηση ασφάλειας αποδεικνύεται απατηλή. Η επέκταση των Τευτόνων στην Ανατολική Πρωσία προκαλεί υποψίες στον Μιντάουγκας ο οποίος αισθάνεται ότι το κράτος του απειλείται. Η σπίθα που θα προκαλέσει την έκρηξη δεν είναι άλλη από τις εξεγέρσεις των πληθυσμών στις περιοχές ανάμεσα στην Πρωσία και τη Λιθουανία (i), η οποία θα δώσει την ευκαιρία στους Λιθουανούς να αναδειχθούν ως οι κατεξοχήν αντίπαλοι των Τευτόνων (ii). Λίγο αργότερα, οι διαμάχες για την πρωτοκαθεδρία στο χριστιανικό στρατόπεδο θα διαρρήξουν τις σχέσεις του Τάγματος με την Πολωνία (iii).

i. Οι Τεύτονες ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά: Το 1259 ξεσπά συντονισμένη εξέγερση των Σεμιγάλλιων και των Κούρων. Σχεδόν ταυτόχρονα επιτίθενται στους Τεύτονες οι Σαμογέτες που κατοικούν στο βορειοδυτικό τμήμα της Λιθουανίας. Οι Τεύτονες συγκεντρώνουν στρατεύματα τόσο στην Πρωσία όσο και στη Λιβονία και συναντούν τους Σαμογέτες στο Ντούρμπεν της σημερινής Λεττονίας. Στη μάχη που ακολουθεί (13 Ιουλίου 1260) υφίστανται πραγματική πανωλεθρία. Η μάχη κρίθηκε όταν λιποτάκτησαν τα βοηθητικά στρατεύματα των Τευτόνων, που αποτελούνταν από Πρώσους και Κούρους. Οι Τεύτονες έχασαν πάνω από 150 ιππότες, μεταξύ των οποίων ήταν ο μάγιστρος της Λιβονίας (Μπούρχαρντ του Χορνχάουζεν) και ο μαρισκάλδος του Τάγματος (Ερρίκος Μποτέλ). Η συντριβή αυτή παρακινεί τον Μιντάουγκας της Λιθουανίας να αποκηρύξει τον χριστιανισμό και να επιτεθεί κι αυτός στους Τεύτονες. Τον Ιανουάριο του 1261 αντιμετωπίζει τις ενωμένες δυνάμεις των Τευτόνων και των Πολωνών στο Ποκάρβιστ της Μαζοβίας και τις νικά κατά κράτος. Τέλος, οι δυσκολίες του Τάγματος επιδεινώνονται ακόμη περισσότερο όταν οι Πρώσοι βρίσκουν κι αυτοί την ευκαιρία και ξεκινούν μαζική εξέγερση που θα κρατήσει πάνω από είκοσι χρόνια. Καταπιεσμένοι, αγανακτισμένοι από την καταναγκαστική εργασία (π.χ. για την ανέγερση κάστρων και οχυρών) στην οποία τους υποχρεώνουν οι Τεύτονες, οι Πρώσοι εξεγείρονται συντονισμένα στις 21 Σεπτεμβρίου 1260. Μέχρι το 1263 η εξέγερση έχει εξαπλωθεί σε όλο το πρωσικό έδαφος. Οι Τεύτονες δεν ελέγχουν παρά μερικές πόλεις. Μεταξύ των ηγετών της πρωσικής εξέγερσης ξεχωρίζει η μορφή του Έρκους Μόντε. Όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, ο Μόντε ήταν άνθρωπος με άριστη γνώση του εχθρού: γνώριζε πολύ καλά τη γερμανική γλώσσα και τον γερμανικό τρόπο ζωής, μια και είχε σπουδάσει στο Μαγδεβούργο. Πραγματικός ηγέτης για τον λαό του, ο Μόντε υπήρξε αμείλικτος με τους Τεύτονες ιππότες και τους Γερμανούς αποίκους. Νικά τους εχθρούς του σε πολλές μάχες, αλλά το 1272 συλλαμβάνεται και απαγχονίζεται από τους Τεύτονες (Toomaspoeg, όπ.π., σελ. 106). Το 1272 είναι σημαδιακή χρονιά, καθώς οι ιππότες ανακτούν τον έλεγχο της κατάστασης. Η εξέγερση των Πρώσων θα συνεχιστεί, πάντως, μια και θα καταπνιγεί οριστικά μόλις το 1283. Όσο για την εξέγερση των Σεμιγάλλιων που είχε κατά τα φαινόμενα κατασταλεί, ξεσπά εκ νέου το 1280. Οι Τεύτονες θα αναγκαστούν να συντονίσουν τις κινήσεις τους με τον αρχιεπίσκοπο της Ρίγας, ενώ θα χρειαστούν μαζικές σφαγές για να υποταγούν οριστικά οι εξεγερμένοι. Η τελική νίκη επί του “εσωτερικού” εχθρού είχε υψηλό τίμημα. Πλέον απομένει ο “εξωτερικός” εχθρός που είναι, όμως, ακόμη πιο επίφοβος. 

ii. Λιθουανία, η μεγάλη αντίπαλος των Τευτόνων: η αχανής επικράτεια του λιθουανικού κράτους εισχωρεί σαν σφήνα ανάμεσα στην Πρωσία και τις κτήσεις των Τευτόνων στη Λιβονία, καθιστώντας αδύνατη τη μεταξύ τους επικοινωνία μέσω ξηράς. Οι Τεύτονες προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα με την ίδρυση, το 1252, του λιμανιού του Μέμελ (λιθ. Κλαϊπέντα) στο ανατολικό άκρο της Πρωσίας, αλλά η ναυσιπλοΐα δεν αποτελεί ικανοποιητική λύση σε μια περιοχή που η θάλασσα παραμένει παγωμένη για μερικούς μήνες τον χρόνο. Το πρόβλημα αυτό άλλωστε αποτελεί και τον βασικό λόγο για τον οποίο ο γερμανικός αποικισμός στη Λιβονία δεν μπόρεσε ποτέ να φτάσει σε αριθμούς αυτόν της Πρωσίας. Το λιθουανικό κράτος είναι ισχυρό: στηρίζεται σε μια πολυάριθμη και πλούσια στρατιωτική αριστοκρατία, η οποία επιδίδεται σε συνεχείς επιδρομές στα εδάφη των Τευτόνων. Οι πόλεμοι μεταξύ των δύο πλευρών είναι πράγματι αναρίθμητοι: π.χ. το 1297 ο Μπρούνο, μάγιστρος της Λιβονίας, κατορθώνει να αποκρούσει την επίθεση των Λιθουανών και εισβάλλει στα εδάφη τους όπου, όμως, θα ηττηθεί. Το 1299 οι Λιθουανοί εισβάλλουν στην Ανατολική Πρωσία, αλλά αποκρούονται. Αντί να υποχωρήσουν επιχειρούν αντιπερισπασμό και εισβάλλουν στην Πολωνία και τη Νότια Πρωσία, όπου λεηλατούν το Ντόμπριν και το Κουλμ. Οι Πολωνοί ζητούν τη βοήθεια των Τευτόνων και από κοινού νικούν τους Λιθουανούς. Στο διάστημα 1300-1410 καταγράφονται περίπου 300 συγκρούσεις με τους Λιθουανούς! Κατά το πρώτο μισό του 14ου αι. οι Τεύτονες κρατούν τις θέσεις τους χωρίς απώλειες εδαφών, αλλά δίχως να πετύχουν νίκες καθοριστικής σημασίας. Μετά το 1350, ιδίως δε κατά το διάστημα που μέγας μάγιστρος είναι ο Βίνριχ του Κνιπρόντε (1351-1382), μια από τις μεγαλύτερες μορφές της Ιστορίας του Τάγματος, οι Τεύτονες αποκτούν τον έλεγχο του παιχνιδιού. Ο Βίνριχ, “ο άνθρωπος που το όνομά του ταυτίζεται με την παντοδυναμία του Τάγματος” (Gouguenheim, όπ.π., σελ. 329), συνεργάζεται με τον αρχιεπίσκοπο της Ρίγας και κατορθώνει να επιβάλει υποχρέωση στρατιωτικής υπηρεσίας στους αστούς και της Λιβονίας. Το 1370 νικά θριαμβευτικά τους Λιθουανούς στη μάχη του Ρουντάου. Παράλληλα εκμεταλλεύεται τις δυναστικές έριδες στη Λιθουανία: ο μάγιστρος συμμαχεί με τον διάδοχο του δουκάτου, τον Γιογκάιλα, εναντίον του θείου του δεύτερου, του Κεστούτις, ο οποίος έχει σφετεριστεί την εξουσία στη Λιθουανία (1377). 

iii. Από σύμμαχοι εχθροί – οι σχέσεις Τευτόνων και Πολωνών από το 1250 και μετά: Κατά το μεγαλύτερο μέρος του 13ου αι. η συνεργασία Τευτόνων και Πολωνών είναι αγαστή. Συναποτελούν τη χριστιανική συμμαχία που μάχεται τους ειδωλολάτρες Πρώσους και Λιθουανούς. Στο έργο του Πολωνού χρονικογράφου Γιαν Ντλούγκος (δεύτερο μισό του 15ου αι.), συγγραφέα που εμφορείται από εχθρικά για τους Τεύτονες αισθήματα, Πολωνοί και Γερμανοί παρουσιάζονται κατά τον 13ο αι. ως φίλοι και σύμμαχοι, ενώ οι ειδωλολάτρες ως βάρβαροι που σκοτώνουν τους καλούς χριστιανούς. Οι Λιθουανικοί ειδικότερα χαρακτηρίζονται ως οι φυσικοί εχθροί των Πολωνών. Σε όλα τα πεδία των μαχών Πολωνοί και Τεύτονες πολεμούν μαζί. Ωστόσο η σύγκρουση συμφερόντων δεν θα αργήσει να τους φέρει αντιμέτωπους.

Οι πρώτες διαφορές μεταξύ των Πολωνών και του Τάγματος αφορούν την οργάνωση των επισκοπικών περιφερειών: οι Τεύτονες προτιμούν την υπαγωγή του Κουλμ στην αρχιεπισκοπή της Ρίγας κι όχι σε κάποια από τις επισκοπές της Πολωνίας όπως θα ήταν φυσικό από γεωγραφική άποψη. Η διαφορά όμως που θα προκαλέσει την οριστική ρήξη μεταξύ των δύο πλευρών είναι το ζήτημα της Ανατολικής Πομερανίας (ή Πομερελίας). Το 1295 ο δούκας της Πομερελίας, ο Μέστβιν, πεθαίνει άκληρος και κληροδοτεί τα εδάφη του στον Πρεμισλάο Β΄ (πολ. Przemysł), δούκα της Μεγάλης Πολωνίας και μετέπειτα βασιλιά της ενωμένης Πολωνίας. Εσωτερικά προβλήματα δεν επιτρέπουν στον Πρεμισλάο να προσαρτήσει την Πομερελία, την οποία διεκδικούν και οι μαργράβοι του Βρανδεβούργου. Το 1307 ο νέος βασιλιάς της Πολωνίας, ο Λαδισλάος ο Βραχύς (πολ. Władysław I Łokietek) επιχειρεί να ασκήσει τα κυριαρχικά του δικαιώματα στην Ανατολική Πομερανία. Οχυρώνεται στο Γκντανσκ και ζητεί τη βοήθεια των Τευτόνων για να αντιμετωπίσει τους Σάξονες του Βρανδεβούργου. Οι Τεύτονες εκπληρώνουν την αποστολή τους, αλλά καταλαμβάνουν την πόλη και ζητούν από τον Λαδισλάο αποζημίωση για τα έξοδά τους. Το ποσό που ζητείται είναι πολύ υψηλό και οι διαπραγματεύσεις αποτυγχάνουν. Τότε οι Τεύτονες γκρεμίζουν τα τείχη του Γκντανσκ, τρομοκρατούν τον πληθυσμό της πόλης και σφαγιάζουν την πολωνική φρουρά. Στη συνέχεια διαπραγματεύονται με τον μαργράβο του Βρανδεβούργου και αγοράζουν τα υποτιθέμενα δικαιώματά του επί του δουκάτου σε συμφέρουσα τιμή (1309). Το Γκντανσκ έχει πλέον γίνει Ντάντσιχ! Οι Πολωνοί θα επιχειρήσουν να ανακτήσουν την Πομερελία με τα όπλα ή με τη μεσολάβηση του πάπα. Παρότι, όμως, ο ποντίφηκας θα δικαιώσει δύο φορές δικαστικά τους Πολωνούς (1320, 1339), οι αποφάσεις του δεν θα εφαρμοστούν ποτέ. Η στρατιωτική αδυναμία των Πολωνών θα τους αναγκάσει σε συμβιβασμό: με τη συνθήκη ειρήνης του Κάλις (1343) η Πολωνία ανακτά την Κουγιαβία και το Ντόμπριν, αλλά αναγκάζεται να δωρίσει την Ανατολική Πομερανία στους Τεύτονες, οι οποίοι έχουν διευρύνει τα εδάφη τους και έχουν αποκτήσει ένα εξαιρετικό λιμάνι.    

β. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του πολέμου

i. Οι ιδιαιτερότητες ως προς τη διεξαγωγή των πολεμικών επιχειρήσεων: Στην Πρωσία και τις άλλες χώρες της Βαλτικής η μορφολογία του εδάφους και οι κλιματικές συνθήκες καθορίζουν τον τρόπο διεξαγωγής των πολεμικών επιχειρήσεων (Demurger, όπ.π., σελ. 141-142). Η Πρωσία είναι πεδινή χώρα, ελώδης κατά περιοχές (κοντά στις ακτές και σε μεγάλο τμήμα των συνόρων με τη Λιθουανία). Οι επιχειρήσεις μπορούν να διεξάγονται τόσο κατά τη διάρκεια του θέρους όσο και του χειμώνα, υπό συγκεκριμένες, όμως, προϋποθέσεις: το θέρος πρέπει να είναι ξηρό, ο χειμώνας μετρίως ψυχρός (αρκετά ψυχρός ώστε να παγώνουν τα έλη, οι λίμνες και τα ποτάμια, καθιστώντας δυνατή τη μετακίνηση στρατευμάτων) και ξηρός (οι χιονοθύελλες δεν επιτρέπουν καμία στρατιωτική δράση). Ένα κάπως βροχερό καλοκαίρι ή ένας υγρός χειμώνας αρκούν για να αναβάλουν την υλοποίηση οποιουδήποτε στρατιωτικού σχεδίου. Συνήθως πρόκειται για απλές επιδρομές σε εχθρικό έδαφος. Οι μεγαλύτερης κλίμακας επιχειρήσεις διεξάγονται κυρίως το καλοκαίρι. 

ii. Το έμψυχο δυναμικό: η δύναμη του Τάγματος δεν έφτασε ποτέ τους 2.000 ιππότες! Φυσικά υπήρχαν οι υπαξιωματικοί και οι φίλοι των Τευτόνων, αλλά και πάλι η στρατιωτική δύναμη δεν επαρκούσε. Το Τάγμα αντιμετώπιζε την εγγενή αυτή έλλειψη με διάφορους τρόπους. Σποραδικά, ζητούσε από τον πάπα να κηρύξει σταυροφορία για την ενίσχυσή τους στον πόλεμο κατά των ειδωλολατρών. Οι Τεύτονες χρησιμοποιούσαν με μέτρο τη λύση αυτή, γιατί τους ενδιέφερε να διατηρούν πάντα οι ίδιοι τον έλεγχο των επιχειρήσεων. Πολύ συχνότερα στρατολογούσαν εθελοντές από τη Γερμανία. Από ένα χρονικό σημείο και μετά επιστράτευαν τους ευγενείς που ήταν υποτελείς στο Τάγμα, το οποίο τους είχε παραχωρήσει φέουδα στη Βαλτική. Επέβαλλαν επίσης στρατιωτική υποχρέωση στους κατοίκους των πόλεων του κράτους τους. Τέλος, έκαναν εκτεταμένη χρήση βοηθητικών στρατευμάτων που επανδρώνονταν από τους ιθαγενείς πληθυσμούς (π.χ. Πρώσους ή Εσθονούς). 

iii. Η αγριότητα των συγκρούσεων: Στις χώρες της Βαλτικής διεξάγεται ένας εξαιρετικά σκληρός διαρκής πόλεμο. Όπως σημειώνει ο Αλαίν Ντεμυρζέ (“Chevaliers du Christ – Les ordres religieux-militaires au Moyen Âge, XIe-XVIe siècle“, εκδ. Seuil, Παρίσι, 2002, σελ. 143): “οι Τεύτονες δεν είχαν το μονοπώλιο της βίας. Ο Γερμανός ή ο Πολωνός άποικος που έπεφτε στα χέρια των Λιθουανών δεν είχε και πολύ μεγάλη τύχη. Βεβαίως, ο εισβολέας ήταν Τεύτονας και χριστιανός. Σε κάθε περίπτωση, οι πόλεμοι στην Πρωσία και τη Λιθουανία δεν είναι παρά μια ατέλειωτη σειρά από σφαγές, εκτελέσεις αιχμαλώτων, υποδουλώσεις, βασανιστήρια και θανατώσεις στην πυρά, μαζικές εκτοπίσεις πληθυσμών“! Κι έπειτα, ο ιστορικός αναφέρει το παράδειγμα που παρατίθεται στο χρονικό του Βίγκαντ του Μαρβούργου: το 1372, ο Τεύτονας διοκητής του Ίστερμπουργκ στην Ανατολική Πρωσία κάνει μια επιδρομή ρουτίνας στα εδάφη των απίστων. Λεηλατεί και καίει τέσσερα χωριά και στη συνέχεια σφάζει όλους τους κατοίκους τους, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας, χωρίς φυσικά να σκεφτεί καν να προτείνει να τους χαρίσει τη ζωή αν βαφτιστούν χριστιανοί! 

Μπορεί να γίνει λόγος για γενοκτονία των ιθαγενών Πρώσων; Είναι βέβαιο ότι υπήρξαν μαζικές σφαγές πληθυσμών, ωστόσο οι Πρώσοι δεν αφανίστηκαν. Το 1200 (πριν την άφιξη των Τευτόνων) ο ιθαγενής πληθυσμός της Πρωσίας ανερχόταν στις 170.000. Το 1300 είχε πέσει στις 90.000, αλλά εκτός από τις σφαγές η μείωση οφειλόταν και στη μετανάστευση μεγάλου μέρους του πληθυσμού στη Λιθουανία. Το 1400, πάντως, οι ιθαγενείς Πρώσοι ήταν περίπου 140.000, αύξηση σαφώς σημαντική. Είναι, μάλλον, ορθότερο να δεχτούμε ότι τελικά οι ιθαγενείς πληθυσμοί αφομοιώθηκαν (Gouguenheim, όπ.π., σελ. 208-210, 370.373/ Toomaspoeg, όπ.π., σελ. 110). Άλλωστε, αρκετοί από τους Πρώσους αριστοκράτες (και όχι μόνο) επέλεξαν να συνεργαστούν με τους Τεύτονες και ανταμείφθηκαν για τις υπηρεσίες τους. Για παράδειγμα, ο Σκόμαντ, ο οποίος ήταν ένας από τους ηγέτες της μεγάλης εξέγερσης των Πρώσων κατά των Τευτόνων, συνθηκολόγησε τελικά με τους κατακτητές: σε αντάλλαγμα του παραχωρήθηκε το 1285 ένα χωριό ως φέουδο, μαζί με την εξουσία απονομής δικαιοσύνης. Τέλος, μετά από ορισμένη εποχή, οι Πρώσοι αριστοκράτες μπορούσαν να γίνουν δεκτοί ακόμη κι ως ιππότες (όπως ο Ιωάννης της Φόλντε που σταδιοδρόμησε φτάνοντας ως το αξίωμα του γενικού πληρεξούσιου του Τάγματος στη Ρώμη). 

γ. Επικρίσεις και προπαγάνδα

i. Η αντίδραση στις μεθόδους του Τάγματος: οι αμφιλεγόμενες μέθοδοι που χρησιμοποιούν οι Τεύτονες και κυρίως οι φρικαλεότητες με τις οποίες χρεώνονται προκάλεσαν αναπόφευκτα την αντίδραση της χριστιανικής Ευρώπης. Οι εκκλησιαστικοί και πνευματικοί κύκλοι της Δύσης επικρίνουν με ιδιαίτερη αυστηρότητα το Τάγμα. Ο διάσημος Φραγκισκανός λόγιος Ρογήρος Βάκων έγραφε το 1268: “οι Πρώσοι και οι γειτονικοί τους λαοί… επιθυμούν να ασπασθούν τον χριστιανισμό και είναι εξαιρετικά ευτυχείς όταν η Εκκλησία τους επιτρέπει να διατηρήσουν την ελευθερία τους και να χαίρονται ειρηνικά τα αγαθά τους. Πλην όμως οι χριστιανοί ηγεμόνες που εργάζονται για τον προσηλυτισμό τους και ιδίως οι αδελφοί του Τάγματος των Τευτόνων επιθυμούν να τους υποδουλώσουν” (Opus Majus, I, 3).

Αλλά και οι ίδιοι οι ποντίφηκες (π.χ. Κλήμης Ε΄ και Ιωάννης ΚΒ΄) δεν δίστασαν να καταδικάσουν τις μεθόδους των Τευτόνων: σε όλες τις περιπτώσεις που αποφάνθηκαν δικαστικώς επί διαφορών μεταξύ του Τάγματος και τρίτων, δικαίωσαν τους αντιδίκους των Τευτόνων. Εκτός από τις προαναφερθείσες αποφάσεις υπέρ των Πολωνών για το ζήτημα της Πομερελίας, η σημαντικότερη υπόθαση αφορά τη διαφορά μεταξύ του Αρχιεπίσκοπου και των αστών της Ρίγας, αφενός, και των Τευτόνων ιπποτών της λιβονικής πόλης, αφετέρου (Demurger, όπ.π., σελ. 231-232). Αντικείμενο της διαμάχης ήταν τα δικαιώματα ναυσιπλοΐας στον ποταμό Ντύνα. Η διαφορά οξύνθηκε τόσο που οι κάτοικοι της Ρίγας συμμάχησαν με τους Λιθουανούς και κατέστρεψαν ένα κάστρο των Τευτόνων. Σε αντίποινα, οι Τεύτονες σφαγιάζουν τους κατοίκους του Στρασβούργου της Λιβονίας (Μπρόντνιτσας). Γίνεται έκκληση στον πάπα. Οι κατηγορίες κατά του Τάγματος είναι πράγματι φοβερές: οι Τεύτονες αδιαφορούν για το ιεραποστολικό τους έργο και ασχολούνται μόνο με τον πλουτισμό, ενώ καταπιέζουν τους χριστιανούς της Λιβονίας. Ακόμη, με τρόπο που αντιβαίνει στις πλέον θεμελιώδεις αρχές του χριστιανισμού, προτιμούν να θανατώνουν τους τραυματίες τους στη μάχη, ενώ καίνε τους νεκρούς ιππότες! Το 1306, ο Κλήμης Ε΄ διατάσσει τη διενέργεια ανάκρισης. Η διαδικασία ολοκληρώνεται το 1311: οι Τεύτονες της Ρίγας αφορίζονται. Θα χρειαστεί η διπλωματική επιδεξιότητα του μεγάλου μαγίστρου Καρόλου της Τρίερ για να εξευμενιστεί ο πάπας.

ii. Η αντίκρουση των επικρίσεων – σταυροφορίες και προπαγάνδα: Το Τάγμα θα αντιμετωπίσει τις επικρίσεις αυτές με δύο όπλα: τη στρατιωτική υπεροχή του (που το καθιστά τον πιο αξιόπιστο υπερασπιστή των χριστιανικών συμφερόντων στην περιοχή) και την προπαγάνδα (Demurger, όπ.π., σελ. 233). Η πλέον επιτυχής σύνθεση των δύο αυτών πτυχών δεν είναι άλλη από τις ιδιόμορφες “σταυροφορίες” που διοργάνωναν οι Τεύτονες σε τακτά διαστήματα (συνήθως δύο φορές τον χρόνο, χειμώνα και καλοκαίρι). Στις εκστρατείες αυτές, οι οποίες στις πηγές της εποχής ονομάζονται σχεδόν πάντα Reisen, δηλαδή “ταξίδια”, συμμετείχε η αφρόκρεμα της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας, όχι μόνο της γερμανικής, αλλά και της γαλλικής και αγγλικής. Το Τάγμα επιτύγχανε μέσω αυτών των “ταξιδιών” στην Πρωσία να ενισχύει τη στρατιωτική δύναμή του και να διεξάγει στρατιωτικές επιχειρήσεις μεγαλύτερης από το σύνηθες εμβέλειας, αλλά κυρίως να διευρύνει το δίκτυο των ισχυρών φίλων και υποστηρικτών του στην Ευρώπη και να επιβάλλει την εικόνα της μεγάλης προστάτιδας του χριστιανισμού στη Βαλτική.

Κάθε χειμώνα (και μερικές φορές και το καλοκαίρι, όταν δεν υπήρχαν εχθροπραξίες στο πλαίσιο του Εκατονταετούς Πολέμου), ευγενείς από τη Γαλλία και την Αγγλία μπάρκαραν στη Λα Ροσέλλ ή στη Μπρυζ κι αποβιβάζονταν στο Ντάντσιχ ή το Κένιγκσμπεργκ, ή πάλι ταξίδευαν διά ξηράς, μέσω Κολωνίας, Πράγας και Μπρεσλάου, κι έφταναν στην Πρωσία για να πολεμήσουν τους “Σαρακηνούς της Λιθουανίας”. Στις πρωσικές σταυροφορίες έλαβαν μέρος μεγάλες μορφές της Δύσης, όπως ο Ερρίκος του Ντάρμπυ, μετέπειτα Ερρίκος Δ΄ της Αγγλίας (χειμερινή εκστρατεία του 1390-1391 και θερινή του 1392), ή ο Μαρισκάλδος του Μπουσικώ (θέρος 1384, χειμώνας 1384-1385 και 1390-1391). Στις οικογένειες των ευγενών δημιουργούνταν πραγματικές παραδόσεις, καθώς όλοι, από τον παπού μέχρι τα εγγόνια, είχαν πολεμήσει κάποτε στην Πρωσία (Demurger, όπ.π., σελ. 258). Οι ίδιοι οι Τεύτονες έκαναν ότι μπορούσαν για να μεταδώσουν στους καλεσμένους τους την πεποίθηση ότι πολεμώντας στη Βαλτική γίνονταν μέλη μιας ευγενούς ιπποτικής αδελφότητας. Η προσπάθεια αυτή χαρακτηριζόταν και από υψηλή σκηνοθετική επιδεξιότητα: οι καλεσμένοι κρέμαγαν τις ασπίδες με τους θυρεούς τους στην αίθουσα του κάστρου του μαρισκάλδου του Τάγματος στο Κένιγκσμπεργκ. Και μετά το πέρας κάθε εκστρατείας, ο μεγάλος μάγιστρος δεξιωνόταν τους προσκεκλημένους ιππότες στο κάστρο του στο Μαρίενμπουργκ. Οι δώδεκα γενναιότεροι δειπνούσαν μαζί με τον μεγάλο μάγιστρο, τιμή που δεν αποτελούσε απλώς αλληγορία παραπέμπουσα στον Χριστό και τους Αποστόλους, αλλά κυρίως αναβίωνε τους μύθους των Ιπποτών της Στρογγυλής Τράπεζας και του Βασιλιά Αρθούρου (βλ. Demurger, όπ.π., σελ. 258-259, η ιδέα της σκηνοθεσίας αυτής πρέπει να πιστωθεί στον Βίνριχ του Κνιπρόντε)!

Απολύτως ενδεικτική του ενθουσιασμού με τον οποίο αντιμετώπιζαν οι Ευρωπαίοι ευγενείς τη συμμετοχή τους στις πρωσικές σταυροφορίες είναι και η διήγηση του Ιωάννη του Τυφλού, κόμη του Λουξεμβούργου και βασιλιά της Βοημίας, ο οποίος μόλις είχε συμμετάσχει στη χειμερινή σταυροφορία του 1328-1329: “Όπως ο ίδιος διαπίστωσα, οι αδελφοί του Τάγματος υπέμειναν βαριές κι αβάσταχτες απώλειες και υποβλήθηκαν σε ανυπολόγιστα έξοδα για να εξαπλώσουν την ορθόδοξη πίστη. Έχτισαν μόνοι τους ένα τείχος για να προασπίσουν την πίστη του Κυρίου από τους Λιθουανούς και τους όποιους υποστηριχτές τους, αυτούς τους καταραμένους εχθρούς του Χριστού” (βλ. Demurger, όπ.π., σελ. 233).

Β. Η οργάνωση και η ανάπτυξη του Ordensstaat των Τευτόνων στην Πρωσία

α. Αστική και εμπορική ανάπτυξη: Διεξάγοντας πόλεμο κατάκτησης εδαφών και υποταγής πληθυσμών, το Τάγμα χρειάζεται να διασφαλίσει άμεσα τον έλεγχο των κατακτημένων περιοχών. Αυτό απαιτεί τη συστηματική κατασκευή κάστρων και οχυρών, τα οποία με τη σειρά τους θα αποτελέσουν τους πόλους της αστικής ανάπτυξης της χώρας. Η δημογραφική και οικονομική ανάπτυξη του κράτους προϋποθέτει φυσικά την προσέλκυση αποίκων, πρωτίστως Γερμανών (από τη Σιλεσία, τη Θουριγγία, το Βρανδεβούργο και την Κάτω Σαξονία, τη Φραγκονία, τη Λυβέκη και τις υπόλοιπες χανσεατικές πόλεις), δευτερευόντως Πολωνών. Σ’ αυτούς θα προστεθούν μέχρι ενός σημείου και Πρώσοι ή άλλοι λαοί της Βαλτικής που ασπάζονται τον χριστιανισμό και τον “γερμανικό” τρόπο ζωής. Όπως θα δούμε, άλλωστε, για έναν Πολωνό ή για έναν Πρώσο η μετεγκατάσταση σε μια πόλη γερμανικού χαρακτήρα αποτελούσε κοινωνική και οικονομική προαγωγή. Πόλεις ιδρύονται διαρκώς (ιδίως κατά μήκος του Βιστούλα και στις ακτές της Βαλτικής) και γνωρίζουν γρήγορη ανάπτυξη (Τορν το 1231, Κουλμ το 1232-1233, Έλμπινγκ το 1237-1239, Μέμελ, Κένιγκσμπεργκ το 1255-1256, Ντυναμύντε στη Λιβονία, Νέο Τόρν το 1264). Ο πληθυσμός κάποιων από αυτές θα φτάσει σε αξιοσημείωτα για τον Μεσαίωνα μεγέθη: στις αρχές του 15ου αι. το Ντάντσιχ έχει 20.000 κατοίκους, το Τορν ξεπερνά τις 10.000, ενώ το Κένιγκσμπεργκ έχει πληθυσμό μεταξύ 8 και 10.000 κατοίκων (Demurger, όπ.π., σελ. 173).

Ο αποικισμός και η ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών είναι μεταγενέστερος: όπως είναι εύλογο, σημειώνεται μετά την πλήρη υποταγή της Πρωσίας (1283). Οι Τεύτονες χρησιμοποιούν δύο μεθόδους: είτε παραχωρούν φέουδα σε ευγενείς ή και σε αστούς, υποτελείς του Τάγματος (οι οποίοι με τη σειρά τους εκμισθώνουν τις αγροτικές εκτάσεις σε καλλιεργητές), είτε αναθέτουν την ανάπτυξη, τον αποικισμό και την εκμετάλλευση περιοχών σε  locatores, επιχειρηματίες μισθωτές οι οποίοι αναλαμβάνουν το έργο έναντι ποσοστού από τα κέρδη (Demurger, όπ.π., σ. 173-174/ Gouguenheim, όπ.π., σελ. 333). Συνολικά, η ανάπτυξη της Πρωσίας είναι εντυπωσιακή: μόνο μεταξύ του 1280 και του 1350 ιδρύθηκαν 90 πόλεις και 1400 χωριά, ενώ οργανώθηκαν 735 ενορίες. Το 1410 ο πληθυσμός είχε υπερτριπλασιαστεί σε σχέση με το 1200 (Demurger, όπ.π., σ. 174-175). 

Οι Τεύτονες επιδεικνύουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη του εμπορίου στο κράτος τους. Στην προσπάθεια αυτή συνεργάζονται μοιραία με τις πόλεις της Χανσεατικής Ένωσης. Η Χάνζα, άλλωστε, είχε εγκατασταθεί και διατηρούσε εμπορικούς σταθμούς στην περιοχή πριν την άφιξη των Τευτόνων. Το Τάγμα, όμως, θα αντιμετωπίσει τη μεγάλη εμπορική ένωση με μεγάλη επιφυλακτικότητα, προσέχοντας να μην της παραχωρεί περισσότερα δικαιώματα από τα απαραίτητα. Το σημαντικό για το Τάγμα ήταν να διατηρεί πάντα τον απόλυτο έλεγχο και την εποπτεία των εμπορικών δραστηριοτήτων στο κράτος του, αφού τα έσοδα από δασμούς και φόρους ήταν σημαντικά και εντελώς αναγκαία. Ανάλογη είναι η στάση του Τάγματος και όσον αφορά την οργάνωση και ανάπτυξη της βιοτεχνίας: οι Τεύτονες ενθαρρύνουν τις δραστηριότητες αυτές, αλλά ασκούν εποπτεία στις συντεχνίες. Σε κάθε περίπτωση, η περίοδος 1340-1410 συμπίπτει με τη μέγιστη οικονομική ανάπτυξη της Πρωσίας των Τευτόνων σε όλους τους τομείς (αγροτικό, βιοτεχνικό, εσωτερικού και - μέσω των λιμένων της Βαλτικής - εισαγωγικού-εξαγωγικού εμπορίου).

β. Ανάπτυξη και δίκαιο: Καταρχήν, κάθε υπήκοος του Ordensstaat υπόκειται στο δίκαιο της εθνικότητάς του. Στην πράξη, όμως, το καθοριστικό στοιχείο είναι η ιδιότητα του αστού συγκεκριμένης πόλης: κάθε πόλη διέπεται από το δικό της νομικό καθεστώς. Η πολυμορφία νομικού καθεστώτος ήταν εσκεμμένη και είχε δυναμικό χαρακτήρα, επιτρέποντας στο Τάγμα να εκμεταλλεύεται τις εκάστοτε περιστάσεις σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Το πλέον συνηθισμένο είναι το λεγόμενο “δίκαιο του Κουλμ” (Kulmer Handfeste): διαμορφωμένο με πρότυπο το δίκαιο που ίσχυε στο Μαγδεβούργο ή τη Σιλεσία, περιλαμβάνει τα προνόμια (αυτοδιοίκησης κ.λπ.) που παραχώρησαν οι Τεύτονες στους αστούς του Κουλμ το 1233. Εκτός από το ζήτημα της δημοτικής οργάνωσης και διοίκησης, την απονομή δικαιοσύνης κ.λπ., το Kulmer Handfeste ρυθμίζει και ζητήματα έγγειας ιδιοκτησίας και θέτει το όριο έκτασης όσον αφορά τα κτήματα που παραχωρούνται σε κάθε πολίτη για αγροτική εκμετάλλευση (για το δίκαιο του Κουλμ βλ. Gouguenheim, όπ.π., σελ. 296-297, 342-344, 368 επ., 383 επ.). Το δίκαιο του Κουλμ έφτασε να ισχύει περίπου στα 2/3 της επικράτειας. Από τα υπόλοιπα πρότυπα γερμανικού δικαίου αρκετή διάδοση γνώρισε και το “δίκαιο της Λυβέκης”. Ακόμη πιο ευνοϊκό για τους πολίτες σε θέματα τοπικής αυτοδιοίκησης (καθώς τους παρείχε μεγαλύτερη διοικητική αυτονομία), είχε το μειονέκτημα να παρέχει στη χανσεατική πόλη κάποια δικαιώματα ανάμειξης. Με δεδομένο τον σκεπτικισμό του Τάγματος έναντι της Χανσεατικής Ένωσης, λίγες ήταν τελικά οι πόλεις (π.χ. το Έλμπινγκ) στις οποίες αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα να διοικούνται σύμφωνα με το δίκαιο της Λυβέκης.

Εκτός από το γερμανικής έμπνευσης δίκαιο, σε ορισμένες περιοχές του πρωσικού κράτους ίσχυε το πολωνικό δίκαιο. Η επιλογή αυτή δεν οφειλόταν κατ’ ανάγκη στην έντονη παρουσία πολωνικού στοιχείου στη σύνθεση του πληθυσμού. Για παράδειγμα, με τη Συνθήκη του Κρίστμπουργκ (1249) οι προσήλυτοι Πρώσοι επέλεξαν την υπαγωγή τους στο πολωνικό δίκαιο, πιθανώς γιατί τους ήταν πιο οικείο από το αντίστοιχο γερμανικό. Ωστόσο, η υπαγωγή ενός ατόμου ή μιας ολόκληρης πόλης στο γερμανικό δίκαιο συνεπαγόταν μεγάλα πλεονεκτήματα: οι παραχωρούμενες αγροτικές εκτάσεις ήταν μεγαλύτερες, ενώ οι φόροι μικρότεροι. Η πόλη απέλαυε μεγαλύτερης διοικητικής αυτονομίας και οι πολίτες της είχαν περισσότερες ευκαιρίες για να καταλάβουν αξιώματα. Βεβαίως οι Πολωνοί και οι Πρώσοι που αποκτούν δημοτικά αξιώματα είναι λίγοι: ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί ίσως ο Χέννικο ο Προυθηνός, δημοτικός σύμβουλος του Κένιγκσμπεργκ (αυτό με κάποια επιφύλαξη, γιατί ο προσδιορισμός Προυθηνός μπορεί να είναι απλώς γεωγραφικός και όχι εθνοτικός, βλ. Gouguenheim, όπ.π., σελ. 372-373).  

Ο μεγάλος μάγιστρος του Τάγματος κυβερνά την επικράτεια αυτή, μοιράζοντας τον χρόνο του μεταξύ της έδρας του στο Μαρίενμπουργκ και των περιοδειών που κάνει τακτικά (και ακολουθώντας συνήθως το ίδιο εθιμικά καθορισμένο πρόγραμμα) σε ολόκληρη τη χώρα. Όπως, επισημαίνει ο Γκούγκενάιμ “οι περιοδείες του μεγάλου μαγίστρου δεν αποτελούν μέσο ευκαιριακής αντιμετώπισης κάποιας χρόνιας διοικητικής ανεπάρκειας. Αποτελούν εσκεμμένη επιλογή άσκησης πολιτικής και αντικατοπτρίζουν μια συγκεκριμένη αντίληψη περί εξουσίας”. Ο μεγάλος μάγιστρος αποκτά ιδία αντίληψη της κατάστασης και των προβλημάτων της χώρας και κάνει αισθητή την παρουσία του στους υπηκόους τους, αποδεικνύοντας το ενδιαφέρον του γι’ αυτούς. 

Με την αυγή του 15ου αι., το Τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών βρίσκεται στο απόγειο της στρατιωτικής, πολιτικής και οικονομικής του δύναμης. Κι όμως, η αντίστροφη μέτρηση για αυτήν την κατά τα φαινόμενα άτρωτη υπερδύναμη έχει ήδη αρχίσει!


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers